Την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ διοργάνωσε στην ΕΣΗΕΑ εκδήλωση με θέμα «Η επανάσταση των Φλαμίγκο στην Αλβανία: Περιφράξεις της ανάπτυξης και κοινωνικές αντιστάσεις».
Στην εκδήλωση συμμετείχαν ο λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Μεσογειακό Πανεπιστήμιο Αλβανίας Kriton Kuci, η επιστημονική συνεργάτιδα του ΕΝΑ και διδάκτωρ του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου Αγγελική Μητροπούλου, καθώς και ο Flori Qyqja, μέλος της Πρωτοβουλίας Αλβανών μεταναστών, μεταναστριών και αλληλέγγυων. Τη συζήτηση συντόνισε η Ιλιρίντα Μουσαράι, υποψήφια διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑκαι συντονίστρια του Αρχείου Αλβανικής Μετανάστευσης στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.
Οι συμμετέχοντες επιχείρησαν να αναδείξουν τα βασικά χαρακτηριστικά του Κινήματος των Φλαμίγκο που ξέσπασε τον περασμένο Μάιο στην περιοχή της Νάρτα-Βιόσα, με αφορμή την εκχώρηση προστατευόμενων περιοχών Natura σε fund συμφερόντων του Αμερικανού επιχειρηματία Τζάρεντ Κούσνερ, και να εντοπίσουν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των προκλήσεων με τις οποίες βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες Ελλάδα και Αλβανία.
Τα χαρακτηριστικά του κινήματος των Φλαμίγκο και οι παράγοντες που θα καθορίσουν το μέλλον του
Ο Kriton Kuci τόνισε στην εισήγησή του ότι το Κίνημα των Φλαμίγκο αποτελεί μια πρωτόγνωρη για την Αλβανία κινητοποίηση από τα κάτω: «Δεν δημιουργήθηκε, ούτε καθοδηγήθηκε από τα μεγάλα κόμματα, αλλά συγκέντρωσε νέους, οικολόγους, πολίτες χωρίς προηγούμενη πολιτική δράση και μικρότερες πολιτικές συλλογικότητες, όπως επίσης μικρά κόμματα. Αναδύθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον θεσμικής οπισθοδρόμησης, συγκέντρωσης της οικονομικής και πολιτικής ισχύος, αδιαφανών “στρατηγικών επενδύσεων” και μαζικής μετανάστευσης των νέων». Όπως επισήμανε ο ομιλητής, «η δύναμή του πηγάζει από την απόρριψη της παραδοσιακής κομματικής ταυτότητας, αλλά και από τη δημιουργική χρήση της ειρωνείας, της εικόνας και του φλαμίγκο ως συμβόλου αντίσταση, γεγονός που του επέτρεψε «να μετατρέψει ένα περιβαλλοντικό ζήτημα σε ευρύτερη αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξουσία και λαμβάνονται οι δημόσιες αποφάσεις στην Αλβανία».
Κατά τον ομιλητή, η ετερογένεια του κινήματος «αποτελεί συγχρόνως δύναμη και αδυναμία», καθώς, από τη μια πλευρά, «του επιτρέπει να υπερβαίνει τις παραδοσιακές πολιτικές διαιρέσεις και να εκφράζει διαφορετικές μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας», από την άλλη όμως, «η απουσία ενιαίας οργανωτικής δομής και σαφούς ιδεολογικού προσανατολισμού δημιουργεί έναν ανοικτό χώρο στον οποίο διαφορετικές ομάδες ανταγωνίζονται για να καθορίσουν τη φυσιογνωμία και το μέλλον του». Όπως εξήγησε ο K. Kuci, στο εσωτερικό του συνυπάρχουν (τουλάχιστον) δύο βασικές τάσεις: η ανοιχτή, οικολογική και συμπεριληπτική λογική του φλαμίγκο και μια ολοένα ισχυρότερη εθνικιστική τάση, η οποία εκφράζεται μέσα από σημαίες, συνθήματα και περιστατικά αποκλεισμού διαφορετικών φωνών: «Τα φλαμίγκο εξακολουθούν να εμφανίζονται και να διατηρούν ζωντανό το ιδρυτικό νόημα της κινητοποίησης, ωστόσο η σχέση τους με την εθνική σημαία γίνεται όλο και πιο άνιση, καθώς η δεύτερη καταλαμβάνει περισσότερο χώρο τόσο στο συμβολικό όσο και στο πολιτικό επίπεδο», επισήμανε ο ομιλητής.
