Πόσο «στέρεη» είναι η ανάκαμψη της αμερικάνικης οικονομίας;

Αρχική » Κόσμος » Πόσο «στέρεη» είναι η ανάκαμψη της αμερικάνικης οικονομίας;

Αν τους τελευταίους μήνες το κύριο θέμα συζήτησης για τους απανταχού οικονομολόγους ήταν ο πληθωρισμός, ως απόρροια της μαζικής εισροής χρήματος στις αγορές και της προσδοκίας για μια ραγδαία σε ρυθμό ανάπτυξη, τώρα η συζήτηση δείχνει να μετατοπίζεται, φτάνοντας να αμφισβητήσει το βάθος και την διάρκεια της τελευταίας.

Τα σημάδια πληθαίνουν, η έκφραση ανησυχιών από επίσημα και ανεπίσημα χείλη επίσης, κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται αν δεν θα είναι μόνο ο πληθωρισμός «παροδικός», κατά τον Τζερόμ Πάουελ, αλλά και η ίδια η ανάκαμψη της αμερικάνικης οικονομίας για την οποία τόσο πολλά έχουν ειπωθεί.

Οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν πάρει την κατιούσα – όχι όμως και η ανεργία

Στα τέλη του Μαρτίου 2021, όταν άρχιζε να «φουντώνει» για τα καλά η συζήτηση περί πληθωρισμού, οι αποδόσεις των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου αυξάνονταν με γοργούς ρυθμούς, με την απόδοση του 10ετούς να αγγίζει το 1,75%, στην βάση των προσδοκιών για την ανοδική πορεία της αμερικανικής οικονομίας. Ωστόσο, η κίνηση αυτή αντιστράφηκε τους τελευταίους μήνες, με την απόδοση του 10ετούς να πέφτει στο 1,25%. Οι New York Times δεν άφησαν ασχολίαστη αυτή την εξέλιξη, αναφέροντας πως ενώ έως τώρα υπήρχε η προσδοκία για υψηλή ανάπτυξη, η «στροφή» στην αγορά ομολόγων σηματοδοτεί μια «αντιστροφή αυτού του αφηγήματος», προειδοποιώντας παράλληλα πως «μια περίοδος πιο αργής ανάπτυξης» ίσως βρίσκεται μπροστά μας.

Σημάδια που επιβεβαιώνουν την παραπάνω ανησυχία, καταφθάνουν και από την αγορά εργασίας. Κατά την εβδομαδιαία ανακοίνωση των νέων αιτήσεων για επιδόματα ανεργίας, και ενώ η αγορά ανέμενε μια πτώση στις 350.000, το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε μια αύξηση στις 373.000 αιτήσεις από τις 371.000. Ήδη, 26 πολιτείες των ΗΠΑ έχουν ανακοινώσει ή έχουν ήδη ξεκινήσει να καταργούν την επιταγή-βοήθημα των 300 δολαρίων την εβδομάδα στα πλαίσια του American Rescue Plan, ενώ και ο Τζο Μπάιντεν έχει ανακοινώσει πως δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη παράταση της εισοδηματικής ενίσχυσης, όταν αυτή λήξει στις 6 Σεπτεμβρίου, με τον συνολικό αριθμό των ανέργων που βασίζονται σε κάποιας μορφής επιδόματα να ανέρχεται σε 14,2 εκατομμύρια.

Μια πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ, επεσήμανε πως κατά την διάρκεια της πανδημίας, ενώ 21 εκατ. θέσεις εργασίας διασώθηκαν χάρη στα διάφορα προγράμματα στήριξης της απασχόλησης, 22 εκατ. θέσεις εργασίας χάθηκαν στις ανεπτυγμένες χώρες που γνώρισαν αύξηση στα ποσοστά της ανεργίας. «Πολλές από τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν κατά την διάρκεια της πανδημίας δεν πρόκειται να αναπληρωθούν», σχολίασε ο οικονομολόγος του ΟΟΣΑ Στέφαν Καρσίλο.

Ο «απρόσκλητος επισκέπτης» ονόματι Δέλτα

Η Μαίρη Ντάλι, πρόεδρος της Fed του Σαν Φρανσίσκο, σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην αγορά ομολόγων κατά την διάρκεια μιας συνέντευξης της στους Financial Times, είπε πως αντανακλούν την «αυξανόμενη αίσθηση ενός πτωτικού κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία». Η Ντάλι αναδεικνύει τις αιτίες πίσω από τους κινδύνους: «Πιστεύω πως ένας από τους πιο μεγάλους κινδύνους για την πρόοδο της παγκόσμιας ανάπτυξης είναι να ανακηρύξουμε πρόωρα τη νίκη μας απέναντι στην COVID-19», καθώς όπως λέει, η μετάλλαξη Δέλτα και οι αργοί ρυθμοί των εμβολιασμών σε αρκετά μέρη του κόσμου, «ναρκοθετούν» την προσπάθεια για ανάκαμψη.

Στον ίδιο τόνο, στο ψήφισμα που προέκυψε κατά την συνάντηση των υπουργών Οικονομικών των G20 αναφέρεται πως «η ανάκαμψη χαρακτηρίζεται από μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα αλλά και στο εσωτερικό των χωρών και έτσι παραμένει εκτεθειμένη σε κινδύνους καθίζησης και συγκεκριμένα από την διασπορά νέων μεταλλάξεων του ιού COVID-19 και τους διαφορετικούς ρυθμούς εμβολιασμού».

Τι θα αφήσει πίσω της η πανδημία;

Ολοένα περισσότεροι αναλυτές εμφανίζονται απαισιόδοξοι για την επόμενη ημέρα της πανδημίας. Ο Ρουχίρ Σάρμα, επικεφαλής διεθνής αναλυτής της Morgan Stanley, έκανε κάποιες επισημάνσεις σύμφωνα με τους Financial Times: «Το εύκολο χρήμα που ρέει από την Fed απειλεί να κάνει πιο αδύναμο το δολάριο και να θρέψει την αναγέννηση των εταιρειών-ζόμπι οι οποίες κερδίζουν τόσα λίγα που δεν μπορούν να αποπληρώσουν ούτε τους τόκους των χρεών τους. Δεν υπήρχαν καλά-καλά στις ΗΠΑ πριν από 20 χρόνια, αλλά καταμετρούνταν στο 20% των εισηγμένων εταιρειών το 2010, κι επίσης ήταν στο 20% πέρυσι».

Με την αμερικανική κυβέρνηση και τις εταιρείες να έχουν να σηκώσουν ένα τόσο βαρύ χρέος, ο Σάρμα επισημαίνει πως «είναι δύσκολο ακόμα και να φανταστείς πως θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω την οικονομία».

Ο ίδιος αναλυτής, υπογραμμίζει πως το 2010 οι ΗΠΑ είχαν ένα χρέος 2,5 τρισ. δολάρια, ή 17% του ΑΕΠ. Το 2020 το ποσό ανήλθε στα 10 τρισ. δολάρια, ή στο 50% του ΑΕΠ, και τώρα οι υποχρεώσεις της χώρας ανέρχονται σε 14 τρισ. δολάρια ή… 67% του αμερικανικού ΑΕΠ…

Πηγή

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια