Εμπορική συμφωνία Mercosur: Τι κερδίζουν και τι χάνουν οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι

mercosur (1)

Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς και του πρωτογενούς τομέα η συμφωνία Mercosur θα επιφέρει «μεικτές» επιπτώσεις στην ελληνική αγροτική παραγωγή.

Με ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας με τις χώρες της Mercosur, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία της μεγαλύτερης ζώνης ελεύθερου εμπορίου που έχει συνάψει ποτέ η Ένωση. Πρόκειται για μια ευρεία εταιρική συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το νοτιοαμερικανικό εμπορικό μπλοκ Mercosur, στο οποίο συμμετέχουν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουρουγουάη και η Παραγουάη. Η εξέλιξη αυτή, αν και συνοδεύεται από έντονες αντιδράσεις σε αρκετά κράτη, θα έχει σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς και του πρωτογενούς τομέα «μεικτές» επιπτώσεις στην ελληνική αγροτική παραγωγή.

Η ελληνική γεωργία θεωρείται σε μεγάλο βαθμό θωρακισμένη από τη συμφωνία, καθώς τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού με τις χώρες της Νότιας Αμερικής. Προϊόντα-ναυαρχίδες όπως το ελαιόλαδο, η φέτα και τα υπόλοιπα ελληνικά ΠΟΠ προστατεύονται ρητά από τις ρήτρες της συμφωνίας, ενώ τα φρούτα και τα εσπεριδοειδή εντάσσονται στον μηχανισμό της τιμής εισόδου, που ενεργοποιεί αυξημένους δασμούς όταν απειλείται η ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, η ελληνική αγροτική παραγωγή βασίζεται κυρίως στην ποιότητα και στη γεωγραφική ταυτότητα και όχι σε μαζικά προϊόντα χαμηλού κόστους, γεγονός που περιορίζει τον άμεσο ανταγωνισμό με τις εξαγωγές της Mercosur.

Την ίδια ώρα, η συμφωνία αναδεικνύει με μεγαλύτερη ένταση ένα χρόνιο και βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής: τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση της κτηνοτροφίας και ειδικά της αγελαδοτροφίας. Ο τομέας της βοοτροφίας στην Ελλάδα βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε τροχιά υποχώρησης, με τα στοιχεία να αποτυπώνουν μια σταθερή απώλεια παραγωγικής αυτάρκειας. Σήμερα η χώρα καλύπτει μόλις το 9% της εγχώριας κατανάλωσης σε μοσχαρίσιο κρέας, όταν πριν από τρία χρόνια το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 12%. Η σύγκριση με το παρελθόν είναι ακόμη πιο ενδεικτική, καθώς τη δεκαετία του 1980 η Ελλάδα παρήγαγε περίπου το 80% του μοσχαρίσιου κρέατος που κατανάλωνε.

Η δραματική αυτή μεταβολή αποδίδεται στο υψηλό κόστος παραγωγής, στις αυξημένες τιμές ζωοτροφών και ενέργειας, στη γραφειοκρατία, αλλά και στην απουσία ενός σταθερού, μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδίου για τη στήριξη της βοοτροφίας. Η σταδιακή εγκατάλειψη της αγελαδοτροφίας έχει οδηγήσει σε αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές, κυρίως από άλλες χώρες της ΕΕ.

Οι αυξημένες εισαγωγές βοδινού κρέατος από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη, στο πλαίσιο της συμφωνίας με τη Mercosur, αναμένεται να ασκήσουν καθοδικές πιέσεις στις τιμές παραγωγού στην ευρωπαϊκή αγορά, επηρεάζοντας έμμεσα και τους Έλληνες κτηνοτρόφους. Το χαμηλότερο κόστος παραγωγής στις χώρες της Νότιας Αμερικής, σε συνδυασμό με τους μειωμένους δασμούς, καθιστά το εισαγόμενο βοδινό πιο ανταγωνιστικό, συμπιέζοντας τις τιμές και περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους για την εγχώρια κτηνοτροφία. Σε ένα ήδη εύθραυστο περιβάλλον, όπου η ελληνική βοοτροφία αντιμετωπίζει υψηλά κόστη ζωοτροφών, ενέργειας και χρηματοδότησης, η διαρκής πίεση στις τιμές λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις και εκσυγχρονισμό, δημιουργώντας αντικίνητρα για την ανάπτυξη του τομέα και ενισχύοντας τον κίνδυνο περαιτέρω εγκατάλειψης της αγελαδοτροφίας.

Πηγή

Κοινοποίηση
recurring
Σας αρέσει το OlaDeka?
Κάντε μας like στο Facebook!
Κλείσιμο
Ola Deka Kastoria