Τον στραγγάλισαν και τον πέταξαν στη λίμνη της Καστοριάς επειδή ήταν μεθυσμένος και τους ενοχλούσε στο γαμήλιο γλέντι

ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αρχική » Uncategorized - Default » Τον στραγγάλισαν και τον πέταξαν στη λίμνη της Καστοριάς επειδή ήταν μεθυσμένος και τους ενοχλούσε στο γαμήλιο γλέντι

Την τελευταία χρονιά της δεκαετίας του ’50, ένα έγκλημα εν βρασμώ ψυχής συγκλόνισε το χωριό Πολυκάρπη στην Καστοριά.

Ένας 50χρονος μεθυσμένος χωρικός στραγγαλίστηκε και το πτώμα του πετάχτηκε στη λίμνη της Καστοριάς, επειδή ενοχλούσε το γαμήλιο γλέντι μιας οικογένειας.

Το γαμήλιο γλέντι, ο στραγγαλισμός του χωρικού και η εξαφάνισή του

Στις 6 Δεκεμβρίου 1959, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Νικολάου, ένας 31χρονος καροποιός παντρευόταν στην περιοχή Πολυκάρπη, χωριό στις ανατολικές όχθες της λίμνης της Καστοριάς. Η οικογένειά του αποτελείτο από την 54χρονη μητέρα του, τον 56χρονο πατέρα του και τον 30χρονο αδερφό του.

Μετά το τέλος του μυστηρίου, όλη η οικογένεια, μαζί με συγγενείς και φίλους, πήγε στην οικία του ζεύγους για το γαμήλιο γλέντι. Κάποια στιγμή, ένας 50χρονος χωρικός από το γειτονικό χωριό Φωτεινή, “ανεμίχθη μέ τούς προσκεκλημένους”.

Όλα κυλούσαν ομαλά, ώσπου, τα μεσάνυχτα, ο 50χρονος μέθυσε και άρχισε να παρεκτρέπεται. Η οικογένεια ενοχλήθηκε έντονα και τον έδιωξε από το γλέντι. Όμως, ο 50χρονος χωρικός δεν συμμορφώθηκε και ξαναγύρισε. Τότε ο γαμπρός, “ωδήγησε τον ανεπιθύμητο ταραξία, εκτός της κατοικίας, όπου τόν εστραγγάλισεν”.

Από τα ξημερώματα της 7ης Δεκεμβρίου, ο πενηντάχρονος ήταν εξαφανισμένος. Η αστυνομία υποψιαζόταν πως επρόκειτο για φόνο και άρχισε τις ανακρίσεις. Συνέλαβε ως ύποπτα τα μέλη της οικογένειας και κινητοποίησε όλες τις δυνάμεις της, για να εντοπίσει τον εξαφανισμένο χωρικό.

Η εξαφάνιση του χωρικού απασχόλησε έντονα τόσο την αστυνομία όσο και τον Τύπο – Πηγή αποσπάσματος: εφημερίδα “Μακεδονία” (20-12-1959)

Η εύρεση του πτώματος ένα μήνα μετά και η ομολογία του πατέρα

Στις 23 Δεκεμβρίου 1959, ο γαμπρός, ο αδελφός του και η μητέρα τους προφυλακίστηκαν. Οι έρευνες για την ανεύρεση του χωρικού συνεχίζονταν με αμείωτο ρυθμό.

Στις 6 Ιανουαρίου 1960, ένα μήνα μετά την εξαφάνισή του, ο 50χρονος βρέθηκε νεκρός στη λίμνη της Καστοριάς, κοντά στην Πολυκάρπη. H νεκροψία που διενεργήθηκε επιβεβαίωσε τις υποψίες των αρχών για δολοφονία.

Οι αρχές πίστευαν ότι οι δύο αδερφοί στραγγάλισαν τον χωρικό εν βρασμώ ψυχής και, “φοβηθέντες”, μαζί με τη μητέρα τους, “έρριψαν τό πτώμα του εις τούς καλαμώνας τής λίμνης”.

“Όταν η απουσία τών δύο αδελφών καί τής μητρός των εγένετο αντιληπτή υπό τών διασκεδαζόντων προσκεκλημένων, ο πατήρ έσπευσε νά βεβαιώση τούτους ότι είχον μεταβή διά τήν προμήθειαν οίνου”, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα.

Εντωμεταξύ, οι κατηγορούμενοι αρνούνταν οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Ο 56χρονος πατέρας της οικογένειας συνελήφθη, καθώς θεωρήθηκε συνένοχος, και ομολόγησε ότι έτσι έγιναν τα πράγματα.

Λίγο μετά, πάντως, ανακάλεσε όσα είπε, ακολουθώντας τη γραμμή των υπολοίπων συγκατηγορούμενών του. Όλοι τους παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας “εν βρασμώ ψυχικής ορμής”.

Η δίκη και η ετυμηγορία

Η δίκη για τη δολοφονία ξεκίνησε την 1η Απριλίου 1960, στο κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης. Η σύζυγος του θύματος, κατέθεσε ότι ο άνδρας αναχώρησε από το χωριό Φωτεινή στην Πολυκάρπη “πρός πώλησιν καυσοξύλων” και ενημερώθηκε για την εξαφάνισή του την επομένη του εγκλήματος.

Από την πλευρά του, ο γιος του 50χρονου χωρικού, εξέφρασε την πεποίθηση “ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει νά είναι οι δολοφόνοι τού πατρός του”. Ένας άλλος μάρτυρας, που ήταν ανάμεσα στους προσκεκλημένους και βοήθησε τον δράστη να απομακρύνει τον μεθυσμένο χωρικό, ανέφερε ότι ο τελευταίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης πριν εμπλακεί στο γλέντι.

Η δίκη αναβλήθηκε και συνεχίστηκε στις 9 Μαΐου 1960. Ένας μάρτυρας υποστήριξε ότι “ήκουσε τούς κατηγορουμένους νά λέγουν ότι θα “ξεκαθάριζαν” το θύμα”.

Ο ιατροδικαστής που έκανε τη νεκροψία κατέθεσε πως “ο θάνατος του  επήλθεν συνεπεία ανακοπής εκ βιαίου κτυπήματος επί τού τραχήλου”. Οι κατηγορούμενοι συνέχιζαν να ισχυρίζονται πως δεν γνώριζαν τίποτε για το τί συνέβη στον χωρικό.

Στις 10 Μαΐου, η απόφαση ελήφθη, παρά τις διαφορετικές απόψεις εισαγγελέως και συνηγόρων πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης. Από τους τέσσερις κατηγορούμενους, μόνο ο 31χρονος κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών.

Πηγή

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια