Από το πατάρι των αναμνήσεων…

Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση

Αρχική » Δυτική Μακεδονία » Καστοριά » Από το πατάρι των αναμνήσεων…

Κωστάκης, Νικάκης, Γιωργάκης, ΄Αννα και Αννούλα, Κατίνα, ΄Αρτεμις, Φρειδερίκη, Λευτέρης, Νιόνιος…

Αυτά είναι κάποια από τα πολλά παιδιά που ζήσανε στην παιδική ηλικία ανάμεσα σε μαχαλά και ψαράδικα. Κοινά τα βιώματα, καλαντιστές, πρωταγωνιστές των ημερών… τότε στα 1955. Το καθένα από αυτά, έχουνε κρατήσει κάτι από τον μήνα Δεκέμβριο…

Παιδιά από τη βορεινή μεριά της πόλης, που δέχονταν πρώτοι το τσουχτερό κρύο, τα κύματα που καθώς έβρεχαν τα φυτά και τα δένδρα παγώνανε πάνω τους, τα νερά που μεταμορφώνονταν λίγο το λίγο σε διάφορα κρύσταλλα… που έσταζαν με την παρουσία του ήλιου.

΄Ετσι ανάμεσα στα ψαράδικα, της οδού ΄Αρτη, τα βυζαντινά τείχη και τα σπίτια της οδού Χριστοπούλου, συναντούσε κανείς τα πρωϊνά σε μήνα Δεκέμβρη τα παιδιά της μεριάς αυτής της πολιτείας μας , ντυμένα με τα παλτουδάκια τους , τις μαύρες γαλότσες, τα πλεχτά σκουφιά και τα γάντια, πλεγμένα απ΄ τα χέρια της γιαγιάς. Φτάναμε καθημερινά (και το Σάββατο) έως το τρίτο Δημοτικό σχολείο και μετά την προσευχή, περνούσαμε στις τάξεις κουβαλώντας από τα σπίτια μας ένα δυο κούτσουρα για το άναμμα της σόμπας, να την ταϊσουμε ως το μεσημέρι καλά για να ζεσταθούμε.

Στα διαλείμματα μας περίμενε το συσσίτιο, σταλμένο από τους διεθνείς οργανισμούς που οι πατρίδες τους είχαν ευμάρεια, αφθονία και περίσσευμα τροφής, διότι αυτοί δεν γνωρίζανε ούτε κατοχές ούτε εμφύλιο… Υπήρχε γάλα σκόνη, που το παίρναμε καφτό απ΄ το καζάνι, ένα μεγάλο κομμάτι αγελαδινό κίτρινο τυρί και μια κουταλιά ψαρόλαδο.

Δεκέμβρης…

Κι έρχονταν οι γιορτές, με τα κρύα τους, το χιόνι , μαζί με τις παιδικές επιθυμίες που ξυπνούσανε, που άρχιζαν να ονειρεύονται πως στις χριστουγεννιάτικες διακοπές θα περνούσαν μια χαρά…

Να πάρουμε τα σκαλιστά μας , τα παραμύθια μας, να μαζέψουμε τα καρύδια μας, τα μανταρίνια, τα κάστανα, τα γλυκά μαζί με τις λίγες δραχμές, τις πεντάρες και τις δεκάρες που μας δίνανε οι νοικοκυραίοι που δεν μας ξέρανε τόσο, όσο οι θείοι κι οι θείες που φροντίζανε να μας χαρίζουνε δίφραγκα , τάλληρα και δραχμές…

Μ΄ αυτά τα λεφτά είμασταν άνετα όλα και θα μπορούσαμε να έχουμε το δικό μας «κεφάλαιο» να αγοράσουμε ότι μας ταίριαζε από τον Καραμπατάκη, τον Τζίμη και να διαλέξουμε από τα βιβλιοπωλεία των αφων Δούκη , και του άλλου… του Στέφανου Δούκη, χρυσόσκονη, γόμα, χρυσά χαρτόνια σκαλιστά με όμορφα αγγελούδια σε ροζ φτερά, με μπλε φτερά και ένα σωρό κάρτες που εύχονταν ολόκαρδα «υγείαν και ευτυχίαν δια τας εορτάς των Χριστουγέννων, και της νέας Χρονιάς».

Σκυμμένα πάνω στα εικονογραφημένα παραμύθια «δραπετεύαμε» από τον πραγματικό κόσμο, για να συναντήσουμε τους ήρωες που μας γοήτευαν… Η Χιονάτη με τους επτά νάνους, η Σταχτοπούτα με το τυχερό της γοβάκι, τα τρία γουρουνάκια, οι μύθοι του Αισώπου, λίγο πολύ ήταν γνωστά στα περισσότερα παιδιά… μαζί με την πιο όμορφη ιστορία, το αστέρι που οδήγησε τους τρείς μάγους, τον Γκασπάρ, τον Μεχλιόρ και τον Βαλτάσαρ που φτάσανε στην ταπεινή φάτνη να προσκυνήσουνε τον Σωτήρα του κόσμου, που γεννιούνταν και ζεσταίνονταν από τα χνώτα των ζώων.

Είμασταν ανυπόμονα και χαρούμενα κι ας μεγαλώναμε με τα λίγα πάντα, φορώντας τα ρούχα απ΄ τα μεγαλύτερα αδέλφια και ξαδέλφια, έχοντας μάθει να τα δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα. Στα σπιτικά μας απ΄ τις αρχές του μήνα υπήρχε ένας γενικός ξεσηκωμός, από σκουπίσματα, οι κόκκινες φλοκάτες στρώνονταν στο πάτωμα και στα ντιβάνια των καθημερινών και «ζέσταιναν» το χώρο.

Ένα σωρό γιορτές είχε ο Δεκέμβρης απ΄ την αρχή ως το τέλος του… ξεκινώντας από την Αγία Βαρβάρα, τον ΄Αη Σάββα, τον ΄Αη Νικόλα, την Αγία ΄Αννα, τον ΄Αγιο Σπυρίδωνα, τον ΄Αη Λευτέρη, κι όσοι είχαν την τιμητική τους, με πολύ καλό τρόπο καλοδέχονταν τους συγγενείς, τους φίλους, τους γείτονες, που έσπευδαν να ευχηθούνε και να κεραστούνε.

Ο στολισμός του Χριστουγεννιάτικου δένδρου ήταν για τα παιδιά ιεροτελεστία. ΄Ενας μικρός κέδρος, κομμένος από κοντινά μέρη, ήταν ότι έπρεπε. Ακόμα και καραμέλες τυλιγμένες σε χρωματιστή ζελατίνα ή χρυσόχαρτο και έδεναν και σε μια κλωστίτσα γίνονταν κι αυτές στολίδι, μαζί με τις μπάλες που αγοράζονταν απ΄ τον Τσολάκη και τον Ρουβά, δύο καταστήματα νεωτερισμών στην οδό Ερμού. Το δένδρο ήθελε το «χιόνι» του και τούφες- τούφες από μπαμπάκι τοποθετούνταν πάνω στα κλαδιά. Ούτε λόγος να γίνεται για φωταγώγηση. Αυτά ήλθαν αρκετά χρόνια μετά. ΄Ισως λίγοι διέθεταν τρόπο να τα προμηθευτούν από το εξωτερικό.

Μέσα στο Δεκέμβρη κατέφθαναν ευχετήριες κάρτες από την Αμερική μαζί με δυο πεντοδόλλαρα, δώρο για τα μικρά της οικογένειας. Κι άλλες κάρτες έφθαναν από συγγενείς ή φίλους που ζούσανε σε άλλες πόλεις του εσωτερικού. ΄Ετσι  στο δένδρο μας έμπαιναν όλα αυτά και κάποια ολόγυρα, προσθέτοντας στο τέλος γύρω από τη γλάστρα του, μια κούκλα, ένα αυτοκινητάκι και το «πάρτα όλα» -σβούρα για ομαδικό παιχνίδι…

