Αραγμένος στο μαγαζί του, στην Ταβέρνα του Ψαρά στην Πολυκάρπη, ένας απ’ τους 50 επαγγελματίες της λίμνης ετοιμάζεται για ψάρεμα. «Βγαίνω και παίρνω ό,τι χρειάζομαι, είμαι χαλαρός τώρα, είμαι ψαράς της πλάκας…», σταράτα και καλαμπουρτζίδικα στα λέει απ’ την αρχή. «Είχε ένα ψάρι που μας έδινε καλό μεροκάματο, την πεταλούδα, αυτές του κιλού ψαρεύαμε, χτυπούσαμε και έναν τόνο τη μέρα, όση δουλειά ήθελες είχες. Για να συνέλθει, θέλει μια 5ετία», προσθέτει. Ξέχνα τις πεταλούδες που ήξερες. «Αυτές που έχει εδώ, δεν γίνονται στις άλλες λίμνες. Εγώ τις λέω “καμένες”, ατάιστες, δεν είναι εμπορεύσιμες. Εδώ ήταν ένα μπόι όλες, αν φας καπνιστή πεταλούδα, θα πάθεις πλάκα». Εμ… πεταλούδα γιοκ. Αλλο ψάρι θα πιάσουμε σήμερα…
Μια γραμμή ξύλα έχει φτιάξει στη λίμνη και ρίχνει τα δίχτυα εκεί. Τούρνες πιάνει και γριβάδια: «τα περσινά ήταν αξιοπερίεργα, σαν μποτίλιες από πετρογκάζι» – άκου χαρακτηρισμό. Γριβάδια πιάνουν και με τον πεζόβολο, μεγάλη ιστορία το ρίξιμό του στην Καστοριά. «Είναι για ρηχό νερό, για το διάστημα που βγαίνουν να γεννήσουν. Πρέπει να ‘ρθουν κοντά σου. Αυτό είναι το “τελείωμά” τους, άμα τα καμάκωσες από κάτω, τέλος», εξηγεί και αγκαλιάζει το δίχτυ, το φέρνει τούμπα, το πετάει, όσες φορές το χρειαζόμαστε, με την ίδια ακρίβεια.
Βολτάρεις ωραία μαζί του στη λίμνη. Στον Αϊ-Σωτήρα, στο ΝΟΚ, που είναι το πιο βαθύ της σημείο· οπουδήποτε αλλού, 5-6 μ. μετράς. Θολούρα; Να μη βλέπεις κάτω τίποτα! «Αμα πέσεις, τελείωσες, όσο δεινός κολυμβητής κι αν είσαι». Τι; Κρατιέσαι απ’ τα κουπιά, τις μηχανές, σφίγγεις τα δόντια, τα δάχτυλα όπου βρεις…Και σαν τον πεζόβολο, τούμπα έρχεται η κουβέντα, στις πλαστικές βάρκες που ‘χει πέσει ο κόσμος, στα νερά που ήταν πίτα στο ψάρι, στο… μάτι μας, που λέει, δεν είναι καθόλου ψαρικό… Πώς να ‘ναι, ρε Τάσο; Μόλις ξεκίνησε η μύηση! Ασε που μάθαμε ένα κάρο ιστορίες με 1 ώρα δουλειάς!


