ΕΛΜΕ Καστοριάς: Γνωμοδοτικό σημείωμα δικηγόρου ΔΟΕ, Τσίπρα Μ.-δεν υπάρχουν συνέπειες στους εκπαιδευτικούς από απεργία αποχή

Αρχική » Δυτική Μακεδονία » Καστοριά » ΕΛΜΕ Καστοριάς: Γνωμοδοτικό σημείωμα δικηγόρου ΔΟΕ, Τσίπρα Μ.-δεν υπάρχουν συνέπειες στους εκπαιδευτικούς από απεργία αποχή

Ερωτηθήκαμε από τις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις Σύλλογος Εκπαιδευτικών ΠΕ  ‘‘Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ’’» « ΓΛΗΝΟΣ » « ΗΡΩ ΚΩΝΣΤΝΤΟΠΟΥΛΟΥ » « Κ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ» α) αν δικαιούνται να κηρύξουν απεργία/αποχή από τη διαδικασία αξιολόγησης των ν. 4692/2010 και 4823/2021 παρά το γεγονός ότι αυτή κρίθηκε παράνομη με την υπ’ αριθ. 4242/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 3ο– Εργατικά) και β) σε περίπτωση κήρυξης απεργίας αν καλύπτονται τα μέλη τους, υποχρεούμενου του Υπουργείου να προσφύγει δικαστικώς για την κήρυξη παράνομης της απεργίας.

Επί των ανωτέρω ερωτημάτων γνωμοδοτούμε τα κάτωθι:

Ι.         Από το συνδυασμό των διατάξεων:

Α)        του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του Συντ, σύμφωνα με το οποίο «1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ` αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. 2. H απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων».

Β)        των άρθρων 19 παρ. 1 περ. α΄, 20 παρ. 1 και 30 παρ. 1 του ν. 1264/1982 ‘‘Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού    Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων’’, σύμφωνα με τα οποία «Άρθρο 19: 1. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις:  α) ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους αυτούς σκοπούς …

Άρθρο 30: 1.  Ο νόμος αυτός, όπως είναι εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 – 10, 16 παρ. 7 – 9, 22 παρ. 1 και 2, 24 και 27, εφαρμόζεται με τις ειδικές ρυθμίσεις που προβλέπονται παρακάτω ανάλογα και στους έμμισθους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, ……., ακόμη δε και στους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που κατέχουν οργανικές θέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 του Συντάγματος……. ».

Γ)        του άρθρου 46 του Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Ν 3528/2007), σύμφωνα με το οποίο: «1. Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτήν δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους υπαλλήλους. 2. Οι υπάλληλοι μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα. 3. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα των υπαλλήλων και ασκείται από τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις ως μέσο για τη διασφάλιση και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους και ως εκδήλωση αλληλεγγύης προς άλλους εργαζόμενους για τους αυτούς σκοπούς. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου που το ρυθμίζει»

Δ)        του άρθρου 22 παρ. 6 του ν. 1264/1982 σύμφωνα με την οποία «6. Εάν απεργία ή στάση εργασίας που έχει κηρυχθεί από πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση κριθεί παράνομη σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 4, δεν επιτρέπεται, μετά την έκδοση της απόφασης, η κήρυξη απεργίας κατά του ίδιου εργοδότη και με ίδια ημερομηνία έναρξης από την αντίστοιχη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση» και

Ε)        των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324, 325 και 329 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία «Άρθρο 321: Οσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με Ανακοπή Ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν Δεδικασμένο. Άρθρο 322: 1. Το Δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, Ανταγωγή, Κύρια παρέμβαση ή ενσταση συμψηφισμού. Το Δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. …… Αρθρο 324: Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Άρθρο 325; Το Δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά 1) των διαδίκων, 2) εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, 3) εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές. Το Δεδικασμένο δεν ισχύει απέναντι σε εκείνον που απέκτησε δικαιώματα σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου με μεταβίβαση από μη δικαιούχο……. Άρθρο 329: Η απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ νομικού προσώπου και τρίτου και αφορά δικαιώματα ή υποχρεώσεις του νομικού προσώπου αποτελεί Δεδικασμένο και απέναντι στα μέλη του ως προς τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου,

συνάγεται ότι:

Απόφαση που κηρύσσει παράνομη απεργία κηρυχθείσα από δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, δεσμεύει τις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις που είναι μέλη της τελευταίας, μόνο, όμως, ως προς τα κριθέντα  τελεσιδίκως νομικά, ουσιαστικά και δικονομικά ζητήματα. Επιπλέον, δεν επιτρέπεται και είναι παράνομη η κήρυξη, μετά την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, απεργίας κατά του ίδιου (προφανώς) εργοδότη και με ίδια ημερομηνία έναρξης με την αρχική που κρίθηκε παράνομη από πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση – μέλος της διαδίκου δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Τουναντίον, δεν εμποδίζεται το Πρωτοβάθμιο Σωματείο να κηρύξει νέα απεργία, στην περίπτωση δε αυτή εφόσον ο εργοδότης και επί δημοσίων υπαλλήλων το Δημόσιο προσφύγει δικαστικώς για την κήρυξη παράνομης της απεργίας, το Δικαστήριο  που θα επιληφθεί αυτής της αγωγής δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως (που κήρυξε παράνομη την απεργία της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης) ως προς τα ουσιαστικά και δικονομικά ζητήματα που κρίθηκαν.

Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία που κατατείνει στην απαγόρευση κήρυξης νέας απεργίας από το Πρωτοβάθμιο Σωματείο έρχεται σε ευθεία σύγκρουση και παραβιάζει τα κατοχυρωμένα από τις διατάξεις του άρθρου 23 του Συντάγματος και του άρθρου 19 του ν. 1264/1982 και του άρθρου  46 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, δικαιώματα της συνδικαλιστικής ελευθερίας και απεργίας όχι μόνο των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα αλλά και των Δημοσίων Υπαλληλων. Ειδικότερα, η προστασία της συνδικαλιστικής ελευθερίας περιλαμβάνει την αυτονομία και ελευθερία της συνδικαλιστικής οργάνωσης να αποφασίζει και λαμβάνει τα απαραίτητα για της επίτευξη των σκοπών της μέτρα δράσης, με σημαντικότερα όλων την διεξαγωγή συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη ΣΣΕ και την άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Μάλιστα, η απεργία ως κύρια μορφή συνδικαλιστικής δράσης προστατεύεται τόσο στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής ελευθερίας όσο και αυτοτελώς ως δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις νόμιμα συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανωτέρω σύλλογοισυνιστούν πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με μέλη δασκάλους και νηπιαγωγούς καθώς και δασκάλους – καθηγητές ξένων γλωσσών, γυμναστικής, καλλιτεχνικών μαθημάτων, μουσικής μονίμους και αναπληρωτές (τακτικά μέλη) και όποιας άλλης ειδικότητας μελλοντικά θα εισέλθει στο χώρο των δημοτικών σχολείων και νηπιαγωγείων, με την προϋπόθεση ότι υπηρετούν στα Δημοτικά Σχολεία και Νηπιαγωγεία των παραπάνω Γραφείων, αποσκοπούν δε μεταξύ άλλων στη διαφύλαξη και προαγωγή των επαγγελματικών, οικονομικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των μελών τους, την προάσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών τους και τη συμβολή στη βελτίωση της Παιδείας του ελληνικού λαού. Είναι μέλη  της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών, και δρουν από κοινού με άλλους συλλόγους  για την προώθηση και επίλυση των προβλημάτων τους.

Περαιτέρω, με την από 16-9-2021 εξώδικη δήλωση που κοινοποίησε την ίδια ως άνω ημερομηνία στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων η Δ.Ο.Ε. γνωστοποίησε ότι προκηρύσσει απεργία – αποχή από κάθε ενέργεια που συνδέεται με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ν. 4692/2020, όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του ν. 4823/2021 και ρυθμίστηκε ειδικότερα  με την υπ’ αριθ. 108906/ΓΔ4/10.9.2021 (ΦΕΚ Β΄ 4189) απόφαση της Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο», με αίτημα την κατάργηση των ανωτέρω νομοθετημάτων και κανονιστικών πράξεων. Κατά της ανωτέρω απεργίας το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενο και κατά άλλων Ομοσπονδιών Εκπαιδευτικών, ήτοι την ΟΛΜΕ, την ΟΙΕΛΕ και ΠΟΣΕΕΠΕΑ, που προκήρυξαν ομοίως απεργία-αποχή από τη διαδικασία αξιολόγησης με το ίδιο ως άνω αίτημα, ζητώντας 1) ν’ αναγνωρισθεί ο παράνομος και καταχρηστικός χαρακτήρας των απεργιών αυτών, 2) ν’ απαγορευθεί η συνέχιση της απεργίας, 3) να καταδικασθεί άλλως απειληθεί σε βάρος έκαστης των εναγόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και 4) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η δικαστική απόφαση. Επί της ανωτέρω αγωγής του εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 534/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η απεργία απάντων των εναγομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων κρίθηκε παράνομη, ενώ απορρίφθηκαν τα λοιπά αιτήματα του ενάγοντος Υπουργείου. Ακολούθως, σε βάρος της ανωτέρω απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν εφέσεις από άπαντες τους διαδίκους, επί αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4242/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την απεργία που προκήρυξε η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της τελευταίας κρίνοντας ότι η απεργία αυτή είναι παράνομη για το λόγο ότι κηρύχθηκε από αναρμόδιο όργανο, ήτοι το ΔΣ της ΔΟΕ και όχι τη Γενική της Συνέλευση, ενώ το Δικαστήριο δεν υπεισήλθε σε έλεγχο και κρίση επί των υπόλοιπων λόγων εφέσεων αμφότερων των αντιδίκων και συγκεκριμένα για τα ζητήματα της μη τήρησης της υποχρέωσης υποβολής αίτησης για διενέργεια δημόσιου διαλόγου στον ΟΜΕΔ και πρόσκλησης του εργοδότη σε συζήτηση για τα θέματα αυτά, καθώς και ορισμού και διάθεσης προσωπικού ασφαλείας και ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας (υποχρεώσεις που ωστόσο δέχτηκε ότι δεν τηρήθηκαν. Ταυτόχρονα το Εφετείο δεχόμενο την έφεση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων απαγόρευσε τη συνέχιση της προκηρυχθείσας από τη ΔΟΕ απεργίας – αποχής από κάθε διαδικασία ή ενέργεια που συνδέεται με τη διαδικασία αξιολόγησης, εσωτερικής αξιολόγησης/αυτοαξιολόγησης και εξωτερικής αξιολόγησης που προβλέπεται από το ν. 4692/2020, το ν. 4823/2021 και την ΥΑ 108906/ΓΔ4/10.9.2021 (ΦΕΚ Β΄ 4189).

Από τα ανωτέρω εκτιθέντα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τις  νομοθετικές και συνταγματικές διατάξεις που μνημονεύονται ως άνω, προκύπτει καταρχήν ότι δεσμεύεται κάθε πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση που μετέχει στη Διδασκαλική Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών από την υπ’ αριθ. 4242/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό την έννοια απαγορεύεται είτε η συνέχιση της προκηρυχθείσας από 16-9-2021 απεργίας – αποχής είτε η προκήρυξη νέας με αναδρομική ως άνω ημερομηνία, ενώ είναι επιτρεπτή καταρχήν νομικά η προκήρυξη απεργίας για τους ίδιους λόγους και με τα ίδια αιτήματα για το μεταγενέστερο χρόνο.

Πολλώ δε μάλλον πρέπει να επισημανθεί ότι η προκηρυχθείσα με εξώδικη δήλωση – γνωστοποίηση προς το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και την αρμόδια Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, στις 5-11-2021, απεργία – αποχή, με αποφάσεις των συλλογικών οργάνων, από κάθε διαδικασία σχετική με την αυτοαξιολόγηση και εξωτερική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, που έλαβε χώρα μετά την κοινοποίηση προς τη Διοίκηση εξώδικης πρόσκλησης σε διαβούλευση – συζήτηση με την τήρηση 48ωρης προθεσμίας, και η οποία έχει ως αίτημα όχι την κατάργηση των νόμων 4692/2020 και 4823/2021 και της κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσας υπουργικής απόφασης αλλά την απόσυρση της τελευταίας κανονιστικής ρύθμισης και την αποχή της Διοίκησης από κάθε ενέργεια/διαδικασία αυτοαξιολόγησης και εξωτερικής αξιολόγησης, ταυτόχρονα δε και τη λήψη μέτρων, λεπτομερώς προτεινόμενων, άμεσης αντιμετώπισης επειγουσών και διαχρονικών προβλημάτων του δημόσιου σχολείου, δεν επηρεάζεται ούτε καταλαμβάνεται από το σκεπτικό και διατακτικό της υπ’ αριθ. 4242/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφού στηρίζεται σε διαφορετικά και πάντως ευρύτερα αιτήματα. Με άλλα λόγια, δεν συντρέχει εν προκειμένω η απαιτούμενη ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης για την παραγωγή άλλως επέκταση του δεδικασμένου ούτε η προκηρυχθείσα από τους ανωτέρω συλλόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια της προκηρυχθείσας από τη ΔΟΕ απεργίας.

ΙΙ.         Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, μέχρι την αμετάκλητη δικαστική κρίση μιας απεργιακής κινητοποιήσεως από το αρμόδιο Δικαστήριο, αυτή διατηρεί το τεκμήριο της νομιμότητας, το οποίο καλύπτει τους απεργούς υπαλλήλους, με αποτέλεσμα καμία δυσμενής έννομη συνέπεια να μην μπορεί να απειληθεί ή να επιβληθεί εις βάρος τους εξαιτίας της συμμετοχής τους στην φέρουσα το τεκμήριο νομιμότητας απεργιακή κινητοποίηση (Ολ ΑΠ 27/2004). Με άλλα λόγια, για την κήρυξη παράνομης απεργίας και την επέλευση των προβλεπόμενων δυσμενών συνεπειών  σε βάρος των απεργών απαιτείται προσφυγή του εργοδότη (και επί απεργίας δημοσίων υπαλλήλων, του Δημοσίου) ενώπιον της Δικαιοσύνης και έκδοση αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, μέχρι τότε ισχύουν όλες οι έννομες συνέπειες νόμιμα προκηρυχθείσας απεργίας.

Ως εκ τούτου, μέχρι την αναγνώριση ως παράνομης της απεργίας – αποχής με δικαστική απόφαση, είναι καθ’ όλα νόμιμη η συμμετοχή των εκπαιδευτικών, μελών και μη, των νόμιμα συνεστημένων προρρηθεισών  πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων στην από 5-11-2021 απεργία – αποχή.

Αθήνα, 5 Νοεμβρίου 2021

Ο Γνωμοδοτών Δικηγόρος

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ Π. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
     ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
   
      28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 92 ΑΘΗΝΑ

ΤΗΛ. 210 3813828 – 210 3640231-2
      ΦΑΞ: 210 3640233 – ΚΙΝ. 6936630243

EMAIL: [email protected]

ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αθήνα, 25-10-2021

Ι. Επί του ερωτήματος.

Μου ζητήθηκε να γνωμοδοτήσω, εάν δυνάμει της υπ’ αρ. 4242/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι η απεργία-αποχή  της Δ.Ο.Ε. από την αξιολόγηση ήταν παράνομη, απαγόρευσε τη συνέχιση της απεργίας- αποχής και  απείλησε ποινή 3000 € για κάθε παράβαση της απαγόρευσης συνέχισής της, μπορεί να επιβληθεί εις βάρος των εκπαιδευτικών μελών των σωματείων μελών της Δ.Ο.Ε., ποινή ύψους 3.000 ευρώ.

ΙΙ. Επί των εφαρμοστέων διατάξεων.

Με την υπ’ αρ. 4242/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν εφέσεων, που ασκήθηκαν από την Δ.Ο.Ε., την Ο.Λ.Μ.Ε. και την Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. καθώς και το Υπουργείο Παιδείας, κρίθηκε ότι η από 16-9-2021 απεργία της Δ.Ο.Ε. ήταν παράνομη, απαγορεύτηκε η συνέχιση της και απειλήθηκε εις βάρος της Δ.Ο.Ε., της Ο.Λ.Μ.Ε., της Π.Ο.Σ.Ε.Ε.Π.Ε.Α. και της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. ποινή ύψους 3.000 € σε περίπτωση συνέχισης της ως άνω απεργίας. Συγκεκριμένα, η απόφαση κρίνει στο διατακτικό της «Απειλεί σε βάρος κάθε μίας των εναγομένων χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3000 €) για κάθε παράβαση του διατακτικού της παρούσας ως προς την παραπάνω καταψηφιστική διάταξη». Η καταψηφιστική διάταξη, στην οποία αναφέρεται είναι αυτή, η οποία απαγορεύει στις εναγόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις την συνέχιση της απεργίας, που κρίθηκε παράνομη, ήτοι ειδικά για την περίπτωση της Δ.Ο.Ε. την από 16-9-2021 απεργία αποχή από την αξιολόγηση.

            Εν προκειμένω, το κρίσιμο νομικό ζήτημα, που ανακύπτει είναι εάν η Εφετειακή απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον παράνομο χαρακτήρα της από 16-9-2021 απεργίας και απείλησε χρηματική ποινή εις βάρος των Οργανώσεων για κάθε ημέρα παράβασης της εν λόγω αποφάσεως, καταλαμβάνει με τη μορφή του δεδικασμένου και τους απεργούς υπαλλήλους.

            Οι διατάξεις, που αφορούν στο δεδικασμένο περιέχονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στα άρθρα 321 επ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 321 προβλέπει «Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με Ανακοπή Ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν Δεδικασμένο». Το άρ. 322 προβλέπει «1. Το Δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, Ανταγωγή, Κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το Δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά». Το άρθρο 324 του ιδίου ως άνω Κώδικα προβλέπει: «Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία». Τέλος, τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ρυθμίζονται στο άρθρο 325 ως εξής «Το Δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά 1) των διαδίκων, 2) εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, 3) εκείνων που νέμονται ή κατέχουν το επίδικο πράγμα στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέσεις εμπράγματες ή ενοχικές. Το Δεδικασμένο δεν ισχύει απέναντι σε εκείνον που απέκτησε δικαιώματα σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου με μεταβίβαση από μη δικαιούχο».

            Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι το δεδικασμένο καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο το αντικείμενο της δίκης μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα και για το ίδιο δικαίωμα, που απορρέει από την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Αντίστοιχα, τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου καταλαμβάνουν μόνο τα πρόσωπα, που στα πλαίσια της συγκεκριμένης δίκης, έφεραν την ιδιότητα του διαδίκου. 
            Περαιτέρω, ειδικά για την περίπτωση της απειλής χρηματικής ποινής το άρθρο 947ΚΠολΔικ προβλέπει: «1. Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωση του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.».
               Αντίστοιχα, το άρθρο 924 του ιδίου Κώδικα προβλέπει: «Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Όποιος επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, έχει υποχρέωση να διορίσει, με την επιταγή που κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, αντίκλητο που να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος που υπογράφει την επιταγή. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνουν όλες οι επιδόσεις και οι προσφορές που αφορούν την εκτέλεση».
 
            Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 947 παρ. 1 και 924 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν, προκύπτει ότι όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο για την περίπτωση, που παραβεί την υποχρέωσή του απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή μέχρι 100.000 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα (1) έτος. Η διαδικασία της κατά το άρθρο 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί δύο δικαστικές αποφάσεις. Με την πρώτη απόφαση βεβαιώνεται η υποχρέωση ενός διαδίκου να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη και συγχρόνως απειλούνται κατ’ αυτού οι ποινές της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης για την περίπτωση της απείθειας και παραβίασης από αυτόν της υποχρέωσης προς παράλειψη ή ανοχή. Με τη δεύτερη απόφαση, που εκδίδεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. Κ.Πολ.Δ.) και μετά προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης, με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης, καθ’ ου η εκτέλεση στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση η οποία έχει καταπέσει. (ΑΠ 804/2018). Προϋπόθεση για τη βεβαίωση της παράβασης και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά, ότι επιδόθηκε η απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνο αν προηγήθηκε κοινοποίηση αντιγράφου του απογράφου της με επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία αρχίζει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απλή επίδοση αντιγράφου της απόφασης προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες δεν αρκεί (Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2000, άρθρο 947, σελ. 1826. ΕΦΘΕΣ 1291/1992 ΕλλΔνη 35, 1700, ΜΠΡΑΘ 264/1994 ΑρχΝ 46, 291, ΑΠ 1116/1988, Δνη 31, 76, ΕφΘεσ 1807/2005 Δημοσίευση σε Νόμος, ΕφΑθ 1779/2001, ΕΔΠολ 2001, 306, ΕφΑθ 1179/2001, ΕΔΠολ 2003, 79, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, αρ. 947, τόμος Ε’, σ. 586, αριθ. 63). 

Εν προκειμένω, η αγωγή, που οδήγησε στην έκδοση της υπ’ αρ. 4242/2021 απόφασης του Εφετείου, ασκήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά των τεσσάρων συνδικαλιστικών οργανώσεων (Δ.Ο.Ε., Ο.Λ.Μ.Ε., Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. και Π.Ο.Σ.Ε.Ε.Π.Ε.Α.) και αφορούσε σε συγκεκριμένες απεργιακές κινητοποιήσεις, ήτοι αυτές, που προκηρύχθηκαν στις 16-9-2021, 13-9-2021, 21-9-2021 και 20-9-2021 και σχετίζονταν με την απεργία αποχή από την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. Με την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε μεταξύ των ως άνω διαδίκων (Δημόσιο και Συνδικαλιστικές Οργανώσεις), ότι οι συγκεκριμένες απεργιακές κινητοποιήσεις, που είχαν εξαγγελθεί ήταν παράνομες και απαγορεύτηκε η συνέχιση τους για το μέλλον.  Ως μέσο δε για την εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων απειλήθηκε ποινή ύψους 3.000 ευρώ εις βάρος των οργανώσεων, για κάθε ημέρα συνέχισης των ως άνω κινητοποιήσεων, που κρίθηκαν παράνομες.

Με τα δεδομένα αυτά, θέμα επιβολής της χρηματικής ποινής των 3.000 €, που απειλήθηκαν για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης του Εφετείου, σε περίπτωση δηλαδή συνέχισης της απεργίας εκ μέρους των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εις βάρος των εκπαιδευτικών δεν τίθεται και δεν μπορεί να τεθεί, αφού η εκδοθείσα υπ’ αρ. 4242/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο τους διαδίκους, που συμμετείχαν στην ως άνω δίκη και όχι αόριστο και ακαθόριστο αριθμό εκπαιδευτικών- μελών των οργανώσεων αυτών. 
 
Ακόμα δε και η εις βάρος των συνδικαλιστικών οργανώσεων απειλή χρηματικής ποινής ύψους 3.000 €, προϋποθέτει την εκτέλεση της Εφετειακής αποφάσεως, όπως ανωτέρω περιγράφεται με την άσκηση αυτοτελούς αγωγής για τη διαπίστωση της παραβάσεως. Τέλος, παράβαση της εφετειακής αποφάσεως μπορεί να νοηθεί μόνο, εφόσον οι Οργανώσεις εμείνουν στην συνέχιση της συγκεκριμένης απεργίας - αποχής και όχι βεβαίως σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση οργανωμένης συνδικαλιστικής δράσης, αφού η Εφετειακή απόφαση αφορά αποκλειστικά και μόνο τις συγκεκριμένες απεργίες, που κρίθηκαν παράνομες και όχι οποιαδήποτε άλλη συνδικαλιστική ενέργεια ή απεργία, την οποία ήθελε αποφασίσουν οι ως άνω οργανώσεις στο μέλλον. 
 
 
 
 
 
ΙΙΙ. Επί της απαντήσεως, που προσήκει στο ερώτημα, που ετέθη.
Με βάση τα ανωτέρω, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιβληθεί εις βάρος των εκπαιδευτικών μελών της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας η απειληθείσα από την υπ’ αρ. 4242/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εις βάρος της χρηματική ποινή ύψους 3.000 €. Ακόμα, όμως και εις βάρος της Δ.Ο.Ε. μία τέτοια ποινή θα μπορούσε να επιβληθεί, μόνο εφόσον συνεχιζόταν η από 16-9-2021 απεργία αποχή και πάντοτε με την τήρηση των προϋποθέσεων, που ανωτέρω περιεγράφηκαν. 
 
Παραμένω στην διάθεση σας.
Μαρία Μαγδαληνή Τσίπρα
Δικηγόρος –Νομική Σύμβουλος Δ.Ο.Ε.
Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια