Το Νεστόριο, μαστοροχώρι της Πίνδου, στέκει δεμένο με την πέτρα και τη μνήμη. Ένας τόπος πολυπαθής, που έμαθε να αντέχει ,να χτίζει με τα χέρια και να σωπαίνει με την καρδιά.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, το χωριό ζούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μια η παράδοση, οι μαστόροι, το καμπαναριό και οι παλιές συνήθειες, από την άλλη ένας κόσμος που άλλαζε γρήγορα, φτάνοντας μέχρι εκεί μέσα από φωνές μακρινές και ψιθύρους.
Κι όμως, μέσα στη σιωπή και τις δυσκολίες, το Νεστόριο συνέχιζε να στέκει όρθιο,κρατώντας βαθιά μέσα του όσα δεν λέγονταν.
Η άνοιξη εκείνης της χρονιάς δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Ήρθε με παγωνιά και πήρε μαζί της τα λουλούδια. Οι αυλές έμειναν γυμνές και τα περιβόλια σιωπηλά, σαν να κρατούσαν κι αυτά την ανάσα τους.
Τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές έβαφαν αυγά και φούρνιζαν τσουρέκια. Η Χαρίκλεια άναψε τον φούρνο.
‘’Φέρτε κι από δω, μη μείνει σπίτι χωρίς τσουρέκι!’’
Κι έτσι, κέρασε όλη την πλατεία.
Μα λουλούδια δεν υπήρχαν.
‘’Τα έκαψε όλα ο πάγος…’’
Μετά τα Δώδεκα Ευαγγέλια, μαζεύτηκαν στην εκκλησία.
Η Χαρίκλεια στάθηκε μπροστά, μαζί με την Κυριακούλα, ροδομάγουλη βοσκοπούλα, παιδί του βουνού, πρώην αντάρτισσα, με μάτια που είχαν δει περισσότερα απ’ όσα έλεγε.
Η Χαρίκλεια την είχε μαζέψει και της στάθηκε σαν μάνα. Και στις αρχές του ’60 της άλλαξε τη ζωή.
Τότε της γνώρισε τον Κρητικό. Και την πάντρεψε. Τον έλεγαν Μανώλη. Ήταν χωροφύλακας. Είχε πάρει τον δρόμο για το Άγιο Όρος. Ένας έρωτας και μια βεντέτα τον είχαν διώξει από το χωριό του. Η Χαρίκλεια τον συνάντησε στο λεωφορείο για τη Χαλκιδική, πηγαίνοντας στην κόρη της, την Κυβέλη, στην Ιερισσό, όπου ζούσε με τον Ιωσήφ, εργάτη στα μεταλλεία χρυσού.
‘’Κατέβα’’ του είπε.
‘’Τελείωσα…’’
‘’Δεν τελείωσες.’’
Τον πήρε στο σπίτι. Τον κράτησε κρυφό από το χωριό ώσπου να έρθουν οι άδειες του γάμου από το πατριαρχείο που υπάγονταν η εκκλησία της Κρήτης.
Ο παπα-Μιχάλης βοήθησε. Τέλεσε το γάμο νύχτα !
Την ρώτησε : είσαι σίγουρη για αυτόν το γάμο ; Θα πετύχει;
Η Χαρικλεια απάντησε : θα δείξει ! Ο θεός ξέρει!
Και έδειξε.
Δίπλα τους στεκόταν η Ανδριάνα.
Από τα δεκατέσσερα στο βουνό. Μετά στις φυλακές Αβέρωφ ,στο «πανεπιστήμιο». Βασανισμένη, μα όρθια.
‘’Θα φτιάξουμε λουλούδια μόνες μας,’’ είπε.
Και τότε μαζεύτηκαν τα κορίτσια.
Η Θάλεια, η Μίνα, η Ελένη, η Μελπομένη, η Σοφούλα.
Η Θάλεια πρώτη.
‘’Δείξε μου’’ είπε.
Η Χαρίκλεια της έπιασε τα χέρια.
‘’Με την καρδιά.’’
Τα κράτησε λίγο παραπάνω. Σαν να την ξεχώριζε.
Χαρτί άσπρο και κόκκινο. Ψαλίδια. Υπομονή.
Η Κυριακούλα στάθηκε λίγο πιο πέρα. Έσκυψε το κεφάλι. Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά. Άρχισε το μοιρολόι με τη τρανταχτή φωνή της! Για μια στιγμή δεν ήταν πια στην εκκλησία. Ήταν πάλι στο βουνό. Στις νύχτες χωρίς φωτιά. Στους δρόμους χωρίς γυρισμό. Στις φωνές που κόπηκαν απότομα και στα πρόσωπα που δεν ξαναείδε ποτέ Ό,τι δεν είχε κλάψει τότε, γύρισε τώρα. Σήκωσε το κεφάλι. Και άρχισε.
Η φωνή της βγήκε βαθιά, σπασμένη ,όχι μόνο για τον Χριστό, αλλά για όλους τους χαμένους της.
——————————————————————————————————-
Μοιρολόι
Πού πας, Χριστέ μου, μοναχός,
μες στ’ άγρια τα σκοτάδια,
ποιος σε ’δεσε και σε ’δωσε
στα χέρια για τα καρφιά;
Τρία καρφιά σου μπήξανε,
άγιος πόνος σε πλακώνει,
κι ούτε νερό δεν σου ’δωσαν
να πεις τον τελευταίο λόγο.
Εσύ που εσυγχώρεσες
αυτούς που σε σταυρώσαν,
πες πώς βαστάει η καρδιά
τον πόνο και δεν σπάει.
Σήκω, καημένε Χριστέ μου,
μην κάθεσαι στο χώμα,
σε κλαίν’ στα βράχια οι σκοτωμένοι
και στα σίδερα οι δεμένοι,
σε κλαίν’ κοπέλες τυραννισμένες
και μάνες χαροκαμένες.
Μαύρισε ο ήλιος κι έσβησε,
κι όλη η γη βαριά βογγάει
σαν πληγωμένη μάνα.
Κι σαν εσέ σωπαίνω
——————————————————————————————————-
Το κλαρίνο του Θύμιου μπήκε σιγά, σαν να έσερνε τον πόνο.
Κανείς δεν μιλούσε.
Η Χαρίκλεια έμεινε ακίνητη. Τα μάτια της γέμισαν. Δεν τα σκούπισε. Τα άφησε να κυλήσουν αργά, σαν να τα χρωστούσε. Έκανε το σταυρό της.
‘’Θεέ μου…’’ ψιθύρισε.
Η Θάλεια την κοίταξε. Και θυμήθηκε.
Η Θάλεια κοιτούσε. Απομνημόνευε.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Επιτάφιος βγήκε αλλιώτικος.
‘’Οι γυναίκες τον έκαναν…’’
Τα παλικάρια στάθηκαν γύρω από τον Επιτάφιο και τον σήκωσαν στους ώμους,
για να πάρουν την ευλογία.
Μπροστά από τον Επιτάφιο υψώθηκε ο Σταυρός.
Για μια στιγμή κανείς δεν τον άγγιξε.
Ο Μανώλης προχώρησε αθόρυβα.
Έσκυψε και τον πήρε στον ώμο.
Η πομπή ξεκίνησε.
Το ξύλο έτριξε ελαφρά, σαν να θυμόταν κι αυτό.
Κατηφόριζε αργά, με βήμα σταθερό.
Όχι εύκολο.
Στο πλάι, η Κυριακούλα τον κοίταζε χωρίς να μιλά. Τα μάτια της γεμάτα παλιά χρόνια.
Ο Μανώλης δεν γύρισε. Μα βάραινε. Όχι από τον Σταυρό. Από όσα δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.
Στην πλατεία οι πομπές αντάμωσαν και στάθηκαν. Ο Σταυρός έμεινε στη μέση.
Για λίγο, όλα σώπασαν.Σαν να περίμεναν.Η Κυριακούλα έγνεψε ανεπαίσθητα. Κι εκείνος κράτησε λίγο πιο σφιχτά. Οι πομπές στάθηκαν αντικριστά, μέσα σε σιωπή και ψιθυρισμένες ευχές. Μα πίσω από τις ευχές υπήρχε κάτι βαρύτερο.
Η δουλειά όμως περίσσευε.
‘’Έναν όροφο ακόμα!’’ έλεγε ο Χρίστος.
‘’Έτσι είπε ο Στυλιανός Παττακός, για την επέτειο της Επανάστασης της 21ης Απριλίου…’’ ακούστηκε χαμηλόφωνα.
Τα γιαπιά δούλευαν μέρα νύχτα. Οι μαστόροι δεν έφευγαν πια για ξενιτιά. Η Καστοριά γνώριζε τότε μια περίοδο ευμάρειας,η γουνοποιία άνθιζε και το εμπόριο της γούνας έφερνε χρήμα και δουλειές.
Μα ο λόγος είχε δεθεί.
‘’Οι τοίχοι έχουν αυτιά ’’ είπε ο παπα-Μιχάλης. Κι όμως, την ώρα που το είπε, ένιωσε το βάρος της ίδιας του της σιωπής να τον πλακώνει.
Το Μεγάλο Σάββατο, από νωρίς, οι γυναίκες με τα μικρά παιδιά κατέβηκαν στην κάτω εκκλησία, στον Αη-Θανάση, για τη μικρή Ανάσταση. Ο παπα-Μιχάλης σκόρπισε δάφνες και το ‘’Ανάστα ο Θεός’’ αντήχησε κάτω από τις χαμηλές καμάρες. Η φωνή του έτρεμε ανεπαίσθητα ,όχι από τα χρόνια μόνο, αλλά κι από εκείνα που δεν μπορούσε να πει. Τα παιδιά σκόρπιζαν τα φύλλα γελώντας, κι οι γυναίκες σταυροκοπιόνταν.
Η Χαρίκλεια γύρισε στο σπίτι και έβαλε τη μαγειρίτσα να σιγοβράζει. Η Αναστασία, η νύφη της, στεκόταν δίπλα της.
‘’Μη βράσει πολύ!’’
‘’Ξέρω εγώ…’’
Το βράδυ, το χωριό φόρεσε τα καλά του.
Τα μικρά αγόρια από κάθε μαστορική οικογένεια πήραν τα μπαϊράκια της φατρίας τους.
Δεν ήταν πανιά.
Ήταν η ταυτότητά τους.
Κάθε μπαϊράκι κουβαλούσε το όνομα της φατρίας, τη μαστοριά, τα χρόνια της ξενιτιάς. Τα κρατούσαν τα παιδιά, μα πίσω τους στέκονταν γενιές.
Η Θάλεια τα κοιτούσε.
‘’Σαν όρκο τα κρατάνε…’’
Στην εκκλησία της Παναγιάς, ο παπα-Μιχάλης έψαλε το «Χριστός Ανέστη».
Και τότε, μέσα στη νύχτα, το καμπαναριό άστραψε. Οι λευκές πέτρες από το νταμάρι της Τσούκας πήραν το φως και το γύρισαν πίσω, σαν να ξημέρωνε πριν την ώρα του. Οι καμπάνες χτυπούσαν και το χωριό στεκόταν για λίγο ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Την Κυριακή του Πάσχα, στο σπίτι της Χαρίκλειας και του Πασχάλη, το τραπέζι γέμισε κόσμο. Ο Χρίστος γύριζε το αρνί και η Αναστασία φρόντιζε το κοκορέτσι.
‘’Για τη μάνα μου!’’ φώναξε και χόρεψε στο ρυθμό του Τσάμικου
Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.
‘’Αυστραλία!’’ φώναξε η Αναστασία.
Στη γραμμή ήταν ο Βλαδίμηρος, ο αδερφός της.
‘’Ακούγομαι;’’
‘’Καθαρά!’’
‘’Εδώ ο κόσμος αλλάζει…’’
Λιγες μέρες μετά…..
Ήταν βράδυ. Ο παπα-Μιχάλης, μόνος. Έκλεισε τα παντζούρια. Άναψε το ραδιόφωνο. Το γύρισε στα βραχέα. Παράσιτα.Κι ύστερα το BBC. Prague… Paris…
Έσκυψε πιο κοντά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν.’’Παιδιά…’’ ψιθύρισε. Έσφιξε το κομποσκοίνι.
Οι φωνές από το ραδιόφωνο μπλέχτηκαν με άλλες φωνές. Παλιάς εποχής. Δικές του.
Νύχτες. Τρέξιμο. Κρυψώνες.
Ονόματα που δεν έπρεπε να ειπωθούν. Ονόματα που ειπώθηκαν.
Έκλεισε απότομα το ραδιόφωνο. Η σιωπή έπεσε βαριά.
‘’Αργά…’’ είπε. Σηκώθηκε. Πήγε στην εκκλησία της Παναγίας. Δεν άναψε όλα τα καντήλια.
Μόνο ένα.
Κάθισε. Δεν προσευχόταν. Περίμενε.Η πόρτα άνοιξε δειλά.
Η Θάλεια.
‘’Παπά μου…’’
Δεν γύρισε αμέσως.
‘’Έλα, κόρη μου.’’ Πλησίασε. Κοντοστάθηκε.
‘’Θέλω να σου πω κάτι…’’
Ο παπα-Μιχάλης χαμογέλασε αχνά.
‘’Εσύ να μου πεις;’’
Σώπασε λίγο.
‘’Εγώ πρέπει να πω.’’
Η Θάλεια σήκωσε το βλέμμα.
Ο γέροντας έσκυψε. Τα χέρια του έτρεμαν.
‘’Ξέρεις ποιο είναι το πιο βαρύ αμάρτημα;’’
Δεν περίμενε απάντηση.
‘’Δεν είναι αυτά που κάναμε…’’
Σήκωσε το κεφάλι. ‘’Είναι αυτά που δεν κάναμε.’’ ‘’Ήμουν με τους φτωχούς…’’ είπε χαμηλά. ‘’Με τους κυνηγημένους… με τους δικούς μας.’’ ‘’Δεν το φώναξα ποτέ.’’
Κοίταξε το πάτωμα.
‘’Νόμιζα πως αν σωπάσω, θα γλιτώσουν.’’
Σήκωσε τα μάτια.
‘’Μα η σιωπή…’’
‘’η σιωπή παίρνει πάντα το μέρος του δυνατού.’’
Η Θάλεια πάγωσε.
‘’Τους έπαιρναν νύχτα…’’
‘’κι εγώ το πρωί τους διάβαζα’’
Η φωνή του έσπασε.
‘’Και το βράδυ… άκουγα.’’
Έδειξε με το κεφάλι του προς το που ήταν το ραδιόφωνο.
‘’Αλήθειες από μακριά…’’ ‘’κι εδώ… τίποτα.’’
‘’Και ο Θεός;’’ ψιθύρισε η Θάλεια
Ο παπα-Μιχάλης την κοίταξε βαθιά.
‘’Ο Θεός δεν φοβάται…’’ είπε ήσυχα.
‘’Ο άνθρωπος φοβάται.’’ Έσκυψε.
‘’Κι εγώ φοβήθηκα.’’ Το καντήλι τρεμόπαιξε.
‘’Και τώρα;’’
Ένα πικρό χαμόγελο.
‘’Τώρα τους ακούω…’’
Έδειξε πάλι προς το σκοτάδι.
‘’Και θυμάμαι.’’
Σήκωσε το χέρι. Την ευλόγησε.
‘’Εσύ να μη σωπάσεις.’’
Η Θάλεια έσκυψε. Κράτησε το χέρι του.
Ο παπα-Μιχάλης έμεινε μόνος. Το βλέμμα του πήγε στο σκοτάδι. Σαν να άκουγε ακόμα.
Prague… Paris…
‘’Ο κόσμος αλλάζει…’’ψιθύρισε.
Και για πρώτη φορά μέσα του, δεν ήθελε πια να σωπάσει.
Κι έτσι έμεινε εκείνο το Πάσχα χαραγμένο.
Ευμάρεια με σιωπή ή ελευθερία με κόστος;
Κανείς δεν απάντησε τότε. Μα όλοι το κουβαλούσαν μέσα τους.
Και χρόνια μετά, η Θάλεια ,μαζί με τη Μίνα, την Ελένη, τη Μελπομένη και τη Σοφούλα ,στόλιζαν τον Επιτάφιο. Και κάθε χρόνο έβαζαν ένα λουλούδι παραπάνω. Σαν να θυμόντουσαν,σαν να περίμεναν. Κι ανάμεσα στα λευκά, το ένα κόκκινο έλεγε ακόμη εκείνα τα λόγια που δεν σώπασαν ποτέ.
* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, βασισμένο σε ήθη και έθιμα του τόπου και κάποια πραγματικά γεγονότα.
Καλό Πάσχα!!









