Γερμανία: Η διπλή ανάγνωση του εκλογικού αποτελέσματος για την Ελλάδα

Αρχική » Ελλάδα » Γερμανία: Η διπλή ανάγνωση του εκλογικού αποτελέσματος για την Ελλάδα

Σε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, μαζί και στην Αθήνα, οι κυβερνήσεις σήμερα το πρωί κάνουν τους λογαριασμούς τους για το πώς θα επηρεάσει την εσωτερική τους πολιτική η αλλαγή φρουράς και η ιδιότυπη νίκη του SPD στην Γερμανία. 

Η πολιτική αβεβαιότητα είναι μεγάλη καθώς ο σχηματισμός κυβέρνησης στο Βερολίνο είναι περισσότερο παρά ποτέ ανοικτός σε όλα τα ενδεχόμενα. 

Για την Αθήνα αυτή η αβεβαιότητα «χτυπάει» σε δύο τουλάχιστον μέτωπα, το οικονομικό και το γεωπολιτικό, δηλαδή σχεδόν παντού…
Και όσο η πολιτική αβεβαιότητα διαρκεί στο Βερολίνο, τα νήματα που ενδιαφέρουν την Ελλάδα θα κινούνται περισσότερο από τους «απρόσωπους» (;) ευρωπαϊκούς Θεσμούς, με την ΕΚΤ, την Κομισιόν και το Eurogroup να καθορίζουν τις κατευθύνσεις, όσο η «υπηρεσιακή» πλέον κα Μέρκελ θα συνεχίζει να περιμένει στην Καγκελαρία τον διάδοχό της.  

Στο Βερολίνο χθες βράδυ στην δημόσιο τηλεοπτικό τους διάλογο, οι ηγέτες των υποψήφιων κυβερνητικών κομμάτων, έδειξαν ότι αφ’ ενός δεν βιάζονται να σχηματίσουν κυβέρνηση και αφ’ εταίρου όλοι είναι έτοιμοι να συζητήσουν με όλους, μη αποκλείοντας σαν τελευταία εναλλακτική ακόμα και την επιστροφή σε ένα νέο μεγάλο συνασπισμό.  

Μετά το χθεσινό αποτέλεσμα που φέρνει νικητές, αλλά με διαφορά στήθους, το SPD έναντι των Χριστιανοδημοκρατών, η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης δεν φαίνεται δυνατόν να δώσει κυβέρνηση γρήγορα και οπωσδήποτε όχι πριν από το τέλος του χρόνου. 

Ο Ολαφ Σόλτς είναι ο αναμφισβήτητος νικητής πολύ περισσότερο σε προσωπικό και λιγότερο σε κομματικό επίπεδο, καταφέρνοντας να αναστρέψει τα δεδομένα και να προβάλει σαν ο διάδοχος της Μέρκελ στην Καγκελαρία, με μόλις 1,6% προβάδισμα έναντι του χριστιανοδημοκράτη κ. Λέσετ.

Η μικρή διαφορά με το καταποντισμένο CDU (απώλεια 8,8%) και η ισχυρή παρουσία των Πράσινων και των Φιλελεύθερων καθιστά πολύ πιθανό τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης, είτε με το SPD και τους Φιλελεύθερους – Πράσινους, είτε με το CDU και τους Φιλελεύθερους – Πράσινους, αν τελικά ο «ηττημένος» κ. Λάσετ καταφέρει να επιβιώσει της εσωκομματικής αναταραχής που έχει ήδη αρχίσει εις βάρος του. 

Οι προβληματισμοί στην Αθήνα 

Για την Αθήνα το σχήμα της κυβέρνησης που θα συγκροτηθεί στο Βερολίνο έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως σε δύο υπουργεία, το Οικονομικών και των Εξωτερικών. 

Αν οι Φιλελεύθεροι αναλάβουν τελικά όπως εξ αρχής υποστηρίζουν το Υπ. Οικονομικών και στείλουν τον κ. Λίντνερ στο Eurogroup οι δυσκολίες για την Ελλάδα θα είναι μεγαλύτερες καθώς είναι απολύτως αντίθετος τόσο στο θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων, όσο και στο θέμα της επανενεργοποίησης χωρίς αλλαγές του Συμφώνου Σταθερότητας από το 2023. 

Ειδικά στο μέτωπο αυτό αν και υπάρχουν διαφορές ως προς την «ανάγνωση» του Συμφώνου, τόσο ο κ. Σόλτς όσο και ο κ. Λίντνερ έχουν την εκτίμηση ότι το Σύμφωνο έχει επαρκείς προβλέψεις «ελαστικότητας» ώστε να μη χρειάζεται σοβαρές μεταβολές στην κατεύθυνση της «χαλάρωσης» της δημοσιονομικής πειθαρχίας. 

Ο κ. Σόλτς μάλιστα σε μία από τις τελευταίες προεκλογικές τοποθετήσεις του είχε παρατηρήσει ότι το Σύμφωνο δεν χρειάζεται αλλαγές καθώς περιλαμβάνει την δυνατότητα ακόμα και της αναστολής εφαρμογής του, όπως έγινε την περίοδο της πανδημίας…
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η συζήτηση για την αναμόρφωση του Συμφώνου που αρχίζει τον Οκτώβρη δεν φαίνεται δυνατόν να καταλήξει σε αποτέλεσμα πριν εμφανισθεί στο Eurogroup ο νέος γάλλος ΥΠΟΙΚ μετά τις επικείμενες προεδρικές εκλογές την άνοιξη του 2022.

Σε κάθε περίπτωση επειδή το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας αφορά στο χρέος και την βιωσιμότητά του, από ελληνικής πλευράς για να βελτιωθεί το περιβάλλον συζήτησης θα έχει στο μεταξύ δρομολογηθεί η διαδικασία προεξόφλησης του διακρατικού δανείου (GLF). 

Με άλλα λόγια η επόμενη φορά που το Ράιχσταγκ θα συζητήσει για το ελληνικό χρέος υπό τον νέο ΥΠΟΙΚ, το θέμα δεν θα είναι η βιωσιμότητά του, αλλά η έγκριση του γερμανικού κοινοβουλίου στο αίτημα της Ελλάδας να «προκαταβάλει» στην Γερμανία δόσεις του δανείου τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια… Και αυτό είναι κάτι που υποχρεώνει και τους «σκληρούς» στο Βερολίνο να αντιμετωπίσουν την Ελλάδα διαφορετικά. 

Αυτό με την σειρά του διαμορφώνει ένα επίσης θετικό περιβάλλον στην Bundesbank, η οποία αναμένεται να θέσει τα μεγαλύτερα εμπόδια στην συζήτηση για την επιλεξιμότητα των ελληνικών non investment grade ομολόγων στις αγορές του APP μετά την κατάργηση του PEPP, όποτε αυτό και αν γίνει. 

Στο γεωπολιτικό μέτωπο η ανάθεση του Υπ. Εξωτερικών στους Πράσινους σε περίπτωση τρικομματικής κυβέρνησης είναι ένα πιθανό σενάριο. 

Σ’ αυτή την περίπτωση το κλίμα των σχέσεων με την Τουρκία αν και θα επηρεασθεί από τις σκληρές θέσεις των πρασίνων για την Τουρκία, δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με τις βασικές συνιστώσες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής στην Αν. Μεσόγειο. 

Άλλωστε η εμπειρία του Γιόσκα Φίσερ ως υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας έδειξε ότι όποιος εγκαθίσταται στην θέση αυτή «ξεχνάει» την κομματική του προέλευση και κινείται στο πλαίσιο της ισχύουσας «γραμμής» χωρίς ουσιαστικές αλλαγές. 

Και αυτό αναμένεται να συμβεί και τώρα τόσο στο μέγα προσφυγικό θέμα, όσο και σε Κυπριακό και Αιγαίο…

Οι εκτιμήσεις αυτές είναι πολύ πιθανό να αναπροσαρμοσθούν, αλλά μόνο ως προς τις «αποχρώσεις» τους, στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης οδηγηθούν σε αποτυχία και αναβιώσει η εναλλακτική ενός νέου «μεγάλου συνασπισμού» ανάμεσα στο SPD και το CDU. 

Σε κάθε περίπτωση όμως η επερχόμενη προεδρία της Γερμανίας τόσο στην Ε.Ε. όσο και στο G-7 θα αποτελέσει …ελκυστική προοπτική που είναι πολύ πιθανό να υποχρεώσει τα δύο κόμματα των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων σε συμβιβασμούς, που μέχρι σήμερα αρνούνται, προκειμένου να συμμετάσχουν στο μεγάλο παιχνίδι της εξουσίας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές επίπεδο.

Στην συνολική εικόνα όμως κανείς δεν θα πρέπει να ξεχνάει ότι η μεγάλη απούσα από την γερμανική Καγκελαρία η Άγγελα Μέρκελ, αν δεν μεσολαβήσουν σοβαρά προβλήματα υγείας, είναι πολύ πιθανό να επανεμφανισθεί σε ένα νέο, ευρωπαϊκό ρόλο αυτή την φορά το αργότερο μέχρι το 2023. Και αυτό θα είναι μία αλλαγή που θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς στις επερχόμενες αλλαγές στην Ε.Ε. και στο ευρώ. 

Πηγή

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια