Η ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ: ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΙΟ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΟΜΒΑΡΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ξεκάθαρα κάτι πήγε πολύ στραβά στη Λομβαρδία – Ανάλυση του Associated Press

Αρχική » Κόσμος » Η ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ: ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΙΟ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΟΜΒΑΡΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Καθώς η Ιταλία ετοιμάζεται να επιστρέψει σε – εν μέρει – κανονικούς ρυθμούς μετά το φονικό ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού, είναι όλο και πιο ξεκάθαρο ότι κάτι πήγε πάρα πολύ στραβά στη Λομβαρδία, την περιοχή που έχει πληγεί περισσότερο στη χώρα.

Η Ιταλία είχε την κακή τύχη να είναι το πρώτο δυτικό έθνος που χτυπήθηκε και το σύνολο των 26.000 θανάτων τη φέρνει πίσω μόνο από τις ΗΠΑ στον παγκόσμιο αριθμό θανάτων. Το πρώτο κρούσμα της Ιταλίας καταγράφηκε στις 21 Φεβρουαρίου, σε μια εποχή που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξακολουθούσε να επιμένει ότι ο ιός ήταν «περιορισμένος» και όχι τόσο μολυσματικός όσο η γρίπη.

Ωστόσο, υπάρχουν επίσης στοιχεία ότι οι ελλείψεις δημογραφικών στοιχείων και υγειονομικής περίθαλψης συγκρούστηκαν με πολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα και τελικά εκτέθηκαν 10 εκατομμύρια πολίτες στην περιοχή της Λομβαρδίας στον ίο με τρόπο που δεν έχει καταγραφεί οπουδήποτε αλλού.

Οι ιολόγοι και οι επιδημιολόγοι λένε ότι αυτό που πήγε στραβά εκεί θα είναι αντικείμενο μελέτης για χρόνια, δεδομένου ότι το ξέσπασμα «γκρέμισε» ένα ιατρικό σύστημα που θεωρείται ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης, ενώ στη γειτονική περιοχή του Βένετο, ο αντίκτυπος ήταν σημαντικά πιο ελεγχόμενος. Οι εισαγγελείς, εν τω μεταξύ, αποφασίζουν εάν θα αναζητήσουν ποινικές ευθύνες για τους εκατοντάδες νεκρούς σε γηροκομεία, πολλοί από τους οποίους δεν υπολογίζονται καν στον επίσημο αριθμό θανάτων της Λομβαρδίας. ο οποίος είναι 13.269, το ήμισυ δηλαδή του συνόλου της Ιταλίας.

Αντίθετα, οι γιατροί και οι νοσοκόμες της πρώτης γραμμής της Λομβαρδίας αναγνωρίζονται ως ήρωες που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για τη θεραπεία των ασθενών κάτω από εξαιρετικά επίπεδα άγχους, εξάντλησης, απομόνωσης και φόβου. Ένας αξιωματούχος του ΠΟΥ είπε ότι ήταν «θαύμα» όσα έκαναν.

Το Associated Press κάνει λόγο για μια «τέλεια καταιγίδα» και αναλύει τι πήγε στραβά στη Λομβαρδία, με βάση συνεντεύξεις και ενημερώσεις από γιατρούς, εκπροσώπους συνδικάτων, δημάρχους και ιολόγους, καθώς και αναφορές από το Ανώτερο Ινστιτούτο Υγείας της Ιταλίας και την εθνική στατιστική υπηρεσία ISTAT.

Πιάστηκαν απροετοίμαστοι

Η Ιταλία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που σταμάτησε όλη την εναέρια διασύνδεση με την Κίνα στις 31 Ιανουαρίου και τοποθέτησε ακόμη και σαρωτές στα αεροδρόμια για να ελέγξει τις αφίξεις για πυρετό. Αλλά, μέχρι τις 31 Ιανουαρίου, ήταν ήδη πολύ αργά. Οι επιδημιολόγοι λένε τώρα ότι ο ιός κυκλοφόρησε ευρέως στη Λομβαρδία ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου, αν όχι νωρίτερα.

Οι γιατροί που αντιμετώπιζαν την πνευμονία τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, δεν ήξεραν ότι ήταν κορωναϊός, καθώς τα συμπτώματα ήταν παρόμοια και ο ιός εξακολουθούσε να πιστεύεται ότι περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα. Ακόμα και μετά την καταχώριση του κρούσματος της 21ης Φεβρουαρίου στην Ιταλία, οι γιατροί δεν κατάλαβαν τον ασυνήθιστο τρόπο εμφάνισης του COVID-19, με ορισμένους ασθενείς να αντιμετωπίζουν ταχεία μείωση της ικανότητάς τους να αναπνέουν.

«Μετά από μια φάση σταθεροποίησης, πολλοί επιδεινώθηκαν γρήγορα. Αυτή ήταν κλινική πληροφορία που δεν είχαμε», δήλωσε ο Δρ. Maurizio Marvisi, πνευμονολόγος σε ιδιωτική κλινική στην Κρεμόνα. «Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα στην ιατρική βιβλιογραφία».

Επειδή οι μονάδες εντατικής θεραπείας της Λομβαρδίας είχαν ήδη γεμίσει μέσα σε λίγες ημέρες από τα πρώτα κρούσματα της Ιταλίας, πολλοί γιατροί πρωτοβάθμιας περίθαλψης προσπάθησαν να θεραπεύσουν και να παρακολουθούν τους ασθενείς στο σπίτι. Μερικοί χρησιμοποιούσαν οξυγόνο, που χρησιμοποιείται συνήθως για οικιακές περιπτώσεις στην Ιταλία.

Αυτή η στρατηγική αποδείχθηκε θανατηφόρα και πολλοί πέθαναν στο σπίτι ή λίγο μετά τη νοσηλεία, αφού άργησαν να καλέσουν ασθενοφόρο. Η εξάρτηση από την κατ’ οίκον φροντίδα πιθανότατα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τον οποίο σημειώθηκε τόσο υψηλό ποσοστό θνησιμότητας στην Ιταλία, δήλωσε ο Marivi.

Η Ιταλία αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει εν μέρει την κατ’ οίκον φροντίδα λόγω της χαμηλής διάθεσης ΜΕΘ. Μετά από χρόνια περικοπών του προϋπολογισμού, η Ιταλία εισήλθε στην κρίση με 8,6 κρεβάτια ΜΕΘ ανά 100.000 άτομα, πολύ κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (15,9) και το 33,9 της Γερμανίας.

Ως αποτέλεσμα, οι γιατροί πρωτοβάθμιας περίθαλψης έγιναν αυτοί που κλήθηκαν να καλύψουν τις ανάγκες ασθενών, ένας στρατός κυρίως αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών που εργάζονται εντός του συστήματος δημόσιας υγείας, αλλά εκτός του περιφερειακού νοσοκομειακού δικτύου της Ιταλίας.

Δεδομένου ότι εξετάστηκαν μόνο εκείνοι με έντονα συμπτώματα, επειδή τα εργαστήρια της Λομβαρδίας δεν μπορούσαν να διαχειριστούν περισσότερους, αυτοί οι οικογενειακοί γιατροί δεν ήξεραν αν ήταν οι ίδιοι μολυσμένοι, πόσω μάλλον οι ασθενείς τους. Με τόσο λίγες διαθέσιμες κλινικές πληροφορίες, οι γιατροί δεν είχαν επίσης οδηγίες σχετικά με το πότε πρέπει οι ίδιοι να κουράρουν ασθενείς ή πότε να τους παραπέμπουν σε ειδικούς. Και όντας εκτός του νοσοκομειακού συστήματος, δεν είχαν την ίδια πρόσβαση σε προστατευτικές μάσκες και εξοπλισμό.

«Η περιοχή ήταν πολύ πίσω στην παροχή προστατευτικού εξοπλισμού, Υπήρχε ανεπάρκεια και την πρώτη φορά, μας έδωσαν 10 χειρουργικές μάσκες και γάντια», δήλωσε η Δρ Laura Turetta στην πόλη του Βαρέζε. «Προφανώς για τη στενή επαφή μας με τους ασθενείς, δεν ήταν ο σωστός τρόπος για να προστατευτούμε».

Η ένωση γιατρών της Λομβαρδίας εξέδωσε μια επιστολή στις 7 Απριλίου στις περιφερειακές αρχές στην οποία απαριθμεί επτά «λάθη» στον χειρισμό της κρίσης. Ανάμεσά τους είναι η έλλειψη τεστ για ιατρικό προσωπικό, η έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού και η έλλειψη χρήσιμων δεδομένων σχετικά με την πανδημία.

Η περιφερειακή κυβέρνηση και ο οργανισμός πολιτικής προστασίας υπερασπίστηκαν τις προσπάθειές τους, αλλά αναγνώρισαν ότι η Ιταλία εξαρτάται από τις εισαγωγές και τις δωρεές προστατευτικού εξοπλισμού και απλώς δεν είχε αρκετό απόθεμα.

Οι χαμένες εβδομάδες

Δύο ημέρες μετά την καταχώριση του πρώτου κρούσματος της Ιταλίας στην επαρχία του Λόντι, ακολούθησε καραντίνα σε 10 πόλεις, αλλά ένα άλλο θετικό κρούσμα καταγράφηκε σε απόσταση μίας ώρας με το αυτοκίνητο, στο Alzano στην επαρχία Μπέργκαμο. Ενώ η αίθουσα έκτακτης ανάγκης του νοσοκομείου της περιοχής Λόντι έκλεισε, αυτή στο Alzano άνοιξε ξανά μετά από μερικές ώρες καθαρισμού, καθιστώντας την κύρια πηγή μετάδοσης.

Εσωτερικά έγγραφα που δημοσίευσαν ιταλικές εφημερίδες δείχνουν ότι μερικές από τις πιο σοβαρές περιπτώσεις πνευμονίας που δέχθηκε το νοσοκομείο Alzano ήδη από τις 12 Φεβρουαρίου ήταν πιθανόν COVID-19. Εκείνη την εποχή, το ιταλικό υπουργείο Υγείας συνέστησε τεστ μόνο για άτομα που είχαν πάει στην Κίνα ή είχαν έρθει σε επαφή με ύποπτο ή επιβεβαιωμένο θετικό κρούσμα.

Μέχρι τις 2 Μαρτίου, το Ανώτερο Ινστιτούτο Υγείας συνέστησε το Alzano και το κοντινό Nembro να κλείσουν όπως οι πόλεις στο Λόντι. Αλλά, οι πολιτικές αρχές δεν εφάρμοσαν ποτέ τη σύσταση καραντίνας εκεί, επιτρέποντας τη μόλυνση να εξαπλωθεί για δεύτερη εβδομάδα έως ότου όλη η περιοχή της Λομβαρδίας σφραγιστεί στις 7 Μαρτίου.

«Ο στρατός ήταν εκεί, έτοιμος να εφαρμόσει lockdown, και αν είχε γίνει αμέσως ίσως θα μπορούσαν να είχαν σταματήσει τη μετάδοση στο υπόλοιπο της Λομβαρδίας», δήλωσε ο Δρ. Guido Marinoni, επικεφαλής του συλλόγου γιατρών στην επαρχία Μπέργκαμο. «Αυτό δεν έγινε, και πήραν πιο ήπια μέτρα σε όλη τη Λομβαρδία, και αυτό επέτρεψε την εξάπλωση».

Ερωτηθείς γιατί δεν απέκλεισε το Μπέργκαμο νωρίτερα, ο πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε υποστήριξε ότι η περιφερειακή κυβέρνηση θα μπορούσε να το κάνει μόνη της. Ο κυβερνήτης της Λομβαρδίας, Ατίλιο Φοντάνα, απάντησε ότι οποιοδήποτε λάθος «έγινε και από τους δύο. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ευθύνη για αυτή την κατάσταση».

Η Λομβαρδία έχει το ένα έκτο των 60 εκατομμυρίων κατοίκων της Ιταλίας και είναι η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή, που φιλοξενεί την επιχειρηματική πρωτεύουσα Μιλάνο και τη βιομηχανική καρδιά της χώρας. Η Λομβαρδία έχει επίσης περισσότερα άτομα άνω των 65 ετών από οποιαδήποτε άλλη ιταλική περιοχή, καθώς και το 20% των γηροκομείων της Ιταλίας, μια δημογραφική ωρολογιακή βόμβα για μολύνσεις με COVID-19.

«Σαφώς, κοιτώντας τώρα πίσω, θα έπρεπε να είχαμε επιβάλλει lockdown στη Λομβαρδία, να κλειστούν όλοι στο σπίτι και κανείς να μην κινείται», δήλωσε ο Andrea Crisanti, μικροβιολόγος και ιολόγος, σύμβουλος στην περιφερειακή κυβέρνηση του Βένετο. Ωστόσο, αναγνώρισε πόσο δύσκολο ήταν αυτό, δεδομένου του μεγάλου ρόλου της Λομβαρδίας στην ιταλική οικονομία, η οποία πριν από την πανδημία σημείωνε ύφεση. «Πιθανώς για πολιτικούς λόγους, δεν έγινε», είπε στους δημοσιογράφους.

Το λόμπι της βιομηχανίας

Τα συνδικάτα και οι δήμαρχοι ορισμένων πόλεων της Λομβαρδίας λένε τώρα ότι το λόμπι της Confindustria για τους βιομηχανικούς ομίλους της χώρας, άσκησε τεράστια πίεση για να μην παρθούν μέτρα lockdown και να μην σταματήσει την παραγωγή, επειδή το οικονομικό κόστος θα ήταν πολύ μεγάλο σε μια περιοχή που ευθύνεται για το 21% του ΑΕΠ της Ιταλίας.

Στις 28 Φεβρουαρίου, μια εβδομάδα μετά το ξέσπασμα και μετά την καταγραφή περισσότερων από 100 κρουσμάτων στο Μπέργκαμο, το τοπικό τμήμα Confindustria ξεκίνησε μια εκστρατεία στα σόσιαλ μίντια, #Bergamoisrunning, για να καθησυχάσει τους πελάτες του. Επέμεινε ότι το ξέσπασμα δεν ήταν χειρότερο από αλλού, ότι η «παραπλανητική αίσθηση» του μεγάλου αριθμού λοιμώξεων οφείλεται σε υπερβολικές δοκιμές και ότι η παραγωγή σε χαλυβουργεία και άλλες βιομηχανίες δεν επηρεάστηκε.

Η Confindustria ξεκίνησε τη δική της καμπάνια στην ευρύτερη περιοχή της Λομβαρδίας, επαναλαμβάνοντας αυτό το μήνυμα, #Yeswework. Ο δήμαρχος του Μιλάνου διακήρυξε ότι «το Μιλάνο δεν σταματά». Εκείνη την εποχή, ο επικεφαλής της Confindustria Lombardy, Marco Bonometti, αναγνώρισε τα «δραστικά μέτρα» που απαιτούνταν, αλλά προσπάθησε να μειώσει την αίσθηση του συναγερμού. «Πρέπει να ενημερώσουμε τους ανθρώπους ότι μπορούν να γυρίσουν στη ζωή όπως ήταν, ενώ ταυτόχρονα προστατεύουν την υγεία τους», είπε.

Ακόμα και αφού η εθνική κυβέρνηση με έδρα τη Ρώμη, έκλεισε ολόκληρη τη Λομβαρδία στις 7 Μαρτίου, επέτρεψε στα εργοστάσια να παραμείνουν ανοιχτά, πυροδοτώντας απεργίες από τους εργαζόμενους που ανησυχούσαν ότι η υγεία τους θυσιάζονταν για να διατηρηθεί η βιομηχανία της Ιταλίας. «Ήταν ένα τεράστιο σφάλμα», δήλωσε ο Giambattista Morali της ένωσης μεταλλουργών στην πόλη Dalmine του Μπέργκαμο. «Το να μείνουν ανοιχτά τα εργοστάσια δεν βοήθησε την κατάσταση. Προφανώς την επιδείνωσε».

Τελικά, όλη η παραγωγή έκλεισε σε εθνικό επίπεδο στις 26 Μαρτίου. Ο πρόεδρος της Confindustria σε εθνικό επίπεδο, Carlo Bonomi, προέτρεψε την επανέναρξη της βιομηχανίας, αλλά με ασφαλή τρόπο. «Η κατάσταση έχει αλλάξει», δήλωσε ο Bonomi στην κρατική τηλεόραση της RAI. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τους Ιταλούς να αισθανθούν ασφαλείς αν δεν ανοίξουμε ξανά τα εργοστάσια. Αλλά πώς κάνουμε τα εργοστάσια ασφαλή για την προστασία των Ιταλών;».

Είναι μια δύσκολη περίπτωση, δεδομένου ότι η Λομβαρδία εξακολουθεί να προσθέτει κατά μέσο όρο 950 κρούσματα καθημερινά, ενώ άλλες περιοχές προσθέτουν από μερικές δεκάδες έως 500, με τις περισσότερες νέες περιπτώσεις να καταγράφονται σε γηροκομεία. Η Ιταλία πρόκειται να ξεκινήσει κάποιες δραστηριότητες σταδιακά στις 4 Μαΐου, αλλά σε περιοχές πιο νότια όπου η πανδημία είναι πιο ελεγχόμενη.

Η Λομβαρδία πιθανότατα θα είναι η τελευταία που θα ανοίξει πλήρως, με τα 72.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα, το 70% του συνόλου της Ιταλίας, ενώ εκτιμάται ότι ο πραγματικός αριθμός θα μπορούσε να είναι 10 φορές μεγαλύτερος.

Το «άχρηστο» νοσοκομείο

Ίσως καμία πρωτοβουλία δεν απεικονίζει καλύτερα τη μπερδεμένη ανταπόκριση της Ιταλίας, από αυτή του νοσοκομείου 200 κλινών που χτίστηκε σε λιγότερο από δύο εβδομάδες σε συνεδριακό κέντρο του Μιλάνου.

Το νοσοκομείο αποκαλύφθηκε στις 31 Μαρτίου, μετά από μια εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων ύψους 21 εκατομμυρίων ευρώ  με επικεφαλής τον κυβερνήτη της Λομβαρδίας, μέλος του δεξιού κόμματος της Λίγκας, για να προσπαθήσει να μειώσει την πίεση στις περιφερειακές ΜΕΘ, οι οποίες τότε ήταν σχεδόν γεμάτες με 1.324 ασθενείς.

Η εθνική υπηρεσία πολιτικής προστασίας αντιτάχθηκε στο σχέδιο, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να το εξοπλίσει με αναπνευστήρες ή προσωπικό εγκαίρως. Αντ’ αυτού, η υπηρεσία, προτίμησε μικρότερες μονάδες που δημιουργήθηκαν εκτός νοσοκομείων και ένα πρόγραμμα για τη μετακίνηση κρίσιμων ασθενών αλλού.

Στο τέλος, το νοσοκομείο του Μιλάνου χρησιμοποιήθηκε για μόνο μερικές δεκάδες ασθενείς. Από τότε που άνοιξε, η Λομβαρδία έχει δει την πίεση στις ΜΕΘ να πέφτει σημαντικά, με πάνω από 700 άτομα να χρειάζονται εντατική θεραπεία σήμερα.

Ο κυβερνήτης, υπερασπίστηκε την απόφαση και είπε ότι θα το έκανε ξανά, λέγοντας  «Έπρεπε να ετοιμάσουμε ένα φράγμα σε περίπτωση που η επιδημία ξεπεράσει το ανάχωμα».

Η «σφαγή» στα γηροκομεία

Ενώ η περιφερειακή κυβέρνηση επικεντρώθηκε στην οικοδόμηση του χωροταξικού νοσοκομείου και την προσπάθεια να βρει κρεβάτια MEΘ, τα γηροκομεία της Λομβαρδίας είχαν αφεθεί μόνα τους.

Εκατοντάδες ηλικιωμένοι έχουν πεθάνει στη Λομβαρδία και σε ολόκληρη την Ιταλία, με αξιωματούχο του ΠΟΥ να κάνει λόγο για «σφαγή» εκείνων που ήταν πιο ευάλωτοι στον ιό. Οι εισαγγελείς ερευνούν δεκάδες γηροκομεία, καθώς και μέτρα που ελήφθησαν από τις τοπικές υγειονομικές αρχές και τις περιφερειακές κυβερνήσεις που ενδέχεται να έχουν επιδεινώσει το πρόβλημα.

Η Λομβαρδία έχει περισσότερα γηροκομεία από οποιαδήποτε άλλη περιοχή, στεγάζοντας τουλάχιστον 24.000 ηλικιωμένους και έχει καταγράψει περισσότερους νεκρούς σε αυτές τις εγκαταστάσεις. Από τους 3.045 νεκρούς από την 1η Φεβρουαρίου έως τις 15 Απριλίου στην περιοχή, 1.625 είτε ήταν θετικοί στον ιό, είτε είχαν συμπτώματά του, σύμφωνα με προκαταρκτικά αποτελέσματα από έρευνα του Ανώτερου Ινστιτούτου Υγείας.

Ιδιαίτερη προσοχή των εισαγγελέων συγκεντρώνει η απόφαση της περιφερειακής κυβέρνησης της 8ης Μαρτίου να επιτρέψει την επιστροφή ασθενών με COVID-19 σε γηροκομεία για την απελευθέρωση νοσοκομειακών κρεβατιών. Αν και απαιτούνταν τα σπίτια να εγγυηθούν ότι οι ασθενείς θα ήταν απομονωμένοι, δεν είναι σαφές ποιος ήταν υπεύθυνος να διασφαλίσει αυτό ή αν κάποιος έκανε ποτέ έλεγχο. Πέρα από αυτό, το προσωπικό σε ορισμένα γηροκομεία είπε ότι η διοίκηση τους εμπόδισε να φορούν μάσκες επειδή δεν ήθελαν να φοβίσουν τους ηλικιωμένους που έμεναν εκεί.

Το περιφερειακό διάταγμα της 30ής Μαρτίου, με στόχο και πάλι τη μείωση των πιέσεων στις ΜΕΘ της Λομβαρδίας, είπε στους διευθυντές νοσοκομείων να μην νοσηλεύουν ασθενείς άνω των 75 ετών εάν είχαν άλλα προβλήματα υγείας. Το διάταγμα ανέφερε ότι «ήταν σκόπιμο να τους αντιμετωπίσουμε στην ίδια εγκατάσταση για να αποφύγουμε περαιτέρω κινδύνους από τη μεταφορά ή κατά τη διάρκεια της αναμονής στην αίθουσα έκτακτης ανάγκης».

Για τους ηλικιωμένους σε ένα γηροκομείο στο Nembro, μια από τις πληγείσες πόλεις στην επαρχία Μπέργκαμο, το διάταγμα ισοδυναμούσε με ένταλμα θανάτου. Αλλά δεν ήταν το πρώτο ή το μόνο γεγονός που έδωσε στους διαχειριστές του γηροκομείου την αίσθηση ότι εγκαταλείφθηκαν.

Όταν η διοίκηση εμπόδισε προληπτικά το επισκεπτήριο στις 24 Φεβρουαρίου για να προσπαθήσει να προστατεύσει τους ηλικιωμένους και το προσωπικό από μόλυνση, οι τοπικές υγειονομικές αρχές απάντησαν απειλώντας με κυρώσεις και απώλεια διαπίστευσης για τη διακοπή των οικογενειακών επισκέψεων, δήλωσε ο νέος διευθυντής της εγκατάστασης, Valerio Poloni.

Στο τέλος, 37 από τους 87 ηλικιωμένους πέθαναν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο. Ο γιατρός καθώς και ο προκάτοχος του Poloni στη θέση του διοικητή, νόσησαν και πέθαναν.

Πηγή

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια