Από το υπό συγγραφή ιστορικό μυθιστόρημα << Το καμπαναριό της ζωής μας>.
Δεκαπενταύγουστος στο Νεστόριο – 1951
Λογοτεχνικό απόσπασμα εμπνευσμένο από την ιστορία, τις παραδόσεις και τις προφορικές μνήμες του Νεστορίου.
Δύο χρόνια είχαν περάσει από τότε που σώπασαν τα όπλα στον Γράμμο. Το Νεστόριο προσπαθούσε να ξαναβρεί τον ρυθμό της ζωής του. Οι πέτρες των σπιτιών έστεκαν ακόμη όρθιες, όμως οι άνθρωποι κουβαλούσαν μέσα τους τις πληγές μιας εποχής που είχε αφήσει βαθιά σημάδια. Η γιορτή της Παναγίας ήταν πάντα η μέρα της προσωρινής επιστροφής. Τα μπουλούκια των μαστόρων γύριζαν από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Άντρες που όλον τον χρόνο έχτιζαν εκκλησιές, σχολεία, γεφύρια και αρχοντικά, ξανασμίγανε με τις οικογένειές τους κάτω από τα πλατάνια της πλατείας. Οι γυναίκες έφερναν πίτες, κρασί και ψητά. Τα παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στα τραπέζια και οι ηλικιωμένοι αντάλλασσαν ιστορίες από τα παλιά.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε η Χαρίκλεια. Γυναίκα δυνατή, με βλέμμα καθαρό και κρίση που όλοι σέβονταν. Είχε μεγαλώσει οικογένεια μέσα σε δύσκολους καιρούς και ήξερε πως ένα σπίτι δεν στεριώνει μόνο με τον κόπο, αλλά και με τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Το βλέμμα της έπεσε στην Αναστασία. Δεν ήταν η πιο ψηλή ούτε η πιο εντυπωσιακή κοπέλα του χωριού. Ήταν μικροκαμωμένη, με μεγάλα καστανά μάτια και ένα ήρεμο χαμόγελο που ενέπνεε εμπιστοσύνη. Μιλούσε λίγο, μα καταλάβαινε πολλά. Οι χωριανοί έλεγαν πως «το μυαλό της έκοβε σαν ξυράφι». Σκεφτόταν πριν μιλήσει, θυμόταν τα πάντα και έβρισκε λύσεις εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν μόνο δυσκολίες. Η ζωή δεν της είχε χαριστεί. Ο πατέρας της, ο Νίκος, χάθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και δεν επέστρεψε ποτέ. Η μάνα της τη μεγάλωσε με στερήσεις, αλλά και με αξιοπρέπεια.Η Χαρίκλεια την παρακολουθούσε χρόνια. Τη θαύμαζε που, παρά την ορφάνια και τις δυσκολίες, δεν παραπονέθηκε ποτέ. Δούλευε στα χωράφια, ζύμωνε, φρόντιζε το σπίτι και τη μάνα της, χωρίς να χάνει ποτέ την πραότητά της.
Κάποτε είπε στον άντρα της, τον Πασχάλη: «Αυτήν θέλω για γυναίκα του Χρίστου.»
«Είναι ορφανή», της απάντησε εκείνος.
Η Χαρίκλεια χαμογέλασε.«Γι’ αυτό έμαθε να στέκεται στα πόδια της. Το σπίτι μας δεν χρειάζεται μόνο ομορφιά. Χρειάζεται μυαλό, υπομονή και καρδιά.»
Όταν ο Χρίστος γύρισε από το μπουλούκι, δεν χρειάστηκε να τον πείσουν. Την αγαπούσε ήδη. Όχι μόνο για το χαμόγελό της, αλλά γιατί δίπλα της ένιωθε πως έβρισκε γαλήνη. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τον Γράμμο όταν ο Νάσιος σήκωσε το βαρύ ηπειρώτικο κλαρίνο του. Οι πρώτες νότες απλώθηκαν αργά πάνω από την πλατεία. Ήταν βαθιές και λυπητερές, σαν να κουβαλούσαν τη μνήμη των μαστόρων του Νεστορίου. Ήταν σκοποί της Ηπείρου, τραγούδια που συνόδευαν τους χτίστες στα μακρινά τους ταξίδια, στα χάνια, στα εργοτάξια και στα πέτρινα γεφύρια που έχτιζαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Κανείς δεν μιλούσε. Το βαρύ ηπειρώτικο κλαρίνο δεν έπαιζε μόνο μουσική. Έλεγε ιστορίες. Ιστορίες ξενιτιάς, ιδρώτα, φτώχειας, χαμένων συντρόφων και επιστροφών. Στην άκρη της πλατείας στεκόταν ο Μπακάλης. Άνθρωπος λιγομίλητος, γνώριζε τα νέα πριν ακόμη φτάσουν στα σπίτια. Παρακολουθούσε τον χορό χωρίς να συμμετέχει. Δίπλα του στεκόταν η Μαρίνα. Από μικρά παιδιά γνώριζε τον Χρίστο. Τον εκτιμούσε βαθιά και δεν έκρυβε τη συγκίνησή της βλέποντάς τον να στέκεται δίπλα στην Αναστασία. Το κλαρίνο άλλαξε σκοπό. Γύρισε σε χασαποσέρβικο. Ο Χρίστος άπλωσε το χέρι του. «Έλα, Αναστασία.»
Εκείνη χαμογέλασε και μπήκε στον κύκλο. Τα παλαμάκια δυνάμωσαν. Οι νέοι ακολούθησαν. Για λίγα λεπτά το χωριό ξέχασε τον πόλεμο και θυμήθηκε μόνο τη ζωή. Μέσα στον χορό ακούγονταν πότε πότε κουβέντες στη ντόπια λαλιά. Ήταν η καθημερινή γλώσσα πολλών οικογενειών της περιοχής, διαμορφωμένη μέσα στους αιώνες από την επαφή των ανθρώπων στα Βαλκάνια, χωρίς να σβήνει την ταυτότητα ή την πίστη τους. Στην άκρη της πλατείας δύο χωροφύλακες παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Ο ένας άνοιξε αθόρυβα το μικρό σημειωματάριό του.
Ο γέρο-Κίτσος το πρόσεξε. «Πάλι τα ίδια…» μουρμούρισε, σφίγγοντας το κομπολόι του.
Ο παπα-Μιχάλης τον κοίταξε. «Τι σε βαραίνει, Κίτσο;»
«Το Νεστόριο πλήρωσε ακριβά γιατί ήταν χωριό μαστόρων και συνόρων, παπά μου. Οι άνθρωποί του ταξίδευαν, άκουγαν γλώσσες, μάθαιναν λαλιές και πάντα γύριζαν πίσω Έλληνες, με την ίδια πίστη και την ίδια αγάπη για τον τόπο τους.»
Έκανε μια μικρή παύση, κοιτάζοντας τον χορό και τον Χρίστο.
«Ξεχνούν πως ο Χρίστος κουβαλάει στις φλέβες του το αίμα του παππού μου του Κίτσου. Βλάχοι από το Λιανοτόπι του Γράμμου ήμασταν. Όταν οι Τουρκαλβανοί έκαψαν το χωριό μας στα Ορλωφικά, οι δικοί μας πήραν τα βουνά, ξεριζώθηκαν, μα τη συνείδηση και την πίστη τους δεν την πάτησε κανείς. Ήρθαμε εδώ, ριζώσαμε, γίναμε ένα με τις πέτρες του Νεστορίου. Μαθαίνεις τις λαλιές του τόπου για να συνεννοηθείς, μα η καρδιά σου ξέρει πού ανήκει.»
Ο παπα-Μιχάλης έγνεψε αργά, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο του γέροντα. «Οι λέξεις ταξιδεύουν, Κίτσο. Η συνείδηση του ανθρώπου μένει.»
«Το είχε καταλάβει κι ο Δανιήλ ο Μοσχοπολίτης όταν κατέγραψε στο λεξικό του τις γλώσσες των Βαλκανίων», συνέχισε ο Κίτσος. «Οι άνθρωποι μπορεί να μιλούν διαφορετικές λαλιές, όμως μπορούν να έχουν κοινή παιδεία, κοινή πίστη και κοινό μέλλον.»
Το κλαρίνο συνέχιζε να παίζει. Η Αναστασία χαμογελούσε. Ο Χρίστος δεν γνώριζε πως εκείνο το πανηγύρι θα έμενε για πάντα χαραγμένο στη μνήμη του.
Τρεις ημέρες αργότερα, πριν ακόμη ξημερώσει, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην ξύλινη πόρτα. Η Χαρίκλεια άνοιξε τρομαγμένη.
Δύο χωροφύλακες στέκονταν στην αυλή. «Ο Χρίστος;»
Βγήκε ήρεμος . «Θα μας ακολουθήσεις για λίγες ερωτήσεις.»
«Για ποιο λόγο;» ρώτησε ο Πασχάλης.
«Υπάρχουν αναφορές που πρέπει να διερευνηθούν.»
Ο Χρίστος φόρεσε αργά το σακάκι του.Πλησίασε τη μάνα του. «Μην ανησυχείς.»
Έπειτα γύρισε προς την Αναστασία. Εκείνη δεν έκλαψε. Τον κοίταξε μόνο στα μάτια. Ήξερε πως υπήρχαν στιγμές που η σιωπή ήταν πιο δυνατή από κάθε υπόσχεση.
Η πόρτα έκλεισε πίσω τους.
Ο γέρο-Κίτσος στάθηκε μόνος στην αυλή και κοίταξε προς τον Γράμμο. «Η πέτρα δεν ρωτά σε ποια λαλιά μιλά ο μάστορας», ψιθύρισε. «Στέκεται μόνο όταν το θεμέλιό της είναι γερό. Έτσι κι ο άνθρωπος. Δεν κρίνεται από τις λέξεις που έμαθε στην κούνια του, αλλά από τον χαρακτήρα, την πίστη και τα έργα που αφήνει πίσω του.»
Κι εκεί, μέσα στη σιωπή του αυγουστιάτικου πρωινού, ήταν σαν να αντήχησε ξανά από μακριά το βαρύ ηπειρώτικο κλαρίνο. Σαν να θρηνούσε για όσα χώρισαν τους ανθρώπους. Και ταυτόχρονα να τους θύμιζε πως η ιστορία ενός τόπου δεν γράφεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά και από τους απλούς ανθρώπους που, με αξιοπρέπεια, κράτησαν όρθια τα σπίτια, τις οικογένειες και την ψυχή του Νεστορίου.
Καλή Παναγιά!
https://enlimnilogou.wordpress.com
Χάρης Μίντζιας








