Μειώνεται ο φόρος των επιχειρήσεων, αλλά όχι για τις τράπεζες

Οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να φορολογούνται με συντελεστή 29% και να πληρώνουν προμήθεια 1,5% στο Δημόσιο για την εγγυημένη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που εμφανίζουν ως εποπτικό κεφάλαιο

bank_31
Αρχική » Ελλάδα » Μειώνεται ο φόρος των επιχειρήσεων, αλλά όχι για τις τράπεζες

Δεν θα καρπωθούν οι τράπεζες την επικείμενη μείωση του εταιρικού φόρου που ετοιμάζει η κυβέρνηση, στη βάση της οποίας ο συντελεστής φορολόγησης των κερδών των επιχειρήσεων θα μειωθεί από το 29% στο 25% σε βάθος τετραετίας. Αντιθέτως θα εξακολουθήσουν να φορολογούνται με συντελεστή 29% και να πληρώνουν προμήθεια 1,5% στο Δημόσιο για την εγγυημένη από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που εμφανίζουν ως εποπτικό κεφάλαιο.

Σημειώνεται πως με την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση μια επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να συμψηφίζει ζημίες παλαιότερων χρήσεων με κερδοφόρες χρήσεις, καταβάλλοντας μικρότερο φόρο από αυτόν που της αναλογεί. Η αναβαλλόμενη φορολογία µε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς το αντίστοιχο ποσό αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο.

Να σημειωθεί πως με βάση τα στοιχεία των τραπεζών επί συνολικών ιδίων εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών 28,2 δισ. ευρώ, τα 16,5 δισ. ευρώ συνιστούν κεφάλαια από αναβαλλόμενο φόρο. Συγκεκριμένα ο αναβαλλόμενος φόρος συνιστά 40% των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων της Alpha Bank (3,4 δισ. ευρώ), 71% της Εθνικής (4,9 δισ. ευρώ), 75% της Eurobank (4,1 δισ. ευρώ) και 58% της Πειραιώς (4,1 δισ. ευρώ).

Ωστόσο, η ως άνω εγγύηση (και κατά συνέπεια το αναγνωρισμένο ως εποπτικό κεφάλαιο ποσό) υπόκειται σε περιορισμούς προκειμένου να µην τεθούν ζητήματα κρατικών ενισχύσεων.

Η κυβέρνηση και οι θεσμοί, λαμβάνοντας υπόψη το 2015 ότι λόγω της αύξησης του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων από το 26% στο 29%, το αντίστοιχο ποσό της εγγυημένης από το Δημόσιο αναγνωρισμένης ως εποπτικού κεφαλαίου αναβαλλόμενης φορολογίας αυξήθηκε αντίστοιχα, προέβλεψαν την υποχρέωση των τραπεζών και άλλων 30 επιχειρήσεων που έκαναν χρήση των διατάξεων του άρθρου 27Α του ν. 4172/13 και οι οποίες ωφελήθηκαν, να καταβάλλουν ετήσια προμήθεια προς το Δημόσιο, η οποία υπολογίζεται µε βάση την ως άνω ωφέλεια.

Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη το ποσό της προμήθεια υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας με συντελεστή 1,5% το γινόμενο της διαφοράς μεταξύ του ισχύοντος συντελεστή φορολόγησης και του συντελεστή φορολόγησης 26% διά του ιδίου συντελεστή 26% επί το συνολικό ποσό της εγγυημένης από το Δημόσιο αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ανά υπόχρεο πρόσωπο.

Ο νόμος προβλέπει πως η προμήθεια καταβάλλεται εντός έξι μηνών από τέλος κάθε φορολογικού έτους και για όσο διάστημα ο φορολογικός συντελεστής των υπόχρεων νομικών προσώπων παραμένει υψηλότερος του 26% και υπολογίζεται µε συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο, τον οποίο θα εφαρμόζει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (µε μέριμνα της Διεύθυνσης Κίνησης κεφαλαίων, Εγγυήσεων και Δανείων), κατόπιν γραπτής ενημέρωσης που θα λαμβάνει από την Τράπεζα της Ελλάδος για τον αριθμό των υπόχρεων προσώπων και το ακριβές ύψος του ποσού της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενης απαίτησης ανά υπόχρεο πρόσωπο.

Για να μην αλλάξει το ανωτέρω σχήμα και για να μην μειωθεί η εγγυημένη από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση που εμφανίζουν ως εποπτικό κεφάλαιο οι τράπεζες, τα πιστωτικά ιδρύματα θα εξαιρεθούν από τη μείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων!

Πηγή

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια