Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος επιλέγει διαβατήριο αντί νέας ταυτότητας. Είναι τι είδους ψηφιακή αρχιτεκτονική δημιουργούμε για τα δεδομένα των πολιτών και ποιες εγγυήσεις υπάρχουν απέναντι στους κινδύνους της.
Τις τελευταίες ημέρες γίνεται αρκετή συζήτηση για πολίτες που επιλέγουν να εκδώσουν ή να ανανεώσουν διαβατήριο αντί να προχωρήσουν στην έκδοση της νέας αστυνομικής ταυτότητας.
Η συζήτηση αυτή εύκολα καταλήγει σε ειρωνείες, χαρακτηρισμούς και γενικεύσεις.
Όμως έτσι υπάρχει κίνδυνος να χαθεί το πραγματικά σημαντικό ζήτημα.
Δεν έχουν όλοι οι πολίτες που προβληματίζονται για τις νέες ταυτότητες τις ίδιες απόψεις. Δεν επικαλούνται όλοι θεωρίες συνωμοσίας ή φόβους για «τσιπάκια».
Υπάρχει και ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα, πολύ πιο πεζό αλλά ταυτόχρονα πολύ σοβαρό:
Τι συμβαίνει όταν ένα κράτος δημιουργεί έναν μόνιμο και ενιαίο αναγνωριστικό αριθμό, διευρύνει συνεχώς τη διαλειτουργικότητα μεταξύ μητρώων και αναπτύσσει κεντρικά ψηφιακά συστήματα που μπορούν να συνδέουν ολοένα περισσότερες πληροφορίες για τον ίδιο πολίτη;
Αυτό δεν είναι ζήτημα τεχνοφοβίας. Είναι ζήτημα προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή.
Η ψηφιοποίηση του Δημοσίου μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Μπορεί να μειώσει τη γραφειοκρατία, να περιορίσει την ταλαιπωρία, να καταργήσει άσκοπα πιστοποιητικά και να επιτρέψει σε έναν πολίτη να εξυπηρετείται χωρίς να μεταφέρει από υπηρεσία σε υπηρεσία πληροφορίες τις οποίες το ίδιο το κράτος ήδη διαθέτει.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η τεχνολογία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η τεχνολογική ευκολία θεωρείται αυτονόητα σημαντικότερη από την προστασία του πολίτη. Όσο περισσότερα δεδομένα μπορούν να διασυνδεθούν, τόσο ισχυρότερες πρέπει να είναι οι δικλίδες ασφαλείας.
Όσο περισσότερες υπηρεσίες αποκτούν πρόσβαση, τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι ο έλεγχος του ποιος βλέπει τι και γιατί.
Και όσο περισσότερο εξαρτάται η καθημερινότητα του πολίτη από μία ενιαία ψηφιακή αρχιτεκτονική, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η ανθεκτικότητα αυτής της αρχιτεκτονικής απέναντι σε λάθη, καταχρήσεις και κυβερνοεπιθέσεις.
Ο Προσωπικός Αριθμός δεν είναι απλώς ακόμη ένας αριθμός ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, αριθμός ταυτότητας και άλλοι αριθμοί υπήρχαν ήδη επί δεκαετίες.
Η διαφορά του Προσωπικού Αριθμού είναι η λειτουργία για την οποία δημιουργήθηκε, να αποτελεί ενιαίο αναγνωριστικό για την επαλήθευση της ταυτότητας του πολίτη στις συναλλαγές του με το Δημόσιο και να επιτρέπει την αντιστοίχισή του με διαφορετικά δημόσια μητρώα. Αυτό μπορεί πράγματι να διευκολύνει τη διοίκηση. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:
Όταν ένας μοναδικός και μόνιμος αριθμός λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ διαφορετικών συστημάτων, πόσο εύκολη γίνεται τεχνικά η συσχέτιση πληροφοριών που προηγουμένως βρίσκονταν σε χωριστά διοικητικά περιβάλλοντα;
Δεν πρόκειται για αυθαίρετη ανησυχία.
Ο ίδιος ο ευρωπαϊκός Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων προβλέπει ειδικά για τους εθνικούς αναγνωριστικούς αριθμούς ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο με κατάλληλες εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών.
Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι απλώς «Επιτρέπεται να υπάρχει Προσωπικός Αριθμός;»
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι «Ποιες είναι στην πράξη οι εγγυήσεις που εμποδίζουν την κατάχρησή του;»
Η ίδια η Αρχή Προστασίας Δεδομένων έχει αναγνωρίσει κινδύνους
Αξίζει να θυμόμαστε ότι η συζήτηση περί κινδύνων δεν προέρχεται μόνο από πολίτες που αντιτίθενται στον Προσωπικό Αριθμό.
Η ίδια η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στη Γνωμοδότηση 1/2025 σχετικά με την υποχρεωτική αναγραφή του Προσωπικού Αριθμού στην ταυτότητα, αναγνώρισε ότι η αναγραφή του σε δημόσιο έγγραφο δημιουργεί νέους κινδύνους.
Μεταξύ αυτών περιέγραψε τον κίνδυνο να λάβουν τρίτοι γνώση του αριθμού, να διατηρούν αντίγραφα στα οποία εμφανίζεται, ακόμη και να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο υποκλοπής ταυτότητας.
Επισήμανε επίσης κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: επειδή ο Προσωπικός Αριθμός συνδέεται δομικά με τον ΑΦΜ, η αποκάλυψή του συνεπάγεται και αποκάλυψη του ΑΦΜ. Γι’ αυτό ζητήθηκαν συγκεκριμένα μέτρα.
Μεταξύ άλλων, εφαρμογή μέσω της οποίας θα καταγράφεται η χρήση του Προσωπικού Αριθμού από τις δημόσιες υπηρεσίες και το αρχείο αυτό θα είναι προσβάσιμο στον ίδιο τον πολίτη, καθώς και επικαιροποίηση των Εκτιμήσεων Αντικτύπου για την Προστασία Δεδομένων.
Αυτό έχει σημασία.
Διότι αποδεικνύει ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «φοβόμαστε την τεχνολογία». Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οι εγγυήσεις που κρίθηκαν αναγκαίες εφαρμόζονται πράγματι.
Και μετά έρχεται το GOV CRM!. Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα με τη δημιουργία του GOV CRM, της νέας ενιαίας ψηφιακής υποδομής για την εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων.
Η ίδια η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εξέτασε το 2026 το συγκεκριμένο σύστημα. Πρόκειται για υποδομή που περιλαμβάνει κεντρική διαχείριση σχέσεων και αιτημάτων πολιτών, παρακολούθηση της πορείας υποθέσεων, ενιαία εξυπηρέτηση μέσω πολλαπλών καναλιών, εργαλεία επιχειρησιακής ευφυΐας και δυνατότητες προσωποποιημένης επικοινωνίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα που αξίζει δημόσια συζήτηση. Δεν ισχυρίζομαι ότι το GOV CRM αποτελεί παράνομο «φακέλωμα». Ούτε ότι η ύπαρξη του Προσωπικού Αριθμού σημαίνει αυτομάτως δημιουργία ενός παράνομου υπερ-φακέλου για κάθε Έλληνα πολίτη. Αυτό θα ήταν αυθαίρετο συμπέρασμα. Αλλά υπάρχει μια διαφορετική, απολύτως θεμιτή ερώτηση:
Δημιουργείται σταδιακά η τεχνική δυνατότητα σχηματισμού ενός ολοένα πληρέστερου διοικητικού προφίλ του πολίτη και, εάν ναι, ποιοι μηχανισμοί εμποδίζουν τη χρήση αυτής της δυνατότητας πέρα από τους απολύτως αναγκαίους σκοπούς;
Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα του λεγόμενου function creep: ένα σύστημα δημιουργείται για έναν συγκεκριμένο σκοπό, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι δυνατότητές του επεκτείνονται σε ολοένα περισσότερες χρήσεις.
Η ιστορία της τεχνολογίας μάς έχει διδάξει ότι αυτό που σήμερα είναι τεχνικά δυνατό, αύριο μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί και ως διοικητικά χρήσιμο.
Γι’ αυτό τα όρια πρέπει να τίθενται πριν υπάρξει το πρόβλημα και όχι μετά.
Υπάρχει και μία δεύτερη πλευρά.
Όσο αυξάνεται η διασύνδεση δημόσιων συστημάτων, τόσο αυξάνεται και η σημασία της κυβερνοασφάλειας.
Δεν χρειάζεται καν να υποθέσουμε ότι κάποιος επιδιώκει κακόβουλη χρήση των δεδομένων. Αρκεί μια τεχνική αστοχία. Μια λανθασμένη παραχώρηση δικαιωμάτων πρόσβασης. Ένας παραβιασμένος λογαριασμός υπαλλήλου.
Μια κυβερνοεπίθεση. Ένα πρόβλημα σε μία κρίσιμη υποδομή. Όσο μεγαλύτερη είναι η διασύνδεση, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει και η έκταση των συνεπειών.
Η ασφάλεια, επομένως, δεν σημαίνει μόνο «να μη διαρρεύσουν τα δεδομένα».
Σημαίνει επίσης να παραμένουν ακριβή, διαθέσιμα και προστατευμένα από αλλοίωση, να υπάρχουν αντίγραφα και εναλλακτικές διαδικασίες, να μπορεί να αποκατασταθεί γρήγορα η λειτουργία και να μην παραλύουν βασικές συναλλαγές του πολίτη επειδή ένα κεντρικό σύστημα αντιμετώπισε πρόβλημα.
Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει
Ίσως η σημαντικότερη εγγύηση είναι τελικά η διαφάνεια.
Ο πολίτης θα έπρεπε να μπορεί εύκολα να γνωρίζει Ποια υπηρεσία χρησιμοποίησε τον Προσωπικό Αριθμό του; Πότε; Για ποιον λόγο; Ποια στοιχεία αναζητήθηκαν; Ποιος είχε δικαίωμα πρόσβασης; Για πόσο χρόνο διατηρούνται;
Σε ποια άλλα συστήματα διαβιβάστηκαν; Και τι μπορεί να κάνει αν διαπιστώσει κάτι που δεν δικαιολογείται;
Η πραγματική ψηφιακή εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται με το «μη φοβάστε, όλα είναι ασφαλή». Δημιουργείται όταν ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να ελέγχει.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις νέες ταυτότητες και τον Προσωπικό Αριθμό έχει εγκλωβιστεί πολλές φορές ανάμεσα σε δύο άκρα. Από τη μία, υπερβολικοί φόβοι. Από την άλλη, η αντίληψη ότι κάθε προβληματισμός απέναντι στην ψηφιακή συγκέντρωση δεδομένων είναι περίπου ανορθολογικός. Και οι δύο προσεγγίσεις αδικούν το πραγματικό θέμα. Δεν χρειάζεται να θεωρούμε την τεχνολογία εχθρό. Αλλά ούτε πρέπει να δίνουμε σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, σημερινή ή αυριανή, λευκή επιταγή επειδή ένα σύστημα χαρακτηρίζεται «ψηφιακός εκσυγχρονισμός».
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν.
Οι τεχνολογικές υποδομές και οι βάσεις δεδομένων μένουν.
Και οι δυνατότητες που δημιουργούμε σήμερα μπορεί αύριο να χρησιμοποιηθούν με τρόπους που σήμερα κανείς δεν σχεδιάζει.
Γι’ αυτό η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό.
Είναι προϋπόθεση για έναν εκσυγχρονισμό που σέβεται τον πολίτη.
Και ίσως αυτή να είναι η συζήτηση που αξίζει περισσότερο να κάνουμε, αντί να ασχολούμαστε μόνο με το ποιος βρίσκεται στην ουρά για ένα διαβατήριο και γιατί, καθώς και ποιο το χρηματικό κόστος του έναντι της ταυτότητας.
Φώτιος Μπάτζιος








