Οι Ευρωπαίοι ηγέτες γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται αξιόπιστος εγγυητής της ασφάλειας της Ευρώπης, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για ισχυρότερη στρατιωτική και χρηματοοικονομική συνεργασία εντός της περιοχής.
Αν υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία, η ηγεσία της Αμερικής το κατέστησε απολύτως σαφές στο Νταβός: Όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα με τη Γροιλανδία, η Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας στον βαθμό που το έκανε μέχρι τώρα. Για να υπερασπιστούν τα κοινά τους συμφέροντα, τα ευρωπαϊκά κράτη πρέπει επειγόντως να εντείνουν τη στρατιωτική και χρηματοοικονομική τους συνεργασία, αναφέρει το Bloomberg.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγνωρίζουν αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ωστόσο, οι πράξεις τους υπολείπονται κατά πολύ όσων απαιτούνται να κάνουν.
Βεβαίως, το έργο που έχουν μπροστά τους είναι τεράστιο, καθώς απαιτεί ένα επίπεδο αλληλεγγύης που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένη να επιτύχει. Οι ιδρυτικές της Συνθήκες αφήνουν την άμυνα και τα δημοσιονομικά ζητήματα σε μεγάλο βαθμό στα μεμονωμένα κράτη-μέλη, περιπλέκοντας σημαντικά τις προσπάθειες για ταχύ επανεξοπλισμό.
Τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη διαθέτουν τις δικές του αμυντικές βιομηχανίες: η Γαλλία αγοράζει κυρίως γαλλικά προϊόντα, η Γερμανία γερμανικά. Το αποτέλεσμα είναι ένα δαπανηρό σύνολο οπλικών συστημάτων που δεν είναι πάντα συμβατά μεταξύ τους και δεν παράγονται σε μεγάλη κλίμακα.
Η Ευρώπη κατασκευάζει 50 κύρια άρματα μάχης τον χρόνο, ενώ η Ρωσία πάνω από 1.500. Ένα νέο γερμανικό Leopard 2A8 κοστίζει περίπου 29 εκατ. ευρώ, ένα ρωσικό T-90 γύρω στα 4 εκατ. ευρώ. Για τα λεγόμενα «στρατηγικά μέσα υποστήριξης», όπως η δορυφορική συλλογή πληροφοριών και οι αερομεταφορές, η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ.
Προβληματική χρηματοδότηση
Η χρηματοδότηση είναι εξίσου κατακερματισμένη. Η συμβολή κάθε χώρας της ΕΕ στην κοινή άμυνα εξαρτάται από τις δημοσιονομικές της δυνατότητες και τη δική της αξιολόγηση απειλής. Αυτό δημιουργεί μεγάλες ανισότητες και φαινόμενα «τζαμπατζήδων».
Η Γερμανία μπορεί να αντέξει μια επιπλέον δαπάνη 500 δισ. ευρώ, η Γαλλία όχι τόσο. Η Πολωνία, στην ανατολική πτέρυγα, δαπανά σχεδόν το 5% του ΑΕΠ για την άμυνα, η Ισπανία μόλις το 2%. Τα ευρωπαϊκά κράτη δεν διαθέτουν μηχανισμό αμοιβαίου κρατικού δανεισμού που θα τους επέτρεπε να χρηματοδοτήσουν συλλογικά, γρήγορα και φθηνά τον επανεξοπλισμό.
Λύσεις υπάρχουν. Ένας συνασπισμός πρόθυμων χωρών, κατά προτίμηση με τη συμμετοχή και του Ηνωμένου Βασιλείου, θα μπορούσε να συγκροτήσει έναν κοινό Ευρωπαϊκό Αμυντικό Μηχανισμό, με την εξουσία να εκδίδει κοινά εγγυημένο κρατικό χρέος και να προμηθεύεται ό,τι χρειάζεται, χωρίς εθνικές προτιμήσεις και σε επαρκείς ποσότητες. Για αρχή, η προσπάθεια θα μπορούσε να επικεντρωθεί σε τεχνολογίες επόμενης γενιάς, όπως η ρομποτική και οι κυβερνοδυνατότητες, όπου το όφελος για τη συνολική παραγωγή θα μπορούσε να είναι μεγάλο. Όσο περισσότερα κράτη συμμετείχαν, τόσο θα αυξάνονταν οι πιθανότητες δημιουργίας ενός πανευρωπαϊκού ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τα αμερικανικά ομόλογα, δίνοντας ώθηση στην ενοποιημένη κεφαλαιαγορά που είναι απεγνωσμένα αναγκαία για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και την επιτάχυνση της ανάπτυξης.
Αντ’ αυτού, η Ευρώπη προσπαθεί να πορευτεί πρόχειρα, με μικρή επιτυχία. Πάνω από το ένα δέκατο του ήδη ανεπαρκούς ταμείου «Security Action for Europe», ύψους 150 δισ. ευρώ, που προορίζεται να ενθαρρύνει τις κοινές προμήθειες, πιθανότατα θα καταλήξει στη φιλορωσική κυβέρνηση της Ουγγαρίας – ουσιαστικά ως δωροδοκία για να επιτευχθεί η ομοφωνία που απαιτούν οι κανόνες της ΕΕ. Η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπόρεσαν καν να συμφωνήσουν στους όρους συμμετοχής του δεύτερου. Τα βορειοανατολικά ευρωπαϊκά κράτη έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο στη συγκέντρωση πόρων, αλλά δεν μπορούν και δεν πρέπει να επωμιστούν μόνα τους ολόκληρο το αμυντικό βάρος.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να ξεπεράσουν αυτή τη δυσλειτουργία και να ξεκινήσουν μια πιο σοβαρή και συνεκτική προσπάθεια. Πριν από πάνω από επτά δεκαετίες, τα ευρωπαϊκά έθνη ενώθηκαν με την ελπίδα να διασφαλίσουν την ειρήνη και την ευημερία μετά τις φρικαλεότητες στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους – ένα μνημειώδες εγχείρημα που απέδειξε τη δύναμη του αμοιβαίου οφέλους και των κοινών αξιών που υπερίσχυσαν του στενού εθνικού συμφέροντος και των αρχαίων ανταγωνισμών. Αξίζει απολύτως να το υπερασπιστούμε, καταλήγει το Bloomberg.