Επομένως, σύμφωνα με τον K. Kuci, «το μέλλον του κινήματος θα εξαρτηθεί από το αν θα μπορέσει να αντέξει στην κόπωση της παρατεταμένης κινητοποίησης, να αποφύγει την πολιτική οικειοποίηση και να διαχειριστεί δημιουργικά τις εσωτερικές του αντιφάσεις». Το βασικό ερώτημα, κατά τον ομιλητή, δεν είναι μόνο εάν θα επιτύχει τους άμεσους στόχους του ή εάν θα εξελιχθεί σε μόνιμη πολιτική δύναμη, αλλά κυρίως τι είδους πολιτική δύναμη θα γίνει: «Θα κατορθώσει να παραμείνει μια ανοιχτή και συμπεριληπτική δημοκρατική κινητοποίηση ή θα μετατραπεί σε μια νέα εκδοχή του ήδη γνώριμου εθνικιστικού λόγου;». Η απάντηση θα καθορίσει, όπως επισημάνθηκε, όχι μόνο την τύχη του ίδιου του κινήματος, αλλά και το κατά πόσο μπορεί να αναδυθεί στην Αλβανία μια διαφορετική μορφή πολιτικής συμμετοχής, πέρα από τα παραδοσιακά κόμματα.
Η αλβανική κοινότητα και οι κινητοποιήσεις στην Ελλάδα
Για τις πτυχές της κινητοποίησης της αλβανικής κοινότητας στην Ελλάδα και για τους λόγους για τους οποίους η συμμετοχή ήταν σχετικά περιορισμένη μίλησε ο Flori Qyqja. Όπως ανέφερε, οι κινητοποιήσεις στην ελληνική πρωτεύουσα αποφασίστηκαν σε ένδειξη αλληλεγγύης του αλβανικού πληθυσμού που ζει στην Αθήνα προς το κίνημα που αναπτύχθηκε στη γειτονική χώρα. Η συμμετοχή σε αυτές ήταν ετερόκλητη (στις εγχώριες κινητοποιήσεις συμμετείχαν άνθρωποι του κινήματος, οργανώσεις της Αριστεράς, αλλά και άνθρωποι με καθαρά αλβανική ταυτότητα), γεγονός που δείχνει ότι «υπάρχει κι εδώ μια τάση που δεν μπορούσε να εκφραστεί το προηγούμενο διάστημα και τώρα βγαίνει στην επιφάνεια».
Όπως υποστήριξε ο ομιλητής, ενώ αρχικά οι κινητοποιήσεις αντικατόπτριζαν την κατάσταση στην Αλβανία, από ένα σημείο και μετά στράφηκαν στα προβλήματα των Αλβανών μεταναστών που ζουν στη χώρα μας (άδειες παραμονής, ιθαγένεια και συντάξεις της πρώτης γενιάςμεταναστών). Αναφερόμενους στους λόγους για τους οποίους η συμμετοχή «έμεινε μακριά από την εκπροσώπηση του συνολικού αριθμού των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα», ο F. Qyqjaεπισήμανε ότι στη σκέψη πολλών από αυτούς «η Αλβανία έχει πάρει έναν άλλο δρόμο, εμείς εδώ, έπειτα από δεκαετίες, έχουμε έναν διαφορετικό».
Παράλληλα, υπάρχουν, όπως επισημάνθηκε, μηχανισμοί του σοσιαλιστικού κόμματος του Ε. Ράμα που παραμένουν ενεργοί στην Ελλάδα, επηρεάζοντας τον πληθυσμό, ενώ και οκατακερματισμός της αλβανικής διασποράς στη χώρα μας έχει ως αποτέλεσμα «μεγάλο κομμάτι του αλβανικού πληθυσμού να μην έχει καμία σχέση και να μην ασχολείται ποτέ», σε αντίθεση με σε άλλες χώρες. Ο ομιλητής αναφέρθηκε ακόμη στον φόβο που νιώθει ο αλβανικόςπληθυσμός που ζει στην Ελλάδα και στον τρόπο με τον οποίο αυτός καθορίζει τη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, καθώς «ο ρατσισμός παίζει ρόλο στο να κατέβει ο κόσμος στο δρόμο και να διεκδικήσει». Ωστόσο, συνολικά, «η προσπάθεια της αλβανικής διασποράς στον πλανήτη να ενεργοποιηθεί στο Κίνημα των Φλαμίγκο» ήταν, όπως επισημάνθηκε, «θεαματική και πολύ μεγάλο πλήγμα για τον Ράμα».
Ποιος αποφασίζει τελικά για το μέλλον ενός τόπου;
Η Αγγελική Μητροπούλου υπογράμμισε ότι όσα παρατηρούνται σήμερα στην Αλβανία, παρότι εμφανίζονται με διαφορετική ένταση, έκταση και ταχύτητα, δεν είναι άγνωστα στην ελληνική εμπειρία. Οι εξελίξεις στη γειτονική χώρα μπορούν, επομένως, να ιδωθούν και υπό το πρίσμαδιαδικασιών που έχουν ήδη εκδηλωθεί σε ελληνικούς τουριστικούς προορισμούς και σε μεγάλες αστικές αναπλάσεις: «Προστατευόμενες περιοχές των οποίων το καθεστώς προστασίας μεταβάλλεται με νομοθετικές ρυθμίσεις, αμφισβητήσεις του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, άδειες που δεν δημοσιοποιούνται, περιφράξεις και περιορισμοί της πρόσβασης σε δημόσιο χώρο, καθώς και διαβουλεύσεις που ακολουθούν αντί να προηγούνται των αποφάσεων, είναι μοτίβα που απαντώνται, σε διαφορετικές εκδοχές, και στις δύο χώρες», όπως υποστήριξε η ομιλήτρια.
Αναφερόμενη στις περιπτώσεις της Πολυαίγου, της Ίου, της Σερίφου, της Κέρκυρας και του Ελληνικού, η Α. Μητροπούλου ανέδειξε τις ομοιότητες που παρατηρούνται ανάμεσα στις δύο πλευρές των συνόρων, συμπεραίνοντας ότι «η Αλβανία δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά μέρος μιας διαδικασίας τουριστικοποίησης που είναι ήδη ορατή στον χώρο της Αδριατικής και του Ιονίου».
Όσον αφορά τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, η κεντρική αντίφαση, σύμφωνα με την εισηγήτρια,είναι ότι «η προστασία δεν λειτουργεί κατ’ ανάγκη ως εμπόδιο στην επένδυση, καθώς το προστατευόμενο φυσικό τοπίο αποτελεί συχνά μέρος της ίδιας της αξίας του τουριστικού προϊόντος». Την ίδια στιγμή, «η περιβαλλοντική υποβάθμιση σπάνια συντελείται με μία μεγάλη και αναγνωρίσιμη πράξη. Προκύπτει σωρευτικά, μέσα από επιμέρους παρεμβάσεις, καθεμία από τις οποίες μπορεί να συνοδεύεται από τη δική της άδεια, εξαίρεση ή εκ των υστέρων τακτοποίηση», σημείωσε η Α. Μητροπούλου.
Καθώς «το ερώτημα είναι εάν και πόσο χώρο αφήνει αυτό το μοντέλο στους κατοίκους», τέτοιου είδους επενδύσεις συνδέονται, όπως επισημάνθηκε, άμεσα με το ζήτημα των ανισοτήτων: «Η ανισότητα δεν αποτελεί απλώς μια ανεπιθύμητη παρενέργεια της ανάπτυξης, αλλά παράγεται από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται ο χώρος, η πρόσβαση και τα οφέλη της». Έτσι, «ένα κοινό αγαθό δεν χρειάζεται να χάσει θεσμικά τον δημόσιο χαρακτήρα του, για να πάψει στην πράξη να είναι κοινό. Αρκεί η πρόσβαση σε αυτό να γίνεται σταδιακά δυσκολότερη ή πιο επιλεκτική». Αντίστοιχα, «η τοπική κοινωνία μπορεί να βρεθεί από τη θέση της συνομιλήτριας στη θέση της αποδέκτριας αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί».
Ως εκ τούτου, κρίσιμος είναι, όπως υπογράμμισε η Α. Μητροπούλου, ο ρόλος του κράτους και συγκεκριμένα η μετατόπισή του «από ρυθμιστή σε διευκολυντή της επενδυτικής διαδικασίας, με θεσμούς που εμφανίζονται αποτελεσματικοί στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, αλλά πολύ λιγότερο στον έλεγχο, στην αποκατάσταση και στην αντιμετώπιση των παραβάσεων». Όπως είπε, «η γλώσσα της “στρατηγικής επένδυσης” δεν λειτουργεί μόνο ως τεχνικός ή διοικητικός χαρακτηρισμός. Εντάσσει μια ιδιωτική επενδυτική επιλογή σε ένα αφήγημα δημόσιου συμφέροντος και περιορίζει τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί χωρίς η αμφισβήτηση να εμφανίζεται ως αντίθεση στην ίδια την ανάπτυξη». Στο σημείο αυτό η σύγκριση με την Αλβανία αναδεικνύει, όπως τονίστηκε, μια διαφορά στη μορφή περισσότερο παρά στη λογική του μοντέλου: εκεί η πολιτική διευκόλυνση είναι πιο προσωποποιημένη, ενώ στην ελληνική περίπτωση έχει αποκτήσει θεσμική συνέχεια και διαπερνά διαφορετικές κυβερνητικές περιόδους.
Η πιο ενδιαφέρουσα πάντως ασυμμετρία ανάμεσα στις δύο χώρες, εντοπίζεται, όπως υποστήριξε η Α. Μητροπούλου, στο πεδίο των κοινωνικών αντιδράσεων. Στην Αλβανία, η περιορισμένη δυνατότητα θεσμικής παρέμβασης συνέβαλε στη μεταφορά της αντίδρασης στον δρόμο και στη συγκρότηση ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού αιτήματος. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ύπαρξη θεσμικών διαύλων, οι οποίοι συχνά αποδεικνύονται αργοί ή περιορισμένης αποτελεσματικότητας, έχει οδηγήσει σε άλλες μορφές διεκδίκησης: μέσα από συλλόγους και σωματεία, υπομνήματα, προσφυγές και δικαστικές διαδικασίες, καθώς και μέσα από τοπικές πρωτοβουλίες που παραμένουν συχνά κατακερματισμένες και επωμίζονται σημαντικό θεσμικό και οικονομικό κόστος.
Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν είναι, όπως τονίστηκε, «μόνο τα φλαμίγκο», ούτε αποκλειστικά η προστασία ενός συγκεκριμένου οικοσυστήματος. Το βαθύτερο ερώτημα είναι «ποιος αποφασίζει για το μέλλον ενός τόπου, με ποιες διαδικασίες, με ποια συμμετοχή της κοινωνίας και με ποια κατανομή του κόστους και του οφέλους».
Το βίντεο της εκδήλωσης: https://youtu.be/r5AuJeDKYEI?si=z3hBwA_1am61cktZ








