Το ιδιωτικό χρέος και οι 120 δόσεις: Χρειάζεται ουσιαστική λύση

maltezos

Το ιδιωτικό χρέος βαραίνει τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις. Πίσω από τα ποσά υπάρχουν πολίτες που δυσκολεύονται να κρατήσουν το σπίτι τους και επιχειρήσεις που αγωνίζονται να συνεχίσουν τη λειτουργία τους. Υπάρχουν θέσεις εργασίας και οικογένειες που εξαρτώνται από αυτές.

Το χρέος συσσωρεύτηκε μέσα από διαδοχικές κρίσεις. Η πολυετής ύφεση, η ανεργία και η απώλεια εισοδημάτων περιόρισαν τη δυνατότητα πληρωμής. Ακολούθησαν η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και η ακρίβεια. Οι τόκοι και οι προσαυξήσεις διόγκωσαν τις ανεξόφλητες υποχρεώσεις.

Το πρώτο τρίμηνο του 2026, το καταγεγραμμένο ιδιωτικό χρέος έφθασε τα 420,9 δισ. ευρώ, μαζί με τα δάνεια που εξυπηρετούνται κανονικά. Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονταν σε 238,6 δισ. ευρώ. Σχεδόν το 70% αυτού του προβληματικού χρέους αφορούσε την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Η εικόνα είναι ευρύτερη. Απλήρωτα τιμολόγια, ακάλυπτες επιταγές και διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές δεν αποτυπώνονται εξαντλητικά σε αυτά τα μεγέθη. Μεταφέρουν, όμως, την έλλειψη ρευστότητας από επιχείρηση σε επιχείρηση. Σήμερα, το κόστος ενέργειας, στέγασης και λειτουργίας απορροφά εισόδημα και διαθέσιμους πόρους. Έτσι, τα παλαιά χρέη δυσκολεύονται να εξυπηρετηθούν και δημιουργούνται νέα.

Επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας δεν έφεραν μια ολοκληρωμένη απάντηση. Το ιδιωτικό χρέος αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Η προστασία των απαιτήσεων τραπεζών, funds και λοιπών πιστωτών παραμένει κεντρική επιλογή. Η προστασία της κατοικίας, της μικρής επιχείρησης και της εργασίας δεν εξασφαλίζεται επαρκώς.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει επιτύχει ρυθμίσεις. Η αποτελεσματικότητά του, όμως, πρέπει να κρίνεται και από το πόσες παραμένουν ενεργές. Από το αν ο οφειλέτης μπορεί να τις τηρήσει. Ο πτωχευτικός νόμος συνδέει την απαλλαγή από τα χρέη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας. Όταν χάνονται η στέγη και τα μέσα βιοπορισμού, η κοινωνική ουσία της δεύτερης ευκαιρίας υπονομεύεται.

Η εξαγγελία των 120 δόσεων αφορά ένα διαχρονικό αίτημα της αγοράς. Με τους συγκεκριμένους όρους, όμως, δεν αποτελεί επαρκή απάντηση στη χρόνια οικονομική ασφυξία. Η αποτυχία των 72 δόσεων να δώσουν βιώσιμη διέξοδο απαιτεί ουσιαστική αλλαγή του πλαισίου. Η αύξηση του αριθμού των δόσεων από μόνη της δεν αρκεί.

Υπάρχει και μια σαφής πολιτική αντίφαση. Τον Ιούνιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερασπιζόταν τις 72 δόσεις ως το όριο της δυνατής παρέμβασης. Επικαλούνταν την προστασία της κουλτούρας πληρωμών. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης απέρριπτε τις 120 δόσεις ως μαξιμαλιστικό αίτημα της αντιπολίτευσης. Ο Παύλος Μαρινάκης αντέτεινε τις 72 δόσεις και ζητούσε κοστολόγηση. Στις 30 Σεπτεμβρίου, η ίδια κυβέρνηση παρουσίασε τις 120 ως γενναία πρωτοβουλία.

Η επίκληση της κουλτούρας πληρωμών δεν απαντά στην αδυναμία πληρωμής. Κάθε πολίτης δικαιούται να ζει αξιοπρεπώς. Το νοικοκυριό χρειάζεται να καλύπτει τη στέγαση, τη διατροφή, την ενέργεια, την υγεία και την εκπαίδευση. Ο επαγγελματίας χρειάζεται να πληρώνει μισθούς, προμηθευτές, φόρους και εισφορές. Μια ρύθμιση πετυχαίνει όταν αφήνει χώρο για αυτές τις ανάγκες και υποχρεώσεις. Όταν η επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί και να διατηρεί τις θέσεις εργασίας.

Τα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής είναι αποκαλυπτικά. Στο τέλος Ιουλίου 2026, μόλις το 6,70% του ληξιπρόθεσμου φορολογικού υπολοίπου βρισκόταν σε ρύθμιση, μετά την αφαίρεση των οφειλών που είχαν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης. Περίπου 74 δισ. ευρώ παρέμεναν εκτός όλων των ρυθμίσεων.

Η νέα εξαγγελία διατηρεί σοβαρούς περιορισμούς. Καλύπτει οφειλές μέχρι το τέλος του 2024 και αφήνει έξω νεότερα χρέη. Προβλέπει μετάβαση από τις 72 δόσεις. Αποκλείει, όμως, τη μεταφορά επιλέξιμων οφειλών που εξυπηρετούνται στην πάγια ρύθμιση. Αν ο αποκλεισμός διατηρηθεί στη νομοθέτηση, θα αδικηθούν όσοι συνεχίζουν να πληρώνουν με θυσίες. Η συνέπεια πρέπει να επιβραβεύεται.

Το επιτόκιο 5,84% είναι υψηλό για μια ρύθμιση ανακούφισης. Η επιμήκυνση μειώνει τη μηνιαία δόση, αλλά αυξάνει το συνολικό κόστος τόκων, με τους άλλους όρους σταθερούς. Χρειάζονται χαμηλότερο επιτόκιο και ουσιαστική ελάφρυνση προσαυξήσεων. Στις ασφαλιστικές οφειλές, τα πρόσθετα τέλη, οι τόκοι και οι λοιπές επιβαρύνσεις αποτελούν περίπου το 42% του συνολικού ληξιπρόθεσμου ποσού.

Η ρύθμιση του 2019 δείχνει ότι υπάρχουν συγκεκριμένες δυνατότητες. Οι 120 δόσεις συνοδεύονταν από έκπτωση προσαυξήσεων 85% για ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους στις ασφαλιστικές οφειλές. Για τους αγρότες η έκπτωση έφθανε το 100%. Στις φορολογικές οφειλές προβλέπονταν απαλλαγές ανάλογα με τους όρους αποπληρωμής. Επιτρεπόταν επίσης η μεταφορά επιλέξιμων οφειλών από την πάγια ρύθμιση. Το φορολογικό επιτόκιο μειώθηκε στη συνέχεια στο 3%.

Αυτές οι διευκολύνσεις πρέπει τουλάχιστον να διατηρηθούν. Η πρόταση της ΕΛ.Α.Σ., όπως την παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας, για 120 δόσεις στη βασική οφειλή με διαγραφή προσαυξήσεων, παρεμβαίνει και στο ποσό που καλείται να πληρώσει ο οφειλέτης. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να κάνει τη δόση προσιτή και την αποπληρωμή βιώσιμη.

Οι ρυθμίσεις χρειάζονται ευρεία κάλυψη, χαμηλό επιτόκιο και δυνατότητα μεταφοράς ενεργών ρυθμίσεων. Οφείλουν να διακρίνουν την πραγματική αδυναμία πληρωμής από τη στρατηγική αποφυγή. Να στηρίζουν την κατοικία, την παραγωγή και την εργασία. Να οδηγούν σε πραγματικές εισπράξεις. Ένα χρέος δεν γίνεται δημόσιο έσοδο επειδή παραμένει βεβαιωμένο.

Η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να διορθώσει τους όρους πριν από τη νομοθέτηση. Η επιτυχία θα κριθεί από το αν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις μπορούν να τηρήσουν τη ρύθμιση. Από το αν προστατεύεται η στέγη και διατηρούνται η οικονομική δραστηριότητα και οι θέσεις εργασίας. Αυτό είναι το περιεχόμενο μιας δίκαιης δεύτερης ευκαιρίας.

Μενέλαος Φ. Μαλτέζος
Οικονομολόγος, Λογιστής, πρ. Βουλευτής Έβρου
Μέλος Εθνικού Συμβουλίου Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης

Κοινοποίηση
recurring
Σας αρέσει το OlaDeka?
Κάντε μας like στο Facebook!
Κλείσιμο
Ola Deka Kastoria