Η επιχειρηματικότητα μετά το μνημόνιο – Μεγάλο στοίχημα οι μικρομεσαίοι

Τα σημάδια σταθεροποίησης των τελευταίων δύο ετών, οι προκλήσεις και τα βήματα που πρέπει να γίνουν άμεσα για να σταθεροποιηθεί η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας

Αρχική » Ελλάδα » Η επιχειρηματικότητα μετά το μνημόνιο – Μεγάλο στοίχημα οι μικρομεσαίοι

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αντιπροσωπεύουν το 87% της απασχόλησης και περίπου το 19,3% του ΑΕΠ, δικαίως θεωρούνται η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας και ένας από τους βασικότερους πυλώνες της.

Της Μαρίας Σμιλίδου

Στα χρόνια της κρίσης, η ραγδαία απώλεια εισοδημάτων στραγγάλισε την καταναλωτική δύναμη των πολιτών, επιφέροντας βαρύ πλήγμα στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Από τον επιχειρηματικό χάρτη αφανίστηκαν 220.000 επιχειρήσεις, καθώς από ένα σύνολο 840.000 το 2008 κατάφεραν να παραμείνουν ζωντανές μόνο οι 620.000 μέχρι το 2014 και εξ αυτών ένας μεγάλος αριθμός εξακολουθεί να υφίσταται ως επιχείρηση-ζόμπι λόγω της νομοθετικής θηλιάς, που δεν επιτρέπει στον επιχειρηματία να κλείσει την επιχείρησή του, εφόσον δεν έχει διευθετήσει όλες τις οικονομικές του εκκρεμότητες.

Την τελευταία διετία, η ελληνική οικονομία έχει δώσει σαφή δείγματα σταθεροποίησης, κάνοντας τα πρώτα ανοδικά βήματα προς την κατεύθυνση της κανονικότητας. Αποτελεί πλέον κοινή παραδοχή ότι οι δείκτες του οικονομικού κλίματος και του μακροοικονομικού περιβάλλοντος βελτιώνονται.

Η μείωση της ανεργίας, η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, το θετικό ισοζύγιο εγγραφών – διαγραφών επιχειρήσεων και οι ισχυρές επιδόσεις στον κλάδο του τουρισμού αποτελούν θετικές εξελίξεις για την ελληνική οικονομία, χωρίς όμως εμφανές -προς το παρόν- αντίκρισμα στον κόσμο της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.

Η υπερφορολόγηση, η υπερχρέωση και η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να χορηγεί δάνεια συνοψίζουν το ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να επιβιώσει και να αναπτυχθεί ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας στην Ελλάδα του 2018, ακολουθώντας ταυτοχρόνως και τις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, που μεταβάλλονται με ταχύ ρυθμό.

Τα προβλήματα υπερχρέωσης παραμένουν «στο κόκκινο» τουλάχιστον για μία στις τέσσερις επιχειρήσεις, σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) της ΓΣΕΒΕΕ που αποτυπώνει το οικονομικό κλίμα το α΄ εξάμηνο του 2017.

Το υψηλότερο ποσοστό των επιχειρήσεων με καθυστερημένες οφειλές αφορά σε περίπου 300.000 επιχειρήσεις με χρέη προς το πρώην ασφαλιστικό ταμείο των επαγγελματιών (ΟΑΕΕ). Το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν ότι έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία παραμένει σταθερά υψηλό στο 23,8%, παρά τις διάφορες ρυθμίσεις που έχουν εισαχθεί. Το στοιχείο αυτό συμβαδίζει με τις συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 5,47 δισ. ευρώ (στοιχεία ΑΑΔΕ) που προστέθηκαν το 2017.

Οι στατιστικές εκτιμήσεις του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ δείχνουν ότι συντηρείται ένα καθεστώς υψηλής έκθεσης των επιχειρήσεων σε οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Κι ενώ οι συζητήσεις περιστρέφονται κυρίως γύρω από το δημόσιο χρέος, το ιδιωτικό χρέος, που αφορά στα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες, ξεπερνά πλέον τα 220 δισ. ευρώ.

«Θανατηφόρο χτύπημα» το πάγωμα λογαριασμού

Στο βαρύ επιχειρηματικό περιβάλλον που επικρατεί, έμποροι, βιοτέχνες και αυτοαπασχολούμενοι θέτουν μετ’ επιτάσεως το αίτημα για θέσπιση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού. Με τις κατασχέσεις λογαριασμών να ξεπερνούν τα 1,1 εκατομμύρια ΑΦΜ και την προειδοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών ότι εντός του 2018 θα επεκταθούν σε επιπλέον 1,8 εκατομμύρια, το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό για σημαντικό ποσοστό της παραγωγικής δύναμης του τόπου.

Η κατάσχεση και αδρανοποίηση του λογαριασμού ουσιαστικά καταδικάζει σε «θάνατο» τον αυτοαπασχολούμενο, καθώς αδυνατεί στο εξής να πραγματοποιήσει σχεδόν δέκα πληρωμές προς ΔΕΚΟ, προμηθευτές και μισθοδοσία προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των φόρων (ΕΝΦΙΑ, τέλος επιτηδεύματος, ασφαλιστικές εισφορές, φόρος εισοδήματος κ.ά.).

Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, υποστηρίζει στη «Νέα Σελίδα» ότι οι ροές χρήματος στον ακατάσχετο λογαριασμό ιχνηλατούνται μέσω του e-banking, των POS και των τραπεζικών επιταγών, οπότε οι περιπτώσεις διακίνησης μαύρου χρήματος εντοπίζονται εύκολα με έναν απλό έλεγχο.

Οι μεγάλες τραπεζικές επιβαρύνσεις από τη χρήση του πλαστικού χρήματος αποτελούν μια ακόμη «ρουφήχτρα» του εμπορικού τζίρου. Με τη χρέωση μέσω των POS να ανέρχεται στο 0,7% μεσοσταθμικά, το κόστος της χρήσης καρτών για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες υπολογίζεται ετησίως στα 190 εκατ. ευρώ, καθώς, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Βασίλη Κορκίδη, στα ποσοστά επιβαρύνσεων που θέτει ο Κανονισμός της ΕΕ οι ελληνικές τράπεζες συμπεριλαμβάνουν επίσης το μερίδιο που οι ίδιες υποχρεούνται να αποδώσουν στην εκδότρια τράπεζα, δηλαδή τη Visa – Mastercard.

Πιο ανθεκτικές οι επιχειρήσεις της κρίσης

Η κρίση γέννησε πολλές νέες μικροεπιχειρήσεις και ταυτοχρόνως δημιούργησε έναν ποιοτικό διαχωρισμό – δυϊσμό ως προς τον σκοπό για τον οποίο κάποιος μπαίνει πλέον στο επιχειρείν.

Πρόκειται για την «επιχειρηματικότητα ανάγκης» και την «επιχειρηματικότητα ευκαιρίας». Υπάρχει σημαντικός αριθμός εργαζομένων που αντιμετώπισαν το αδιέξοδο της ανεργίας και, ωθούμενοι κυρίως από την ανάγκη για την εξασφάλιση ενός εισοδήματος, άνοιξαν μια πολύ μικρή επιχείρηση χωρίς πρότερη γνώση ή εμπειρία.

Η λεγόμενη «επιχειρηματικότητα ανάγκης» συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της ανεργίας, ωστόσο δεν εμπεριέχεται σε αυτή το όραμα προς μια κατεύθυνση με περιθώρια σημαντικής μετεξέλιξης. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι επιχειρήσεις που άνοιξαν μέσα στην κρίση είναι οι πιο ανθεκτικές εξαιτίας της απουσίας βαρών των παρελθόντων ετών αλλά και λόγω της συγκρατημένης και ορθολογικής διαχείρισης.

Ευρωπαϊκό πρόγραμμα

Διακόσιες πενήντα επιχειρήσεις έχουν ήδη ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Εγκαιρης Προειδοποίησης Επιχειρήσεων και 2ης Ευκαιρίας. Οταν μια επιχείρηση διαισθανθεί ότι κινδυνεύει, μπαίνει στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, κάνει αίτηση και άμεσα ειδικοί επιστημονικοί συνεργάτες την επισκέπτονται, συλλέγουν στοιχεία και προχωρούν σε μια ιδιότυπη… διάγνωση των παθογενειών που την ταλανίζουν. Στο επόμενο στάδιο αναλαμβάνει δράση ο μέντορας της ειδικότητας που απαιτείται.

Η πρόσφατη εμπειρία, πάντως, έχει αποδείξει ότι οι οικονομικές δυσχέρειες είναι απλώς το σύμπτωμα. Οι αιτίες που κλυδωνίζουν τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι συχνότερα οι ενδοεταιρικές ή οικογενειακές προστριβές, η διαδοχή στη διοίκησή τους, η κοστολόγηση ή, άλλοτε, η διαχείριση χρόνου.

Στο πρόγραμμα, στο οποίο συμμετέχουν το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ ως εθνικός συντονιστής και το ΕΕΑ, εκτός από την Ελλάδα συμμετέχουν ακόμη έξι χώρες. Η Δανία, η Γερμανία και το Βέλγιο παρέχουν την τεχνογνωσία, ενώ οι χώρες-πιλότοι είναι η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία.

Γιώργος Καββαθάς (Πρόεδρος ΓΣΕΒΕΕ): «Οι ΜμΕ βγαίνουν από την Εντατική»

Επειτα από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης και οκτώ χρόνια πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) φαίνεται να βγαίνουν από την «Εντατική», καθώς η ελληνική οικονομία σταθεροποιείται, δείχνοντας ταυτόχρονα δειλά αλλά σταθερά σημάδια ανάκαμψης. Αυτή η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν σημαίνει, ωστόσο, ούτε αντιστάθμιση των απωλειών ούτε ξεπέρασμα των χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων για τις ελληνικές ΜμΕ.

Προσαρμοσμένες σε ιδιαίτερα χαμηλές πτήσεις εξαιτίας της ραγδαίας μείωσης στα εισοδήματα των νοικοκυριών και κατ’ επέκταση της καταναλωτικής τους δαπάνης, οι ΜμΕ διατηρούν ανάλογα χαμηλές προσδοκίες ως προς τη συμμετοχή και το μερίδιό τους στην αναπτυξιακή διαδικασία.

Τα εμπόδια που ορθώνονται σε μια τέτοια συμμετοχή είναι, μεταξύ άλλων, η υπέρμετρη φορολόγηση (ιδιαίτερα για εκείνη την κατηγορία της επιχειρηματικής δραστηριότητας που έχει χαρακτηριστεί «επιχειρηματικότητα ανάγκης»), οι μεγάλες δυσχέρειες στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση -είτε αφορά σε κεφάλαια κίνησης είτε σε επενδυτικά κεφάλαια- και ο ιδιαίτερα στενός επιχειρηματικός τους ορίζοντας.

Αντίστοιχα, τα αιτήματα και οι προτάσεις πολιτικής της ΓΣΕΒΕΕ είναι προσανατολισμένα στην υπέρβαση αυτών των τριών εμποδίων. Εκτός από το πάγιο αίτημα για απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και για παράλληλη μείωση του διοικητικού κόστους, η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι η ενδεχόμενη μείωση του φορολογικού βάρους για τις επιχειρήσεις δεν πρέπει να είναι οριζόντια, αλλά αναλογική.

Για το ζήτημα της πρόσβασης στη χρηματοδότηση πάγιο αίτημα της ΓΣΕΒΕΕ ήταν η θεσμοθέτηση και λειτουργία μιας αναπτυξιακή τράπεζας «ειδικού σκοπού», με ενεργοποίηση όλων των μέχρι σήμερα αδρανών μικροχρηματοδοτικών εργαλείων και με μερική παράκαμψη των «συστημικών τραπεζών». Τέλος, αναφορικά με τη διεύρυνση του επιχειρηματικού ορίζοντα των ελληνικών ΜμΕ, οι προτάσεις της ΓΣΕΒΕΕ εστιάζουν στον σχηματισμό συστάδων επιχειρήσεων αλλά και στην ένταξη των ΜμΕ είτε σε αλυσίδες αξίας είτε σε ολοκληρωμένα επιχειρηματικά πάρκα.

Για τη ΓΣΕΒΕΕ η συμμετοχή των ΜμΕ στην αναπτυξιακή διαδικασία δεν είναι απλώς ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά οικονομικής δημοκρατίας. Αντίστοιχα, και ο αποκλεισμός τους από τη διαδικασία αυτή δεν είναι μια αδικία ανάμεσα στις τόσες άλλες, αλλά εκφυλισμός σε οικονομική ολιγαρχία.

Βασίλης Κορκίδης (Πρόεδρος ΕΣΕΕ): «Η χρηματοδότηση σε Ελλάδα και ΕΕ»

Η περιδίνηση στην οποία έχουν εισέλθει από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα οι εγχώριες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) οφείλεται σε μια δέσμη παραγόντων, που, αν και έχουν επανειλημμένως επισημανθεί και αναλυθεί, δυστυχώς η πρόοδος που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα δεν είναι ικανοποιητική. Ζ

ήτημα μείζονος σημασίας αποτελεί η περιορισμένη πρόσβαση των ΜμΕ στη ρευστότητα, με τα τραπεζικά ιδρύματα να επιτείνουν, αντί να συνεισφέρουν στην επίλυση μιας τόσο νευραλγικής παραμέτρου.

Παράλληλα, η υψηλότατη αναλογία εισοδήματος των επιχειρήσεων (έως και 60%-65%) που πρέπει να αποδίδεται στο Δημόσιο, υπό τη μορφή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία αντίστοιχα, αφαιρεί σημαντικούς για την επιβίωση και την ανάπτυξή τους πόρους.

Αν σε όλα τα παραπάνω προστεθούν η γραφειοκρατία, ο αργός ρυθμός απονομής δικαιοσύνης και η έλλειψη εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης (μικροδάνεια), γίνεται αντιληπτό γιατί το επιχειρηματικό κλίμα στην Ελλάδα χρήζει δραστικών αλλαγών.

Τα υφιστάμενα προγράμματα ΕΣΠΑ προσφέρουν μεν περισσότερες λύσεις στα διαρκώς αυξανόμενα προβλήματα των ελληνικών επιχειρήσεων, σε σύγκριση όμως με τα οφέλη που απολαμβάνουν οι ευρωπαϊκές ΜμΕ από αντίστοιχου περιεχομένου δράσεις υπολείπονται σημαντικά.

Ο προϋπολογισμός κονδυλίων ΕΣΠΑ για την τόνωση της επιχειρηματικότητας υστερεί σε σχέση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό, ο οποίος καταγράφει αυξητική τάση, καλύπτοντας ολοένα και περισσότερες πτυχές της καθημερινότητάς τους. Αποτέλεσμα των παρατηρούμενων αποκλίσεων είναι το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας των ελληνικών ΜμΕ λόγω του κατά πολύ μεγαλύτερου κόστους χρηματοδότησης -έως και 2,5 φορές υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό-, της υπερφορολόγησης και του ιδιαιτέρως επιβαρυντικού μη μισθολογικού κόστους.

Σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί μόνο η ανάδειξη της σημασίας και της έντασης των δυσχερειών που αποτρέπουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση ούτε μόνο η διόδευση πόρων στην πραγματική οικονομία. Για την καθολική ανατροπή της σημερινής κατάστασης χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση. Να αρθούν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι ΜμΕ, να λυθούν τα προβλήματά τους και να υπάρξουν διαθέσιμοι πόροι, για τους οποίους μπορούν να είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση.

Για την ενίσχυση της Ρευστότητας

Τέσσερα χρηματοδοτικά προγράμματα από την Κομισιόν

Στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «τρέχει» τέσσερα συγκεκριμένα χρηματοδοτικά προγράμματα. Πρώτον, το πρόγραμμα COSME, που απευθύνεται αποκλειστικά για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ΜμΕ για τη χρονική περίοδο 2014-2020 με συνολικό προϋπολογισμό 2,3 δισ. ευρώ.

Η χρηματοδότηση γίνεται με πόρους που παρέχει η Κομισιόν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, το οποίο με τη σειρά του τους διοχετεύει σε ενδιάμεσους φορείς σε κάθε χώρα-μέλος. Στην Ελλάδα το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων έχει υπογράψει συμφωνίες με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες: την Alpha Bank, τη Eurobank, την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς.

Η χορήγηση δανείων γίνεται με προνομιακούς όρους και μειωμένες εξασφαλίσεις, με μέγιστο ποσό δανείου τα 150.000 ευρώ. Εχει προβλεφθεί ότι μέσω των συμφωνιών αυτών μπορούν να χορηγηθούν δάνεια συνολικού ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ στις ΜμΕ σε περίοδο διαρκείας τριών ετών.

Δεύτερον, «τρέχει» το πρόγραμμα Innovfin, που παρέχει δάνεια ή εγγυήσεις πλήρους ή μειωμένης εξασφάλισης σε καινοτόμες ΜμΕ ή μικρές επιχειρήσεις μεσαίας κεφαλαιοποίησης για έργα καινοτομίας επένδυσης ύψους από 25.000 ευρώ έως 7,5 εκατ. ευρώ.

Τρίτον, το πρόγραμμα EaSI παρέχει μικροδάνεια έως 25.000 ευρώ σε πολύ μικρές επιχειρήσεις και σε άτομα ευάλωτων κοινωνικών ομάδων που επιθυμούν να συστήσουν ή να αναπτύξουν μια πολύ μικρή επιχείρηση αλλά και κεφάλαια ύψους έως 500.000 ευρώ σε επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας.

Και, τέταρτον, υπάρχουν τα χρηματοδοτικά προγράμματα που παρέχονται από τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία με σκοπό τη χρηματοδότηση δανείων και την παροχή εγγυήσεων, κεφαλαίων ή επιχορηγήσεων σε επιχειρήσεις.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 56 στη «Νέα Σελίδα» την Κυριακή 22/7/2018

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια