Καλλίνικος
ἐλέῳ Θεοῦ Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστορίας πρός τόν Εὐαγῆ Κλῆρο καί τόν Εὐσεβῆ Λαό
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
«Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις καί ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς Ἀναστάσεως, Χριστόν ἐξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα ἐπινίκιον ἄδοντες».
Ἡ λαμπρά πανήγυρις τῶν Ὀρθοδόξων, τό Χριστιανικό Πάσχα, δέν κοσμείται μόνον μέ φῶτα, θυμιάματα, ἤχους, ἱερά σκεύη και, γενικά, μέ ἐξωτερικά και συμβολικά στολίδια. Κοσμεῖται καί μέ ὑψηλά νοήματα, μέ φωτεινές γνώσεις καί μέ Χάρη.
Τό ὡς ἄνω τροπάριο του Κανόνα τῆς Ἀναστάσεως, καλεῖ ὅλους ἐμᾶς τούς πανηγυριστές, να γίνουμε Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, να γίνουμε Μυροφόροι και Μυροφόρες. Νά δοῦμε καί ἐμεῖς τόν Αναστάντα Χριστό. Νά ἀκούσουμε ἀπό τό ἅγιο στόμα του τό γλυκύτατο «χαίρετε». Καί νά ψάλλουμε τήν ἐπινίκιο, κατά τοῦ θανάτου και κατά τῆς λύπης, ὠδή, ἤτοι τό Χριστός ἀνέστη!
Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό, χρειάζεται ἡ καθαρότητα τῶν αἰσθήσεών μας: «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις…».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁμιλεῖ γιά τίς σωματικές και τίς ψυχικές αἰσθήσεις. Στις σωματικές αἰσθήσεις βασιλεύει ἡ όραση και στις ψυχικές αισθήσεις ὁ νοῦς, πού εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς.
Διδάσκει ἡ νηπτική μας παράδοση, διά τῶν ἁγίων Πατέρων, να καθαρίσουμε τόν νοῦ, τήν διάνοια, την γνώμη, την φαντασία καί τήν αἴσθηση. Νά τά καθαρίσουμε ἀπό τίς κακές ἐπιθυμίες, ἀπό τόν θυμό, ἀπό τούς πονηρούς λογισμούς. Καί μέ τήν νήψη νά ἀποκόπτουμε γενικά τίς ἐμπαθεῖς κινήσεις τῶν ψυχικῶν αισθητηρίων.
Καί νά ἀποστρέφουμε τούς ὀφθαλμούς μας ἀπό ἁμαρτωλά θεάματα, τά ὁποῖα τρελαίνουν τούς ἀνθρώπους, μεγάλους και νέους. Νά ἀποστρέφουμε την ακοή μας από κατακρίσεις, ἀργο- λογίες, συκοφαντίες, αἰσχρολογίες. Καί μέ τήν ἐγκράτεια να χαλιναγωγούμε γενικά τις σωματικές αἰσθήσεις.
Ὅταν το κάνουμε αὐτό, ὅταν ἀκολουθήσουμε αὐτήν τήν θεραπευτική μέθοδο, τότε μέ ψυχική και σωματική καθαρότητα θά δοῦμε τόν Χριστό ἐξαστράπτοντα, μέσα στό ἀπρόσιτο ἄκτιστο Φῶς.
Γιατί τό ἄκτιστο, δηλαδή τό ἀδημιούργητο, Φῶς τοῦ Θεοῦ λέγεται καί εἶναι ἀπρόσιτο;
Διότι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τό προσεγγίσει, νά τό πλη- σιάσει, νά τό δεῖ, νά μεθέξει τοῦ Φωτός αὐτοῦ, μέ τίς δικές του δυνάμεις. Παρά μόνον ἐάν καί ὅταν ὁ Θεός θελήσει να λάμψει τό Φῶς Του στόν ἄνθρωπο. Εἶναι Φῶς πού δέν ἐλέγχεται ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τά ἐργαλεῖα του.
Λάμπει, ὅμως, καί γίνεται αισθητό καί φωτίζει καί ἁγιάζει και χωρεῖται στούς καθαρούς στην ψυχή καί τό σῶμα, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε).