Δεκέμβρης, με σόμπα που έκαιγε απ΄το πρωϊ ως τις 9:30 μμ που κλείναν τα μάτια για γκαβονούμη… στο καθημερινό, που γίνονταν… και κρεββατοκάμαρα… Η αυτού μεγαλειότης η σόμπα, έψενε φέτες ψωμί, έψενε κάστανα, έβραζε στο γκιούμι νερό δια πάσαν χρήσην, ακόμα ζέσταινε και την τραχανόσουπα ή τις χυλοπίττες – σπιτικά όλα- με μπόλικο τυρί, ταμάμ για βραδυνό φαϊ… κι έως ότου γίνουνε, γεμίσουνε τα λουκάνικα του δωδεκαημέρου. ΄Ένα δεκαήμερο προ των Χριστουγέννων οι προμηθευτές μας κρεοπώλες ή οι κουμπάροι από τη Σδράλτσι κατέφθαναν να μας φέρουν το χοιρινό κρέας, τα έντερα , τον παστό. Κι ενώ οι νοικοκυρές, έστηναν τη μηχανή, καθάριζαν τα κρεμμύδια, έβαζαν χοντρό αλάτι ζυγισμένο στον κιμά, τσιουμπρίτσα, κρασί μπρούσκο,  έπλεναν κι αναποδογύριζαν τα έντερα σε ξύδι και νερό, εμείς τα παιδιά βρισκόμασταν σε συνεννόηση  με ποιους θα βγούμε να τραγουδήσουμε. Τα πιο οργανωτικά από μας πλάσματα, τοίμαζαν μια λίστα, ξεκινώντας από τους πιο «οικονομικά εύρωστους» , έβαζαν στην άκρη τα καλαθάκια ή τα τουρβαδάκια τους, κι όλα ψαχνόμασταν μήπως βρούμε καμμιά τσέπη απ΄ όπου θα υπήρχε πιθανόν διαρροή κεφαλαίου…

Χειμώνας με κρύο , χιόνι μπόλικο. Του ΄Αη Νικόλα η γειτονιά μας δίπλα στο πάρκο των Μακεδονομάχων, και κοντά στα ψαράδικα τιμούσε τον ΄Αγιο των ποταμών, των θαλασσών και των λιμνών. Οι ψαράδες ντόπιοι και μικρασιάτες τον γιορτάζανε με κρασί και μουσική, βγαίνανε στη γειτονιά, χορεύοντας κι η μέρα εκείνη είχε το δικό της χρώμα.

Μετρούσαμε τις μέρες, μια μια, ως ότου νάρθει το σχόλασμα. Σε μια Καστοριά, όπου το τηλέφωνο ήταν άγνωστο, όπως  και η ηλεκτρική κουζίνα , το πλυντήριο κι άλλα πολλά. Δεν είχαν «ξεφύγει» ακόμη τα νοικοκυριά από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, οι γκαζιέρες κι οι έξω φούρνοι φροντίζανε για το καθημερινό φαγητό… έως ότου μπήκε τροπαιοφόρο το πετρογκάζ στην ελληνική οικογένεια.

Μένοντας στην άκρη της πόλης ο Κωστάκης «κράτησε» τον φτωχούλη της γειτονιάς στα γραπτά και τις αναμνήσεις του… θυμούμενος από την μια εκείνον κι από την άλλη «το σπίτι με τα κόκκινα φανάρια»…

Απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Βέργου

«HELLO BOYS» – εκδόσεις Πάραλος.

Είχε τελειώσει και με τον τελευταίο έναν μεθυσμένο πελάτη και ρίχνοντας όπως όπως, μια μακριά, σχεδόν διάφανη ρόμπα  πάνω της, έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της και κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα και με αεράτο περπάτημα, όπως αρμόζει σε μια ΚΥΡΙΑ, πηγαίνει και το αφήνει μπροστά στη μισανοιγμένη πόρτα του κυρ Αντώνη, την κλείνει ψιθυρίζοντας…

-Καληνύχτα κυρ Αντώνη. Καληνύχτα…

2018. Με τις εμπειρίες του χτές, αντέχουμε στον παρόντα χρόνο… Μπορεί νάχουνε περάσει αρκετές δεκαετίες… Ωστόσο παραμένουνε στο πατάρι των αναμνήσεων οι παιδικές φιγούρες με τις μύτες να τρέχουνε απ΄ το κρύο, τα παγωμένα χεράκια και μουτράκια, τ΄ αθώα προσωπάκια που τραγουδούσανε στους γειτονικούς δρόμους τα κάλαντα των ημερών…

«Στη γωνιά μας κόκκινο τ΄ αναμμένο τζάκι…

τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι».

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Πηγή

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια