Αποστροφή στα τρόφιμα: μια ψυχιατρική κατάσταση

Αρχική » Μαγειρική & Συνταγές » Αποστροφή στα τρόφιμα: μια ψυχιατρική κατάσταση

Σε μια μεγάλη έρευνα στις ΗΠΑ, οι ενήλικες που πάλεψαν με επιλεκτικές διατροφικές συνήθειες ως παιδιά, δήλωσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία ότι επωφελήθηκαν περισσότερο από θετικές και ενθαρρυντικές στρατηγικές που χρησιμοποιούσαν οι γονείς τους, παρά από βίαιες ή καταναγκαστικές προσεγγίσεις.

Η έρευνα, με επικεφαλής μια ομάδα στο Duke Health, διεξήχθη σε μια γενιά ανθρώπων που πάλεψαν με την «αποφυγή» τροφίμων, πριν αυτή αναγνωριστεί το 2013 ως ψυχιατρική κατάσταση, που ονομάζεται Διαταραχή Αποφυγής/Περιοριστικής Πρόσληψης Τροφής (ARFID).

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι τα ευρήματά τους, που δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο στις 11 Νοεμβρίου στο International Journal of Eating Disorders, παρέχουν καθοδήγηση τόσο στις οικογένειες όσο και στους επαγγελματίες της συμπεριφοριστικής υγείας, με στόχο την ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών για την αντιμετώπιση ακραίας αποστροφής των τροφίμων.

Όταν η επιλεκτική κατανάλωση τροφίμων είναι σοβαρή, διαγιγνώσκεται ως ARFID. Η κατάσταση χαρακτηρίζεται από προβλήματα υγείας, όπως απώλεια βάρους και διατροφικές ελλείψεις και μπορεί επίσης να οδηγήσει σε κοινωνικά και συναισθηματικά προβλήματα όταν τα γεύματα γίνονται πηγή ντροπής, τριβής ή / και σύγκρουσης.

«Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ευνοήθηκαν οι θετικές προσεγγίσεις, αλλά είναι εκπληκτικό το πόσο συντριπτική ήταν αυτή η θέση μεταξύ αυτής της ομάδας των ενηλίκων», δήλωσε η Nancy Zucker, Ph.D., καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχιατρικής του Duke.

H Zucker δήλωσε ότι η ευρεία συναίνεση είναι η επικύρωση για την τρέχουσα θεραπευτική προσέγγιση που δίνει έμφαση στις θετικές αλληλεπιδράσεις: «Είναι ισχυρή επιβεβαίωση για αυτό που υπήρχε στη βιβλιογραφία και ενισχύει πως δεν είναι χρήσιμη η ιδέα τα παιδιά να αισθάνονται αναγκασμένα ή πιεσμένα να φάνε».

Η μελέτη ξεκίνησε πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, καθώς η σοβαρή αποφυγή τροφίμων κέρδιζε όλο και μεγαλύτερη προσοχή και η έρευνα για τη διαταραχή ήταν περιορισμένη. Η διαδικτυακή έρευνα απευθυνόταν σε ενήλικες που αυτοπροσδιορίστηκαν ως επιλεκτικοί καταναλωτές τροφίμων, για να βοηθήσουν στην κατανόηση των αντιλήψεων και των εμπειριών τους.

Περισσότερα από 19.200 άτομα συμπεριλήφθηκαν στην έρευνα. Το 75% ήταν γυναίκες και το 25% άνδρες και το 89% λευκοί. Ζητήθηκε από τους ερωτηθέντες να περιγράψουν τις στρατηγικές παρουσίασης τροφίμων που χρησιμοποιούνται από τους γονείς ή όποιον τους φρόντιζε, τις οποίες θεωρούσαν ότι ήταν χρήσιμες ή όχι για την αύξηση της ποικιλίας των τροφίμων.

Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες στην έρευνα ταξινομήθηκαν είτε ως πιθανοί να έχουν διάγνωση ARFID, είτε όχι, με βάση τον βαθμό του προβλήματός τους σχετικά με την αποφυγή τροφίμων. Εκείνοι που ανέφεραν ότι τα διατροφικά προβλήματα τούς οδήγησαν σε σημαντική απώλεια βάρους, διατροφική ανεπάρκεια, πως είχαν δυσκολίες στη λειτουργία της εργασίας ή / και στις κοινωνικές σχέσεις, κατηγοριοποιήθηκαν ως πιθανό να έχουν ARFID.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το 39% των θεμάτων σχετικά με χρήσιμες στρατηγικές, αναφέρουν ένα θετικό συναισθηματικό πλαίσιο, όπως η χρήση τροφίμων για τη διδασκαλία πολιτιστικών ή διατροφικών μαθημάτων, η ευελιξία σχετικά με την προσέγγιση του θέματος, η παροχή πολλών ασφαλών τροφίμων, η βοήθεια στην παρασκευή τους ή η παρουσίαση συγκεκριμένων ομάδων τροφίμων.

Το 40% των χρήσιμων σχολίων, επισήμαναν τη σημασία της δομής γύρω από το φαγητό. Οι σαφώς καθορισμένες προσδοκίες γύρω από το φαγητό, θεωρήθηκαν χρήσιμες στο πλαίσιο της διάκρισης μεταξύ του να αισθάνονται “αναγκασμένοι” έναντι του να τους “ζητείται” να κάνουν κάτι.

Ενώ οι θετικές και ενθαρρυντικές στρατηγικές θεωρήθηκαν χρήσιμες για τη βελτίωση της στάσης απέναντι στα τρόφιμα και την ελαχιστοποίηση της κοινωνικής δυσφορίας γύρω από το φαγητό, πολλοί ενήλικες εξακολουθούσαν να αγωνίζονται με κάποιο βαθμό αποφυγής / περιορισμού. Οι ερευνητές σημείωσαν ότι οι γονείς θεωρούνται ότι έχουν θετικό αντίκτυπο, παρά το γεγονός ότι η αποφυγή τροφής που εμφανίζεται στην παιδική ηλικία, παραμένει και όταν ενηλικιωθούν.

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι οι συμμετέχοντες στην έρευνα βρήκαν σαφώς κάποια τρόφιμα απεχθή, όχι απλώς δυσάρεστα. Αυτό πιθανότατα ενέτεινε την αίσθηση ότι παγιδεύτηκαν και αναγκάστηκαν να κάνουν κάτι αηδιαστικό αν τους ζητούσαν να φάνε αυτό το φαγητό.

“Απ’ ό,τι γνωρίζουμε, δεν υπάρχει δημοσιευμένη έρευνα που να προσδιορίζει αποτελεσματικές στρατηγικές διατροφής για όσους πάσχουν από ARFID”, δήλωσε η Zucker. “Η εύρεση του καλύτερου τρόπου για να ταΐσετε ένα παιδί με σοβαρή αποφυγή τροφής, μπορεί να είναι εξαντλητική και αγχωτική για τους γονείς, οπότε η παροχή καθοδήγησης είναι απαραίτητη για τη βελτίωση του κοινωνικού και συναισθηματικού περιβάλλοντος διατροφής για τα παιδιά τους και τη μείωση της αγωνίας που έχουν τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά κατά τη διάρκεια του γεύματος”.

Πηγή

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια