ΙΕΝΕ: Η Ελλάδα μπορεί να γίνει εξαγωγέας φυσικού αερίου – Κοιτάσματα και δυνατότητες

Τις ευκαιρίες που υπάρχουν, τις καθυστερήσεις που καταγράφονται, αλλά και το χρονοδιάγραμμα μέσα στο οποίο μπορεί να ξεκινήσει η παραγωγή υδρογονανθράκων στη χώρα μας καταγράφει σε έκθεσή του το Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης

Αρχική » Ελλάδα » ΙΕΝΕ: Η Ελλάδα μπορεί να γίνει εξαγωγέας φυσικού αερίου – Κοιτάσματα και δυνατότητες

Σημαντικές δυνατότητες για παραγωγή υδρογονανθράκων υπάρχουν στη χώρα μας, οι οποίες δεν πρέπει να μείνουν για πολύ ακόμα ανεκμετάλλευτες, ειδικά τώρα που η ενεργειακή κρίση γιγαντώνεται, γεγονός που καθιστά επιβεβλημένη την ανάγκη να συνεχιστούν οι έρευνες, ώστε να αξιοποιηθούν τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που αποδεδειγμένα διαθέτει η χώρα μας.

Τα παραπάνω αποτελούν την κατακλείδα ειδική έκθεσης που ανακοινώθηκε σήμερα από το Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ), την οποία εκπόνησε το επιτελείο του Ινστιτούτου τις τελευταίες εβδομάδες για τις δυνατότητες εκμετάλλευσης του δυναμικού υδρογονανθράκων που διαθέτει η Ελλάδα.

Τα δεδομένα και τα συμπεράσματα της εν λόγω έκθεσης, έχουν, μάλιστα, ιδιαίτερη αξία, αφού δημοσιεύονται μια μέρα πριν την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων, όπου θα συμμετάσχει σε συνάντηση εργασίας για την έναρξη ερευνών για την αξιοποίηση εγχώριων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, απ’ όπου αναμένεται να κάνει και σχετικές ανακοινώσεις.

Γιατί δεν έχουν προχωρήσει οι έρευνες 

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΕΝΕ, οι υδρογονάνθρακες αποτέλεσαν, αποτελούν και θα εξακολουθήσουν να αποτελούν για αρκετά ακόμη χρόνια βασικό συστατικό στοιχείο του ενεργειακού μίγματος της παγκόσμιας, ευρωπαϊκής και ελληνικής οικονομίας. Παρά τις διαχρονικές προσπάθειες του Ελληνικού Δημοσίου και των κοινοπρακτικών σχημάτων δημοσίων και ιδιωτικών εταιρειών ελληνικών και ξένων, η ελληνική βιομηχανία υδρογονανθράκων, πέρα της δραστηριότητας στον Πρίνο, δεν κατόρθωσε να αναπτυχθεί μέχρι σήμερα.

Η κρατική υποστήριξη υπήρξε διαχρονικά μέτρια, μη συνεχής και ευάλωτη πάντα σε επιχειρηματικές παρεμβάσεις. Υπήρξαν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, επιπλέον εμπόδια από μερίδα του τοπικού πληθυσμού, καθώς και από περιβαλλοντικές οργανώσεις, υπό τη σιωπηλή υποστήριξη της εκάστοτε κυβέρνησης, τονίζεται στην έκθεση.

Η διαδικασία αδειοδοτήσεων για τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων των περιοχών έρευνας και εκμετάλλευσης, αναφέρεται στην έρευνα, υπήρξε και  παραμένει γραφειοκρατική και χρονοβόρα, από το στάδιο της εκδήλωσης ενδιαφέροντος/αποδοχής αίτησης του αιτούντα μέχρι τη νομοθετική επικύρωση της σύμβασης μίσθωσης και την εξέλιξη των ερευνητικών εργασιών του αναδόχου επενδυτή.

Θα πρέπει δε να υπογραμμισθεί πως το κύριο οικονομικό ρίσκο/κόστος των ερευνών δεν επιβαρύνει τον εθνικό κρατικό προϋπολογισμό, αλλά αποκλειστικά τα ανάδοχα κοινοπρακτικά σχήματα.

Αισιόδοξες εκτιμήσεις

Σύμφωνα πάντα με το ΙΕΝΕ, οι εκτιμήσεις της ύπαρξης εγχώριων υδρογονανθράκων ήταν και εξακολουθούν να είναι αισιόδοξες. Το μέγεθος και η οικονομική αξία των δυνητικών αποθεμάτων υδρογονανθράκων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με ακρίβεια, λόγω ελλιπών, προς το παρόν, ερευνητικών δεδομένων. Απαιτείται, σε τεχνικό επίπεδο, καταγραφή συμπληρωματικού πυκνότερου σεισμικού δικτύου (δυο και τριών διαστάσεων) με ταυτόχρονη επίσπευση της εκπόνησης πρόσθετων γεωλογικών μελετών. Η συνθετική ερμηνεία/αξιολόγηση των νέων σεισμικών καταγραφών και των δεδομένων των γεωτρήσεων που θα ακολουθήσουν θα επιτρέψουν την ακριβή ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση του δυναμικού των ελληνικών υδρογονανθράκων.

Η παρουσία ενεργειακών ομίλων, όπως της γαλλικής TotalEnergies και της αμερικανικής ExxonMobil, των ελληνικών ΕΛΠΕ και Energean, αλλά και το εκδηλωμένο ενδιαφέρον και άλλων σημαντικών εταιρειών, ενισχύουν την προοπτική για ύπαρξη πολύ σημαντικών αποθεμάτων υδρογονανθράκων, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή Ιονίου και δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης.

Η παρουσία του αγωγού TAP, ο οποίος είναι ήδη σε λειτουργία, του διασυνδετήριου αγωγού Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB), ο οποίος βρίσκεται υπό κατασκευή, του σχεδιαζόμενου EastMed και των τεσσάρων νέων FSRUs (δύο στην Αλεξανδρούπολη, ένα στους Αγίους Θεοδώρους Κορίνθου και ένα στο Βόλο), ενισχύουν τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική αξία της χώρας μας και της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Κρίση και ενεργειακή επάρκεια

Η τρέχουσα διεθνής ενεργειακή κρίση, υπογραμμίζεται στην έκθεση, που επιδεινώθηκε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει φέρει το θέμα της ενεργειακής αυτάρκειας στο επίκεντρο του οικονομικού προβληματισμού. Ημέρα με την ημέρα γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι στο σύνθετο και ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον που προβάλλει η επιδίωξη ενεργειακής αυτάρκειας θα τεθεί εκ νέου ως βασικός στόχος κάθε ενεργειακής στρατηγικής.

Ως εκ τούτου, επιβάλλεται να δοθούν πρόσθετα κίνητρα/διευκολύνσεις προς τους ανάδοχους επενδυτές των ελληνικών συμβατικών περιοχών, ώστε να επισπευστούν οι ερευνητικές εργασίες υδρογονανθράκων. Η σταδιακή εξασθένιση της πανδημίας του κορονοϊού διεθνώς θα οδηγήσει σε σταδιακή αύξηση της ζήτησης και παραγωγής των υδρογονανθράκων. Όσο θα παραμένει μειωμένη η προσφορά τόσο θα παραμένει αυξημένο το ενεργειακό κόστος των υδρογονανθράκων.

Η Ελλάδα πρέπει και μπορεί από εξαγωγέας πετρελαιοειδών προϊόντων και εισαγωγέας αργού και φυσικού αερίου να μετατραπεί σε παραγωγός χώρα υδρογονανθράκων και εξαγωγέας φυσικού αερίου, τονίζεται στην έκθεση και επισημαίνεται ότι η εξέλιξη αυτή δημιουργεί επιχειρηματικές ευκαιρίες, με αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, νέες θέσεις εργασίας, μείωση του συνολικού ενεργειακού κόστους, αύξηση ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης του εφοδιασμού, αναζωογόνηση της χρεωμένης οικονομίας, ενώ προσδίδει αυξημένη γεωπολιτική και γεωστρατηγική αξία στην χώρα μας.

Γέφυρα για την πράσινη ενεργειακή μετάβαση

Επιπλέον, στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι οι αέριοι υδρογονάνθρακες αποτελούν σημαντική γέφυρα πράσινης ενεργειακής μετάβασης με απώτερο στόχο την επίτευξη χαμηλότερων εκπομπών ρύπων/άνθρακα. Μπορούν και πρέπει να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τις ΑΠΕ (ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, βιομάζα). Μέρος από τα έσοδά τους μπορούν και πρέπει να επενδυθούν και στις πράσινες τεχνολογίες (υδρογόνο, δέσμευση-αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, ανάπτυξη αποθηκών φυσικού αερίου). Ο εντοπισμός και η αξιοποίηση των εγχώριων δυνητικών κοιτασμάτων, ιδιαίτερα των αέριων υδρογονανθράκων, κρίνεται αναγκαία και επιτακτική.

Μάλιστα, πρόσφατη συγκριτική μελέτη κόστους που εκπόνησε το Aurora Energy Research έδειξε ότι για έναν καταναλωτή υδρογόνου  στη Βορειοδυτική Ευρώπη, η πιο φθηνή πηγή για υδρογόνο χαμηλών εκπομπών άνθρακα το 2030 θα είναι το «μπλε» υδρογόνο που παράγεται στην Ολλανδία ή την Νορβηγία, ακολουθούμενο από το «πράσινο» υδρογόνο που εισάγεται από το Μαρόκο.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το «παράθυρο» ευκαιρίας για ανακάλυψη και παραγωγή υδρογονανθράκων δεν έχει κλείσει ακόμα για τους εξής λόγους:

Πρώτον, η ζήτηση ενέργειας έχει επιστρέψει στα προ-πανδημίας επίπεδα, κάτι που σημαίνει ότι τα ορυκτά καύσιμα, τα οποία κάλυπταν το 83% της συνολικής παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας προ πανδημίας, παραμένουν το κλειδί για την κάλυψη των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών. Επιπρόσθετα, το φυσικό αέριο θα χρησιμοποιηθεί και για την παρασκευή «μπλε» και «πράσινου» υδρογόνου.

Δεύτερον, υπάρχει ένα όριο στο πόσο γρήγορα μπορούμε να υλοποιήσουμε τα νέα έργα ΑΠΕ λόγω περιορισμών της εφοδιαστικής αλυσίδας, των απαιτούμενων περιβαλλοντικών διαδικασιών, των χρήσεων γης, κλπ.

Τρίτον, λόγω της στοχαστικότητας της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, έως ότου βρούμε οικονομικά βιώσιμες και μεγάλης κλίμακας λύσεις για την αποθήκευση ενέργειας, θα πρέπει να βασιστούμε στο φυσικό αέριο για την σταθερότητα του ενεργειακού μίγματος και την ευστάθεια του ενεργειακού συστήματος. Τέταρτον, δεν έχουμε ακόμη λύσεις για τις μεταφορές μεγάλων αποστάσεων ή/και βαρέων φορτίων.

Συνεπώς, δεδομένου του ότι το φυσικό αέριο αποτελεί την καλύτερη από τις διαθέσιμες επιλογές μας για να μεταβούμε άμεσα σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, είναι ασφαλές να εκτιμήσουμε ότι θα παραμείνει επίκαιρο για τις επόμενες δεκαετίες.

Χρονοδιάγραμμα για έρευνα και παραγωγή υδρογονανθράκων στην Ελλάδα

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΕΝΕ, υπάρχει ακόμη χρόνος για ανακάλυψη και παραγωγή υδρογονανθράκων στην Ελλάδα. Το σύνηθες χρονοδιάγραμμα ερευνητικών εργασιών σε μια ανεξερεύνητη περιοχή είναι 3-5 χρόνια για την διεξαγωγή γεωλογικών,  γεωχημικών και γεωφυσικών (σεισμικών 2D και 3D) μελετών, οι οποίες θα μελετήσουν το πετρελαϊκό σύστημα και θα χαρτογραφήσουν  ευνοϊκές γεωλογικές δομές για συγκέντρωση υδρογονανθράκων οριστικοποιώντας την βέλτιστη θέση ερευνητικής γεώτρησης.

Η πρώτη ερευνητική γεώτρηση είναι δυνατόν να διατρηθεί το 5ο έτος για να ακολουθήσουν, σε περίπτωση ανεύρεσης υδρογονανθράκων, γεωτρήσεις για την περιχάραξη του κοιτάσματος (6ο-7ο έτος), ώστε μετά την έγκριση των σχεδίων ανάπτυξης να ξεκινήσουν οι σχετικές εργασίες με στόχο την έναρξη παραγωγής σε 2-3 χρόνια. Η παραγωγή σχεδιάζεται για 20-25 χρόνια ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του κοιτάσματος και φυσικά τις απαραίτητες υποδομές μεταφοράς στις αγορές. Να σημειωθεί ότι το κοίτασμα του Πρίνου είναι ενεργό και παράγει 41 χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του.

Ανάλογα, όμως, με την γεωλογία, το μέγεθος των δομών και την τεχνολογική πρόοδο που έχει συντελεστεί την τελευταία δεκαετία, είναι απολύτως εφικτή η επίσπευση όλων των ανωτέρω σταδίων, ώστε η πρώτη παραγωγή να επιτευχθεί σε 2-3 χρόνια από την  έναρξη των ερευνητικών γεωτρήσεων.

Χαρακτηριστικό ανάλογο αποτελούν τα κοιτάσματα Zohr και Tuna στην Αίγυπτο, όπου λόγω του ευνοϊκού γεωλογικού περιβάλλοντος και του μεγάλου μεγέθους μιας δομής, η ερευνητική γεώτρηση είναι δυνατόν να εκτελεστεί σε  1.5-2 χρόνια, βασισμένη μόνο σε σεισμικά 2D, και στη συνέχεια η πρώτη παραγωγή να γίνει από την κατάλληλα σχεδιασμένη ερευνητική γεώτρηση και ακόμη μια-δύο γεωτρήσεις, σε ένα τμήμα του κοιτάσματος, ενώ θα διεξάγονται παράλληλα περισσότερες γεωτρήσεις περιχαράκωσης και ανάπτυξης του κοιτάσματος, οι οποίες θα χρηματοδοτούνται από την αρχική παραγωγή.

Επίσης, στην έκθεση επισημαίνεται πως είναι δεδομένο ότι στη χώρα υπάρχουν αρκετές υποδομές για την υποστήριξη εργασιών έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων, όπως για παράδειγμα τα λιμάνια Πάτρας, Αστακού, Κυλλήνης, Αιγίου και Χανίων, τα οποία, με τις κατάλληλες μετατροπές, μπορούν να υποστηρίξουν γεωτρήσεις σε όλο τον θαλάσσιο χώρο της Δ. Ελλάδας, από την Κέρκυρα μέχρι την Κρήτη. Επιπλέον, υπάρχουν και σχεδιάζονται αγωγοί φυσικού αερίου, σταθμοί LNG και φυσικά τα τέσσερα διυλιστήρια της χώρας. Επομένως είναι ρεαλιστική η προσέγγιση παραγωγής υδρογονανθράκων σε χρονικό ορίζοντα πενταετίας από τις κατά καιρούς δημοσιευμένες γεωλογικές δομές  περιοχές Πατραϊκού, Ιόνιου, Κυπαρισσιακού, Κρήτης).

«Ευελπιστούμε ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αξιοποιώντας στο έπακρο όλες τις δυνατότητες που διαθέτει στον κρατικό μηχανισμό, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο επιχειρηματικό γίγνεσθαι. Ας μην αποποιηθούμε αβασάνιστα αυτές  τις δυνατότητες που έχουμε ως κράτος», αναφέρεται χαρακτηριστικά στα συμπεράσματα της έκθεσης.

Δείτε εδώ ολόκληρη την έκθεση του ΙΕΝΕ

Πηγή

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια