Στερνό Αντίο (Στον τελευταίο αντισυμβατικό και αντισυστημικό πατριώτη -αντιστασιακό –αντάρτη γητευτή του Ολύμπου)

Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος

Αρχική » Δυτική Μακεδονία » Καστοριά » Στερνό Αντίο (Στον τελευταίο αντισυμβατικό και αντισυστημικό πατριώτη -αντιστασιακό –αντάρτη γητευτή του Ολύμπου)

Καταγράφουμε την ιστορία σήμερα για να μην μας διαγράψει αύριο.

ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ

(Στον τελευταίο αντισυμβατικό και αντισυστημικό πατριώτη –αντιστασιακό αντάρτη γητευτή  του Ολύμπου.).

Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.

    Πλήρης ημερών έφυγε από την ζωή ένας συμπολίτης μας που γεννήθηκε στις παρυφές του Ολύμπου και συγκεκριμένα στο Λιτόχωρο το 1926, έζησε την κατοχή, αντιστάθηκε στον κατακτητή στην εθνική αντίσταση, συνέχισε ως αντάρτης στον αδελφοκτόνο εμφύλιο, έζησε την προσφυγιά στην Αλβανία και την Τσεχοσλοβακία και επέστρεψε ως πρόσφυγας στην πατρίδα του το 1976 στιγματισμένος. Μια πολυτάραχη ζωή με κυνηγητά, κακουχίες, φυλακίσεις, προκαταλήψεις και ένα σωρό άλλα γεγονότα που δεν φθάνουν ούτε σε ένα πολυσέλιδο βιβλίο να τα διηγηθεί κανείς. Μία ζωή σαν μυθιστόρημα.

Στα απομνημονεύματα του έγραψε:

<< Γεννήθηκα το 1926 στο χωριό Λιτόχωρο Ολύμπου, από οικογένεια ναυτικών. Ο πατέρας μου με δίπλωμα καπετάνιου ταξίδευε με καΐκια που εξυπηρετούσαν όλη την Ελληνική θάλασσα. Μέχρι την Τετάρτη δημοτικού πήγα στο 1ο δημοτικό σχολείο Λιτοχώρου. Θυμάμαι πολύ καλά ποια ήταν η ζωή στα χωριά της Πιερίας. Τότε τα πιο πολλά παιδιά της ηλικίας μου, δεν πήγαιναν σχολείο, διότι πολλοί γονείς προτιμούσανε από ανάγκη και από τη φτώχια, να τα χρησιμοποιούν στις δουλειές τους. Έβοσκαν τα ζώα, ή έκαναν άλλες αγροτικές δουλειές. Ιδίως στα ορεινά χωριά η ζωή ήταν τόσο άθλια που η σημερινή νεολαία είναι αδύνατο να το πιστέψει. Όλοι φορούσαν τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού, ή από μουλάρι ή γαϊδούρι που ψοφούσε κανένα τον Μάρτη μήνα που τελείωναν οι τροφές. Ήταν μεγάλη ευτυχία για όποιο παιδάκι ιδιαίτερα στα ορεινά χωριά κατόρθωνε να αποκτήσει ένα τέτοιο ζευγάρι τσαρούχια. Όποιος κατόρθωνε να αποκτήσει έστω και ένα γαϊδούρι ή μουλάρι ή ζευγάρι βόδια για να δουλεύει τη γη θεωρούνταν τυχερός και ευτυχής………>>.

Λογικό λοιπόν ήταν με τέτοια φτώχεια που μάστιζε την κοινωνία τότε, οι ιδεολογίες περί ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης να κερδίζουν εύκολα έδαφος, κυρίως στους νέους.

Το 1943, μόλις 17 χρονών και ενώ φοιτούσε στην εμπορική σχολή Θεσσαλονίκης με την συμπαράσταση του μεγαλύτερου αδελφού, μπλέκει στην εθνική αντίσταση. Με το πέρας της κατοχής και την αποχώρηση των Γερμανών συνεχίζει στο λεγόμενο δεύτερο αντάρτικο. Κινδύνευσε πολλές φορές, αλλά όπως φαίνεται είχε, όπως είθισται να λέγεται, κάποιον φύλακα άγγελο δίπλα του και τον έσωζε την τελευταία στιγμή. Μία φορά λίγο έλειψε να σκοτωθεί ή στην καλύτερη περίπτωση, να τονσυλλάβει ο ελληνικός στρατός, όταν κορμοί δένδρων εγκλώβισαν τα πόδια του, οι οποίοι άνοιξαν ως εκ θαύματος όταν επικαλέστηκε την Παναγία. «Παναγία μου  εδώ είναι το τέλος μου;» αναφώνησε. 

Σε άλλη περίπτωση όταν αντέδρασε έντονα σε κάποιες συμπεριφορές των συντρόφων του, γλύτωσε στο παρά πέντε από το  να τον εκτελέσουν οι ομοϊδεάτες του αντάρτες.Όταν πέρασε στην Αλβανία (μετά την λήξη του εμφυλίου) το καθεστώς του Χότζατον φυλάκισε γιατί κατέκρινε την προνομιακή θέση των κομματικών στελεχών, ενώ στην συνέχεια είχε ένα σωρό άλλες περιπέτειες, τόσο στην Τσεχοσλοβακία (που εγκαταστάθηκαν το 1964 μέχρι το 1976) και την Ελλάδα, που είναι να απορεί κανείς πως γλύτωνε την τελευταία στιγμή και έφθασε να ζήσει 96 σχεδόν χρόνια.

Αντισυμβατικός και στον έρωτα αφού παντρεύεται στην Αλβανία Ελληνίδα, πολιτική πρόσφυγα, κορίτσι του παιδομαζώματος, που του συμπαραστάθηκε και στάθηκε σαν βράχος δίπλα του σε όλη του την ζωή.

Ήταν ο τελευταίος από τα 14 αδέλφια του. Ο μεγαλύτερος ο Διονύσης ενώ ήταν μετανάστης στην Αμερική έλαβε μέρος με τις διεθνείς ταξιαρχίες στον εμφύλιο της Ισπανίας (Brigadas Internacionales) κατά του Φράνκο, όπου εκεί άφησε τα κόκκαλα του χωρίς να γνωρίζουν οι δικοί του που είναι ο τάφος του.

Ο Κώστας Βρέττας προέρχονταν από εύπορη οικογένεια (Πατέρα Καπετάνιο με δικά του καΐκια και μητέρα που είχε φούρνο), ήταν ένας έντιμος και ελεήμων άνθρωπος. Μάλλον θεοσεβούμενος παρά θεοφοβούμενος. Δεν άντεχε την αδικία και υπερέβαλε στην φιλανθρωπία. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι, όταν ήταν μικρό παιδί εκτός από του ότι έδινε κρυφά ψωμί στους φτωχούς από τον φούρνο της μάνας του, μια φορά έκοψε το μισό χαλί από το σπίτι τους, για να το δώσει σε κάποιους που δεν είχαν χαλί. Γι’ αυτό εξάλλου δεν συμβιβάσθηκε στην κατοχή και βγήκε αντάρτηςστο βουνό για να πολεμήσει τον κατακτητή και έπειτα για να επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Παρόλα αυτά, η ιδεολογία ποτέ δεν του έκλεισε τα μάτια στις αδικίες και επειδή επέλεξε να μην γραφτεί στο Κομουνιστικό Κόμμα πλήρωσε το τίμημα με αποκλεισμούς  και δυσμενή μεταχείριση για τον ίδιο και τα παιδια του. Επιστέφοντας στην Ελλάδα επέλεξε να μην διεκδικήσει τη σύνταξη της εθνικής αντίστασης. 

Όταν έπεσε το καθεστώς του Χότζα στην Αλβανία και άνοιξαν τα σύνορα, φρόντισε μαζί με την σύζυγό του να μεταφέρει τα κόκκαλα του παππού της από την Αλβανία στην Ελλάδα. Τότε έμαθε για τους τάφους των ελλήνων στρατιωτών που ήταν θαμμένοι πρόχειρα στην Αλβανία  και αμέσως έθεσε το θέμα στον τότε ΜέραρχοΚαστοριάς στρατηγό Παραγκιουδάκη, ο οποίος παρά το μεγάλο ενδιαφέρον που έδειξε, δεν μπόρεσε να κάνει τότε κάτι, προσκρούοντας στο τέρας της γραφειοκρατίας. Για την προσφορά του δε τότε στον δοκιμαζόμενο αλβανικό λαό και την αναστήλωση και επαναλειτουργία μιας ορθοδόξου εκκλησίας στο Πόγραδετς τιμήθηκε από τον σύλλογο Ραδιοσυχνότητας Καστοριάς (CB ΚΑΣΤΩΡ) επί προεδρίας Κώστα Ταβανζή με αναμνηστική πλακέτα, για την βοήθεια και προσφορά του. Βοήθησε αλβανούς να νοσηλευθούν στην Ελλάδα και φρόντισε η οικογένεια του να βαπτίσει τρία παιδιά στην Καβάγια.       

Μολονότι δεν πήγε κανονικά στο σχολείο φρόντισε με τον τρόπο του να γράψει την μικρο-ιστορία του τόπου του και την προσωπική του, έτσι ώστε οι νεώτεροι να παραδειγματιστούν από τα λάθη παλαιότερων και να μην τα επαναλάβουν.

Για τους Τσέχους είχε πάντα να πει μια καλή κουβέντα, αφού είχαν πολιτισμό και ωριμότητα, πράγμα που το είδαμε από το «βελούδινο διαζύγιο» με τους Σλοβάκους. Ένας εμφύλιος δεν θα είχε νικητές, αλλά μόνο ηττημένους. Εξάλλου το είδαμε στον δικό μας ανόητο εμφύλιο. Ένας εμφύλιος που έβλαψε την κοινωνία και την πατρίδαμας και θα μπορούσε να αποφευχθεί, εάν ήμασταν ποιο σώφρονες.  

Ανήσυχος, αντισυμβατικός, αντισυστημικός, ζητούσε την δικαιοσύνη σε έναν κόσμοάδικο και αντιφατικό, που ενώ εξελίσσεται και αλλάζει, πολλά τα ίδια μένουν. Καθότικάποια πράγματα όπως λέει μία αρχαία ανατολική ρήση:<< Έτσι ήταν, έτσι είναι κι’έτσι  θα’ ναι >>. 

Καλό σου ταξίδι Κώστα μας, στην αιώνια ζωή εκεί που δεν υπάρχει πίκρα πόνος και στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος.

Ο γητευτής του Ολύμπου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΡΕΤΤΑΣ (1926-2021)
Ο Κώστας με την σύζυγό του Αφροδίτη στον τάφο του Παππού της στο Πόγραδετς το 1993, για την ανακομιδή των οστών.

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια