Ο Σεπτέμβριος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς, τα φρέσκα τετράδια και τη μυρωδιά των ολοκαίνουργιων σχολικών βιβλίων. Στον 21ο αιώνα, όμως, η εικόνα της σχολικής τάξης έχει αλλάξει σημαντικά και ένας νέος διάλογος έχει ανοίξει γύρω από τον ρόλο της τεχνολογίας στη διαδικασία της μάθησης.
Είναι τελικά ωφέλιμη η είσοδος της τεχνολογίας στις σχολικές αίθουσες και πόσο έχει όντως ενταχθεί στο ελληνικό σχολείο;
Απευθυνθήκαμε στον Τάσο Μικρόπουλο, Καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και συν-συγγραφέα του βιβλίου «Τεχνολογίες Μάθησης», που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, για να φωτίσει τον ρόλο της τεχνολογίας στη σύγχρονη εκπαίδευση και να μας μιλήσει για τα οφέλη, τις προκλήσεις και τη θέση που πλέον κατέχει στο ελληνικό σχολείο.
Για να δούμε πρώτα πού βρισκόμαστε σήμερα, ρωτήσαμε τον κ. Μικρόπουλο: Αν αξιολογούσατε την πρόοδο της ένταξης της ψηφιακής τεχνολογίας στην ελληνική εκπαίδευση από το 2000 έως σήμερα σε μια κλίμακα από το 1 έως το 10, πού θα τοποθετούσατε το ελληνικό σχολείο και γιατί;
«Θεωρώ ότι η ένταξη της ψηφιακής τεχνολογίας στο ελληνικό σχολείο μπορεί να βαθμολογηθεί με 7 στα 10. Από το 2000 μέχρι σήμερα, η ένταξη της ψηφιακής τεχνολογίας στην ελληνική εκπαίδευση παρουσιάζει σημαντική πρόοδο, αλλά όχι ολοκληρωμένο παιδαγωγικό μετασχηματισμό. Η πρόοδος αφορά στις υποδομές, στα ψηφιακά σχολικά βιβλία, στα αποθετήρια ψηφιακών εκπαιδευτικών πόρων, στις πλατφόρμες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, στους διαδραστικούς πίνακες και στις δράσεις επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Ωστόσο, η ύπαρξη τεχνολογικών εργαλείων δεν συνεπάγεται αυτόματα ουσιαστική παιδαγωγική αξιοποίηση και ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας. Η χρήση τους παραμένει συχνά άνιση, αποσπασματική ή εργαλειακή, χωρίς πάντα να συνδέεται με συνεργατική μάθηση, δημιουργικότητα, κριτική σκέψη και ανάπτυξη ψηφιακών ικανοτήτων. Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι οι μαθητές στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σε βασικές ψηφιακές δεξιότητες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.»
Υπάρχουν δύο φωνές στην κοινωνία: η μία είναι ότι οι μαθητές του σήμερα λόγω της τεχνολογίας και της απόσπασης προσοχής είναι λιγότερο φιλομαθείς σε σχέση με παλιότερα, και η άλλη φωνή λέει πως οι μαθητές του σήμερα, που ξέρουν να χειρίζονται όλη αυτή την τεχνολογία και έχουν τόση πληροφορία στα χέρια τους, είναι πολύ εξυπνότεροι από τις παλαιότερες γενιές. Τι ισχύει εν τέλει;
«Οι δύο απόψεις για τους μαθητές του σήμερα είναι υπερβολικές. Οι μαθητές δεν είναι ούτε λιγότερο φιλομαθείς ούτε εξυπνότεροι επειδή χειρίζονται την τεχνολογία. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το ευρύτερο περιβάλλον μάθησης. Από τη μία πλευρά, οι οθόνες, οι ειδοποιήσεις, και η συνεχής εναλλαγή ερεθισμάτων μπορούν να μειώσουν τη συγκέντρωση, και την επιμονή. Από την άλλη, οι μαθητές έχουν σήμερα άμεση πρόσβαση σε τεράστιο όγκο πληροφορίας και μπορούν να χρησιμοποιούν εργαλεία που διευκολύνουν την αναζήτηση, τη δημιουργία και τη συνεργασία. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη κριτική σκέψη ή ουσιαστική κατανόηση. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η παιδαγωγική καθοδήγηση. Το σχολείο πρέπει να καλλιεργεί ψηφιακό γραμματισμό, συγκέντρωση, αξιολόγηση πηγών, κριτική σκέψη και μεταγνώση, δημιουργικότητα. Η τεχνολογία ενισχύει δυνατότητες, αλλά και αδυναμίες.»
Πόσο έτοιμοι και καταρτισμένοι είναι οι νέοι εκπαιδευτικοί ώστε να εντάξουν δημιουργικά και ουσιαστικά τα νέα ψηφιακά εργαλεία στη διδασκαλία τους;
«Οι νέοι εκπαιδευτικοί είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με την ψηφιακή τεχνολογία σε σχέση με παλαιότερες γενιές, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται την παιδαγωγική αξιοποίηση της στη διδασκαλία. Η χρήση ψηφιακών εργαλείων, όπως πλατφόρμες, διαδραστικοί πίνακες ή εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, δεν αρκεί από μόνη της. Το ζητούμενο είναι ο παιδαγωγικός σχεδιασμός μαθησιακών δραστηριοτήτων που ενισχύουν τη συμμετοχή, τη συνεργασία, την κριτική σκέψη και τη δημιουργικότητα των μαθητών. Παρά τις σημαντικές επιμορφωτικές προσπάθειες που έχουν γίνει στην Ελλάδα, η χρήση της τεχνολογίας παραμένει συχνά εργαλειακή ή δασκαλοκεντρική. Οι νέοι εκπαιδευτικοί ξεκινούν από καλή αφετηρία, ωστόσο χρειάζονται βαθύτερη και παιδαγωγικά προσανατολισμένη κατάρτιση, καθώς και τις κατάλληλες θεσμικές, οργανωτικές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις που οφείλει να διασφαλίζει η πολιτεία, ώστε να αξιοποιούν ουσιαστικά την τεχνολογία στη διδασκαλία.»
Παρά τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, βλέπουμε χώρες όπως η Σουηδία να επιστρέφουν στα παραδοσιακά έντυπα βιβλία. Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το ιδανικό σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ψηφιακή και την παραδοσιακή μάθηση;
«Το ιδανικό σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ψηφιακή και την παραδοσιακή μάθηση εντοπίζεται σε μια παιδαγωγικά τεκμηριωμένη επιλογή του κατάλληλου μέσου. Η επιστροφή χωρών όπως η Σουηδία στα έντυπα βιβλία δεν σημαίνει απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά αναγνώριση ότι η υπερβολική ψηφιοποίηση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη συγκέντρωση, τη βαθιά ανάγνωση και τη γλωσσική ανάπτυξη. Το έντυπο βιβλίο παραμένει πολύτιμο για μελέτη. Αντίστοιχα, η ψηφιακή τεχνολογία είναι σημαντική όταν προσφέρει προστιθέμενη παιδαγωγική αξία, όπως με προσομοιώσεις, διαδραστικές αναπαραστάσεις, μάθηση από απόσταση, εξατομικευμένη ανατροφοδότηση, υποστήριξη μαθητών με διαφορετικές ανάγκες. Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι περισσότερη ή λιγότερη τεχνολογία, αλλά καλύτερη και νοηματοδοτημένη αξιοποίηση της.»
****
Το συγγραφικό έργο του κ. Τάσου Μικρόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος:












