Σε συνέχεια της κατάθεσης διαδοχικών μέσων κοινοβουλευτικού ελέγχου για το παρόν και το
μέλλον της ελληνικής γουνοποιίας και εκτροφής γουνοφόρων ζώων, με την παρούσα Ερώτηση
επαναφέρω το θέμα, με αφορμή σχετική Επιστολή του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εκτροφέων
Γουνοφόρων Ζώων, η οποία μου εστάλη την 17η Ιουνίου.
Η ελληνική γουνοποιία, όπως εμπεριστατωμένα αναδεικνύεται στην Επιστολή, αποτελεί έναν
από τους πλέον ιστορικούς και εξωστρεφείς παραγωγικούς κλάδους της Χώρας, με διαχρονική
παρουσία που ξεπερνά τους πέντε αιώνες και με επίκεντρο τη Δυτική Μακεδονία, ιδίως την
Καστοριά και τη Σιάτιστα. Μέχρι και πριν από τρεις δεκαετίες, ο κλάδος βρισκόταν στο απόγειό του,
αποτελώντας βασικό πυλώνα της τοπικής και εθνικής οικονομίας. Εκτιμάται ότι στήριζε άμεσα και
έμμεσα έως και 30.000 – 40.000 θέσεις εργασίας, ενώ περισσότερες από 2.000 επιχειρήσεις
δραστηριοποιούνταν στον τομέα, στην πλειονότητά τους μικρές οικογενειακές μονάδες.
Ουσιαστικά, δεκάδες χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνταν από τη γουνοποιία, διαμορφώνοντας έναν
ισχυρό κοινωνικό και οικονομικό ιστό στην περιφέρεια.
Παράλληλα, αναπτύχθηκε δυναμικά ο τομέας της εκτροφής γουνοφόρων ζώων, ο οποίος
αποτέλεσε βασικό πυλώνα στήριξης του κλάδου για περίπου δύο δεκαετίες ενισχύοντας την
αυτάρκεια του κλάδου. Σε περιόδους αιχμής η παραγωγή προσέγγιζε τα δύο εκατομμύρια ζώα
ετησίως, καθιστώντας την Ελλάδα σημαντικό παραγωγό σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
[1]Η συμβολή της γουνοποιίας στην εθνική οικονομία υπήρξε διαχρονικά σημαντική.
Πρόκειται για έναν κατεξοχήν εξαγωγικό κλάδο, με παρουσία σε απαιτητικές διεθνείς αγορές και
κύκλο εργασιών που, σε περιόδους υψηλής ζήτησης, ξεπερνούσε τα 250 – 500 εκατομμύρια ευρώ
ετησίως, ενισχύοντας ουσιαστικά το εμπορικό ισοζύγιο της Χώρας.
Σήμερα, παρά τις ενδείξεις περιορισμένης ανάκαμψης της επιχειρηματικής δραστηριότητας
και αναζήτησης νέων αγορών, ο κλάδος βρίσκεται σε οριακό σημείο και σε καθεστώς ταχείας
αποδόμησης.
Η παρατεταμένη αβεβαιότητα που επικρατεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο πλαίσιο της
συζήτησης για την πρωτοβουλία «Fur Free Europe» και των σχετικών προτάσεων πολιτικής, καθώς
και η αναμενόμενη τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό τον αρμόδιο Επίτροπο Υγείας &
Ευζωίας των Ζώων, σχετικά με το ενδεχόμενο νομοθετικών πρωτοβουλιών που αφορούν σε
μελλοντική ρύθμιση (βελτιώσεις στην καλή διαβίωση των ζώων) ή περιορισμό της εκτροφής
γουνοφόρων ζώων στην Ε.Ε, έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον διαρκούς ανασφάλειας, χωρίς
σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο και χωρίς οριστική απόφαση για το μέλλον του κλάδου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πραγματικότητα είναι πλέον αδιαμφισβήτητη: η ελληνική
γουνοποιία και ο κλάδος εκτροφής γουνοφόρων ζώων δεν αντιμετωπίζουν απλώς κρίση, αλλά
ζήτημα επιβίωσης και οδηγούνται σε σταδιακή κατάρρευση χωρίς επίσημη απόφαση, χωρίς
μεταβατικό σχέδιο και χωρίς θεσμική ασφάλεια.
Ήδη οι συνέπειες είναι ορατές, καθώς επιχειρήσεις κλείνουν ή υπολειτουργούν, επενδύσεις
παγώνουν, νέες γενιές εγκαταλείπουν το επάγγελμα και ο παραγωγικός ιστός της Δυτικής
Μακεδονίας αποδυναμώνεται με ταχύ ρυθμό, οδηγώντας σε de facto συρρίκνωση ενός ιστορικού
κλάδου που άλλοτε στήριζε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες.
Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει αναγνώριση του γεγονότος ότι η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε
ουσιαστικά βήματα βελτίωσης της ευζωίας των ζώων, με την επικύρωση του Οδηγού Ευζωίας
Εκτρεφόμενων Μινκ – Οδηγού Καλών Πρακτικών και Δεικτών Εκτίμησης από τη Γενική
Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, ο οποίος θέτει
συγκεκριμένα, ελέγξιμα πρότυπα λειτουργίας. Μια ενδεχόμενη οριζόντια απαγόρευση σε επίπεδο
Ε.Ε. δεν θα βελτιώσει την ευζωία των ζώων. Αντιθέτως, θα μεταφέρει απλώς την παραγωγή εκτός
Ευρώπης, σε χώρες με χαμηλότερα ή ανύπαρκτα πρότυπα ελέγχου, ακυρώνοντας κάθε
περιβαλλοντικό και ηθικό επιχείρημα.
Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας για τη μελλοντική πορεία του κλάδου αποτελεί και το γεγονός
ότι μετά την ένταξη του αμερικανικού μινκ στον κατάλογο των εισβλητικών ξένων ειδών σύμφωνα
με τον Κανονισμό (Ε.Ε) αριθ. 1143/2014, καθίσταται επιτακτική ανάγκη η Χώρα μας να προχωρήσει
[2]στην κατάθεση αιτήματος προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την κατ’ εξαίρεση συνέχιση και
θεσμική ρύθμιση της εκτροφής του, στο πλαίσιο των προβλεπόμενων δυνατοτήτων του εν λόγω
Κανονισμού, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την προστασία της βιοποικιλότητας και τη βιωσιμότητα
του παραγωγικού κλάδου.
Επομένως, με βάση τα ως άνω, ο κλάδος ορθώς διεκδικεί άμεσες ενέργειες, προκειμένου να
αναδειχθεί η πραγματική εικόνα της κατάρρευσης που συντελείται, με πρωτοβουλίες σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως με την αποστολή Επιστολής προς τον Επίτροπο Υγείας & Ευζωίας των
Ζώων. Στόχος είναι η διασφάλιση της συνέχισης της νόμιμης εκτροφής γουνοφόρων ζώων, η
αναγνώριση της κρίσιμης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας του κλάδου για τη Δυτική
Μακεδονία, η ανάγκη άμεσης και σαφούς απόφασης της Ε.Ε. χωρίς περαιτέρω αβεβαιότητα, καθώς
και η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού, εφαρμόσιμου και εναρμονισμένου πλαισίου λειτουργίας.
Δεδομένου ότι, όπως επανειλημμένως έχω επισημάνει, ο κλάδος αποτελεί κρίσιμο πυλώνα
για τη Δυτική Μακεδονία, μια περιφέρεια που ταυτόχρονα βιώνει πολλαπλές καταστροφικές
συνέπειες εξαιτίας της επιλογής της Κυβέρνησης να επιβάλει την τροχάδην βίαιη απολιγνιτοποίηση,
ερήμην της τοπικής κοινωνίας και σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα (αναλυτικά η υφιστάμενη
κατάσταση του τόπου μας, στην Αιτιολογική Έκθεση της αριθμ. 306/30/22.1.2025 Τροπολογίας μου
«Ρήτρα Δίκαιης Μετάβασης για τη Δυτική Μακεδονία»).
Δεδομένου του κατεπείγοντος χαρακτήρα του ζητήματος για τη βιωσιμότητα του κλάδου.
Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:
1) Ποια είναι η έμπρακτη απάντηση της Κυβέρνησης στην έντονη δικαιολογημένη ανασφάλεια
που βιώνει η ελληνική γουνοποιία και εκτροφή γουνοφόρων ζώων, όπως ανωτέρω αποτυπώθηκε
βάσει της σχετικής Επιστολής του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εκτροφέων Γουνοφόρων Ζώων;
2) Ποιες πρωτοβουλίες προτίθεστε άμεσα να αναλάβετε σε επίπεδο Ε.Ε. -επί παραδείγματι, όπως
προτείνεται, με την αποστολή Επιστολής προς τον Επίτροπο Υγείας & Ευζωίας των Ζώων-
προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχιση της νόμιμης εκτροφής γουνοφόρων ζώων, η
αναγνώριση της κρίσιμης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας του κλάδου για τη Δυτική
Μακεδονία, η ανάγκη άμεσης και σαφούς απόφασης της Ε.Ε. χωρίς περαιτέρω αβεβαιότητα,
καθώς και η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού, εφαρμόσιμου και εναρμονισμένου πλαισίου
λειτουργίας;
3) Υπάρχει κάποιο ολοκληρωμένο σχέδιο της Κυβέρνησης για το παρόν και ιδίως το μέλλον της
γουνοποιίας και εκτροφής γουνοφόρων ζώων στη Δυτική Μακεδονία; Εάν ναι, ποιες ενέργειες
περιλαμβάνει και εντός ποιου συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος υλοποίησης;
[3]4) Γιατί αφήσατε αναπάντητη την αριθμ. 4741/24.4.2026 Ερώτησή μου «Επείγουσα αναγκαιότητα ενός
εξειδικευμένου προγράμματος προσέλκυσης εργαζομένων στη γουνοποιία, για να αντιμετωπιστεί η έντονη
έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού», την οποία κατέθεσα ξανά με την αριθμ. 5792/2.6.2026 Ερώτησή
μου «Αναπάντητη η Ερώτηση για την επείγουσα αναγκαιότητα ενός εξειδικευμένου προγράμματος
προσέλκυσης εργαζομένων στη γουνοποιία, ώστε να αντιμετωπιστεί η έντονη έλλειψη ανθρώπινου
δυναμικού», που ακόμα και αυτή παραμένει χωρίς απάντηση;
Ο Ερωτών Βουλευτής
Κουκουλόπουλος Παρασκευάς (Πάρις)