Και μόνον όταν καθαρθοῦν οἱ σωματικές καί ψυχικές αισθήσεις μας, θά ἀκούσουμε το «χαίρετε!», τό φάρμακο αὐτό κατά τῆς λύπης και κατά τοῦ φόβου.
Το χαίρετε τοῦ Ἀναστάντος, ἀναφέρεται στην χαρά τήν ὁποία ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός στους Μαθητές Του, πριν το Πάθος Του: «πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία. καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ ̓ ὑμῶν» (Ἰω. ις‘). Εἶναι ἡ χαρά ἡ ἀναφαίρετη. Ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τόν Θεάνθρωπο, τόν Παθόντα, Σταυρωθέντα καί Αναστάντα Χριστό, τον νικήσαντα τόν μεγάλο καί ἔσχατο εχθρό μας, τον θάνατο.
Αὐτές οἱ ἀλήθειες δείχνουν, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὅτι ἡ πίστη μας δέν εἶναι ἰδεολογική, φανταστική, συναισθηματική, ούτο- πική, μαγική. Δέν εἶναι πίστη ἀπροϋπόθετη καί ἀπαίδευτη.
Ἡ πίστη μας εἶναι ἀληθινή, θεραπευτική, δίκαιη. Εἶναι ἀνώ τερη ἐμπειρική ἐπιστήμη. Εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῶν θείων.
Γι‘ αὐτό, κατά την μεγάλη αὐτή ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἄς ρωτήσουμε τήν ταλαίπωρη ψυχή μας:
-Δέν θέλεις, ψυχή, νά ἔχεις καθαρές αἰσθήσεις;
– Δέν ἐπιθυμεῖς νά κατοικεῖς σέ σῶμα ἁγνό;
– Δέν ἀγωνιᾶς γιά καθαρό λογισμό καί φωτεινές σκέψεις;
– Δέν θέλεις να ψάλλεις πάντα τόν ἐπινίκιο κατά τοῦ θανάτου παιάνα;
-Μήπως ἀρνεῖσαι τήν ἀναφαίρετη χαρά;
– Μήπως ἀρκεῖσαι στό νά ἀκοῦς περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν ποθεῖς νά Τόν δεῖς καί νά ἑνωθεῖς μαζί Του;
Ἐάν πράγματι, ἀγαπητοί ἀδελφοί, πεινοῦμε καί διψοῦμε γιά την Ζωή, γιά τήν Ἀγάπη, γιά τήν Χαρά, γιά τόν Χριστό, ἂς ἀκούσουμε τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς στοργική Μητέρα και πάνσοφη Επιστήμων, μᾶς μυσταγωγεῖ μέ τίς λατρευτικές περιόδους. Μᾶς μαθαίνει τήν μέθοδο θεραπείας καί μᾶς καθοδηγεῖ στήν ὁδό τῆς γνώσεως. Μᾶς χαρίζει την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, για να καθαρίσουμε τις αἰσθήσεις μας καί νά ἑορτάσουμε Πάσχα χριστιανικό.
Τί σημαίνει νά ἑορτάσουμε το Πάσχα;
Ἴσως σέ μιά πρώιμη καί ἄγουρη πνευματική ηλικία, να σημαίνει τήν λαπρότητα τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, τήν φωταγωγία τῶν ἱερῶν Ναῶν, τήν κατανυκτική μεγαλοπρέπεια τῶν ἐκκλησια- στικῶν ὕμνων.
Σύμφωνα όμως μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τόν συνθέτη τοῦ Κανόνα τῆς Ἀναστάσεως, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τήν σύνολη Πατερική παράδοση, ἑορτή τοῦ Πάσχα σημαίνει:
Νά δοῦμε τόν Χριστό ἐν τῷ Φωτί. Νά ἀκούσουμε το Χαίρετε καί νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν λύπη καί ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου. Καί νά ψάλλουμε τήν ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό μέσα ἀπό καθαρή καρδιά.
«Καθαρθῶμεν», λοιπόν ἀδελφοί «τάς αἰσθήσεις και οψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς Ἀναστάσεως, Χριστόν ἐξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα ἐπινίκιον ἄδοντες»
Μέ θερμές ἀναστάσιμες ευχές
Ὁ Μητροπολίτης
Ὁ Καστορίας Καλλίνικος









