ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΦΗΒΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ, ΠΟΙΗΣΗΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΙ ΑΦΙΣΑΣ «ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΑΡΒΑΡΗΣ»

Δημήτριος Δάρβαρης: Ο Κλεισουριώτης που αποτελεί έναν από τους βασικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

darvaris
Αρχική » Δυτική Μακεδονία » Καστοριά » ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΦΗΒΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ, ΠΟΙΗΣΗΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΙ ΑΦΙΣΑΣ «ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΑΡΒΑΡΗΣ»

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΦΗΒΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ, ΠΟΙΗΣΗΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΙ ΑΦΙΣΑΣ «ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΑΡΒΑΡΗΣ» – Δημήτριος Δάρβαρης: Ο Κλεισουριώτης που αποτελεί έναν από τους βασικότερους εκπροσώπους του Νεολληνικού Διαφωτισμού.

Ποιος ήταν ο Δημήτριος Δάρβαρης

Ο Δημήτριος Δάρβαρης υπήρξε λόγιος με ευρεία πανεπιστημιακή μόρφωση και σημαντικό συγγραφικό έργο, αποτελούμενο κυρίως από μεταφράσεις και άλλα εγχειρίδια εκπαιδευτικού χαρακτήρα.

Γιος του Νικολάου Δάρβαρη, ενός ευκατάστατου εμπόρου εγκατεστημένου στο Σεμλίνο της Ουγγαρίας, γεννήθηκε στην Κλεισούρα της δυτικής Μακεδονίας προς τα μέσα του 18ου αιώνα. Διδάχθηκε τα στοιχειώδη γράμματα στη γενέτειρά του και όταν έγινε δώδεκα ετών μετέβη με τον αδελφό του Ιωάννη στο Σεμλίνο για να σπουδάσει [Γιομπλάκης, 1971: 315]. Παρόλο που η οικογένειά του τον προόριζε ως διαχειριστή της εμπορικής της επιχείρησης, ο νεαρός Δάρβαρης δεν φαινόταν να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των γονιών του καθώς παρουσίαζε μια έμφυτη τάση στα γράμματα.

Έτσι, στάλθηκε στην ελληνοσλαβική σχολή της Σούρμας, στην πόλη του Σιρμίου Ρούμαν, προκειμένου να καλλιεργήσει την έφεσή του στις θεωρητικές σπουδές. Εκεί παρέμεινε τρία χρόνια και διδάχθηκε την ελληνική, σλαβική και βουλγαρική γλώσσα παράλληλα με ιστορία και γεωγραφία [Γιομπλάκης, 1971: 317]. Χαρακτηριστική υπήρξε η κλίση του στη γλωσσομάθεια και οι πολύ καλές επιδόσεις του, τις οποίες αναγνώρισαν οι καθηγητές του και τον προέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του στο Neusatz. Στο εκπαιδευτικό αυτό ίδρυμα διδάχθηκε επιπλέον αρχαία ελληνικά από τον φημισμένο Καστορινό Γεώργιο Λεοντιάδη. Όταν ολοκλήρωσε τη φοίτησή του επέστρεψε στο Σεμλίνο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του ιατροφιλοσόφου Κωνσταντίνου Ιωαννίτη. Το 1777 αναχωρεί για το Βουκουρέστι προκειμένου να σπουδάσει φιλοσοφία στην Ακαδημία της πόλης, όπου και του δίνεται η δυνατότητα να εκτεθεί στη διδασκαλία των διακεκριμένων Μανασή Ηλιάδη και Θεοδόσιου Σιλιστριανού [Γιομπλάκης, 1971: 317]. Τρία χρόνια αργότερα μετέβη στη Βιέννη, όπου με τη μεσολάβηση του αδελφού του Ιωάννη συναντήθηκε με τον δάσκαλο Θωμά Μανδακάση. Με υπόδειξη του τελευταίου γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της γερμανικής πόλης Halle και παρέμεινε εκεί για τα επόμενα τέσσερα χρόνια περίπου παρακολουθώντας τις διαλέξεις του φιλοσόφου J.B. Eberhard και του μαθηματικού W. Karsten [Γιομπλάκης, 1971: 317]. Ακολούθως, θα εμπλουτίσει το γνωστικό του πεδίο με φιλολογικά και φιλοσοφικά μαθήματα στο πανεπιστήμιο της Λειψίας και με ενδιάμεσο σταθμό τη Βιέννη θα καταλήξει στο Σεμλίνο. Εκεί, και για τα επόμενα εννέα περίπου χρόνια, θα αναλάβει την διεύθυνση του τοπικού ελληνικού σχολείου.

Κατά τη διάρκεια της σχολαρχίας του επεδίωξε να αυξήσει το κύρος της σχολής και να μορφώσει ικανούς και πολλά υποσχόμενους μαθητές [Γιομπλάκης, 1971: 318-320]. Από τη θέση αυτή αποχωρεί το 1794 αφήνοντας αντικαταστάτη του τον Γ. Αυξεντίδη για να μεταβεί στη Βιέννη με την προοπτική να εργαστεί ως λογοκριτής σλαβικών βιβλίων. Η ιδέα είχε προταθεί από τον αδελφό του Ιωάννη, που διέμενε στην αυστριακή πρωτεύουσα, αλλά τελικά δεν ευοδώθηκε [Γιομπλάκης, 1971: 318]. Μετά, λοιπόν, την ατυχή έκβαση του φιλόδοξου σχεδίου, ο Δάρβαρης εργάστηκε αμισθί ως διδάσκαλος στην ελληνική παροικία κερδίζοντας την εκτίμηση και το σεβασμό των διανοουμένων και άλλων παραγόντων της ελληνόφωνης κοινότητας [Γιομπλάκης, 1971: 318]. Εγκατεστημένος στη Βιέννη με τους τέσσερις αδελφούς του (Πεντάδα) θα παραμείνει μέχρι και το θάνατό του στη διεύθυνση της εκεί ελληνικής σχολής, που στις μέρες του έγινε κοινοτική.

Ο Δ. Δάρβαρης ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων και άλλων συγγραμμάτων ηθοπλαστικού κυρίως περιεχομένου, ενώ παράλληλα επιδόθηκε σε μεταφράσεις έργων από τα ρωσικά, γερμανικά και σλαβικά, που ήταν κατά κανόνα θρησκευτικής και παιδαγωγικής κατεύθυνσης. Ακόμη, μετέφρασε από τα ελληνικά σε ξένες γλώσσες και επεδίωξε να συγγράψει έργα κλασικών στην καθομιλουμένη. Σκοπός του ήταν να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα κατανοητή, ώστε να ωφελήσει κατά το δυνατό το ελληνορθόδοξο κοινό του και να συμβάλει στην πνευματική του προαγωγή. Έτσι, διατήρησε ουδέτερη στάση στην αντιπαράθεση για το γλωσσικό ζήτημα, που κυριαρχούσε στις μέρες του [Γιομπλάκης, 1971: 321]. Το μεγαλύτερο ποσοστό των έργων του εκδόθηκε με δαπάνη των αδελφών του και κυρίως του Ιωάννη -πρόκειται για τα βιβλία εκείνα που ο ίδιος όρισε στη διαθήκη του να διανεμηθούν δωρεάν στα ελληνορθόδοξα σχολεία της Αυστρίας. Στα πλαίσια της παιδευτικής του δραστηριότητας για την πρόοδο του γένους εντασσόταν και η συμμετοχή του στον κύκλο που εξέδιδε το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος. Η σύνολη προσπάθειά του έβρισκε εμπνευστή και συμπαραστάτη τον υποστηρικτή της πρότασης για μια πιο δραστική πολιτική αναμόρφωση, Ρήγα. Οι δυο τους γνωρίστηκαν κατά πάσα πιθανότητα στη Μολδοβλαχία όταν ο Δάρβαρης σπούδαζε και ο Ρήγας υπηρετούσε ως γραμματέας των Ελλήνων ηγεμόνων [Γιομπλάκης, 1971: 319]. Σημαντική κρίνεται η εικασία ότι ο Δάρβαρης είχε κάποια ανάμειξη στα σχέδια και τις δραστηριότητες του Ρήγα.

Εργογραφία

——————————————————————————–

Γραμματική γερμανική ακριβεστάτη, Βιέννη, 1785
Καισαροβασιλική Διαταγή περί καμβίων, Βιέννη, 1787
Μικρά Κατήχησης, ήτοι Σύντομος Ορθόδοξος Ομολογία της Ανατολικής Εκκλησίας των Γραικών ή Ρωμαίων, Βιέννη, 1791
Ασφαλής Οδηγία εις την γνώσιν των ανθρώπων, ήτοι Θεοφράστου Ηθικοί Χαρακτήρες, Βιέννη, 1795
Αληθής Ευδαιμονία, Βιέννη, 1796
Χειραγωγία εις την καλοκαγαθίαν, Βιέννη, 1791
Σύντομος Ιερά Ιστορία της Εκκλησίας της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, Βιέννη, 1800
Μικρά Κατήχησις, Βιέννη, 1801
Εισαγωγή εις την ελληνικήν γλώσσαν, Βιέννη, 1802
Πρόχειρος Αριθμητική, Βιέννη, 1803
Εκλογάριον γραικικόν εις την χρήσιν των πρωτοπείρων της απλής διαλέκτου, Βιέννη, 1804
Μεγάλη Κατήχησις, Βιέννη, 1805
Γραμματική απλοελληνική, Βιέννη, 1806
Επιστολάριον κοινοφελές εις χρήσιν των περί την σπουδήν και εμπορίαν καταγινομένων νέων, Βιέννη, 1808
Επιτομή Φυσικής, Βιέννη, 1812-1813
Θεόφραστου Χαρακτήρες, Βιέννη, 1815
Σύντομος Γενική Ιστορία, Βιέννη, 1817(τόμ. Α’), Βιέννη, 1818(τόμ. Β’)
Χρηστομάθεια απλοελληνική εις χρήσιν της νεολαίας του Γένους, Βιέννη, 1820
Ε. ΑΜΥΓΔΑΛΑΚΗ
Α. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

——————————————————————————–

Γιομπλάκης Αθ., (1971), ”Δημήτριος Νικ. Δάρβαρης (1757-1823). Ο εκ Κλεισούρας της Μακεδονίας διδάσκαλος του Γένους”, Γρηγόριος ο Παλαμάς 54, σελ. 313-323, 403-409.
Καράς Γ., (1981), ”Δημήτριος Ν. Δάρβαρης (1757-1823)”, Ο Φυσικός Κόσμος τχ. 79, σελ. 18-19.

Πηγή http://www.lib.uoa.gr.

darvaris

darvaris1

darvaris2

 

Δείτε τι γράφει ο Κωνσταντίνος Μαλαφάντης για τον Δ. Δάρβαρη:

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δ. ΜΑΛΑΦΑΝΤΗ

Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΔΑΡΒΑΡΗΣ, Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ Ο «ΗΔΥΣΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ»

ΑΝΑΤΥΠΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΔ’ ΤΟΜΟΥ (2002) ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ:

ΑΘΗΝΑΙ 2002

ΚΩΝ  Δ. ΜΑΛΑΦΑΝΤΗ

Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΔΑΡΒΑΡΗΣ, Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ Ο «ΗΔΥΣΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ»

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης (1757-1823) υπήρξε σημαντικός λόγιος, δι­δάσκαλος, μεταφραστής και συγγραφέας πλήθους διδακτικών εγχειριδίων και έκλαϊκευτικών συγγραμμάτων της εποχής τοϋ Νεοελληνικού Διαφωτισμοΰ. Ηταν ένας από τους γιους τοϋ Νικολάου Δάρβαρη, ευκατάστατου πόρου στο Σεμλϊνο τής Ουγγαρίας και γεννήθηκε στήν Κλεισούρα τοϋ νομού Καστοριάς. Μολονότι προοριζόταν νά ασχοληθεί κι αυτός με τό εμπό­ριο, ή έντονη επιθυμία του τόν προσείλκυσε στά γράμματα. Τά πρώτα γράμ­ματα διδάχθηκε στή Βουδαπέστη. Συνέχισε τις σπουδές του στό Σεμλϊνο και στό Βουκουρέστι και κατόπιν στή Λειψία (κλασική φιλολογία) και στή Χάλη τής Σαξονίας (φιλοσοφία). Με τήν ολοκλήρωση τών σπουδών του δί­δαξε γιά πολλά χρόνια στό Σεμλϊνο ώς διδάσκαλος Ελλήνων και Σέρβων. Από τό 1795 εγκαταστάθηκε στή Βιέννη, όπου εργάστηκε ώς διδάσκαλος στήν εκεί ελληνική κοινότητα και ασχολήθηκε με τό παιδαγωγικό και συγ­γραφικό του έργο. Έκεΐ τύπωσε και όλα σχεδόν τά βιβλία του (πού χρημα­τοδοτούσαν τά αδέλφια του Ιωάννης και Πέτρος), περίπου 35 τόν αριθμό, τά όποια γνώρισαν επανειλημμένες επανεκδόσεις. Υπήρξε υπέρμαχος τής έκπαιδεύσεως τών νέων και διακήρυξε ότι ή παιδεία έπρεπε νά διαδοθεί σέ όλες τις κοινωνικές τάξεις γιά νά καταστούν χρήσιμα τά άτομα στό σύνολο. Ανήκε στον κύκλο πού εξέδιδε τό περιοδικό Ερμής ό Λόγιος1.

1. Γιά τή ζωή και τό έργο τοϋ Δημητρίου Ν. Δάρβαρη βλ.: α) Μιχαήλ Παπαμιχαήλ,
Δημήτριος Ν. Δάρβαρις Φιλόσοφος συγγραφεύς διδάσκαλος τον Γένους έκ Κλεισούρας – Μακεδονίας, 1757-1823, Θεσσαλονίκη 1956, β) Αθανάσιος Γιομπλάκης, «Δημήτριος Νικ. Δάρβαρις (1757-1823), Ό έκ Κλεισούρας τής Μακεδονίας Διδάσκαλος τοϋ Γένους», Γοηγόριος ό Παλαμάς, τόμ. 54 (1971), σσ. 313-323 και 403-409. γ) Ευθύμιος Θ. Σουλογιάννης, «Ή “Απλοελληνική Εγκυκλοπαίδεια” τοϋ Δ. Δάρβαρη και ή Ελληνική Κοινότης Βενετίας», Αθηνά 73-74 (1972-1973), σσ. 416-425, δ) Γιάννης Καράς, «Δημήτριος Ν. Δάρβαρις (1757- 1823)», Ό Φυσικός Κόσμος, τεϋχ. 79 (1981), σσ. 18-19 και ε) Georgios D. Kapsaiis, Die Typik der Situationen in den Charachteren Theophrasts und ihre Rezeption in der neugriechischen Literatur, Bochum 1982 [σσ. 189-228].

96 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Ό Δάρβαρης ήταν «παντοίαις μαθήσεσι κεκοσμημένος», και «δεν έπαυ­σε […] εις τό νά έκδίδη εις τό γένος του καλά και ωφέλιμα συγγράμματα, πρός κατακόσμησιν των χρηστών ηθών αποβλέποντα, και χειραγωγοϋντα τους νέους πρός την αληθή εύδαιμονίαν, ήτις εστίν ή Αρετή, και τό Εύ ζήν»2, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σέ μία παρουσίαση τοϋ ϊδιου και τοϋ έργου του, δημοσιευμένη στό περιοδικό Έρμης ό Λόγιος, τό 1811. Πέθανε στή Βιέννη, τό 1823, σέ ηλικία 66 ετών.

Εύλογα απασχόλησε επανειλημμένα τους σύγχρονους παιδαγωγούς: αναφέρω τις εργασίες τοϋ Χρήστου Παίδαρου3 γιά τήν προδρομική θέση του όσον άφορα τήν νεοελληνική παιδαγωγική σκέψη και ειδικότερα τή με­ θοδολογία της διδακτικής, τοϋ Γρηγόρη Καραφύλλη4 αναφερόμενη, σέ τε­λευταία ανάλυση, στήν παιδαγωγική φιλοσοφία ή και βιοθεωρία τοϋ Μακεδόνα παιδαγωγού, τοϋ Χαράλαμπου Ν. Μελετιάδη5 .

Ό Παίδαρος αποφαίνεται σχεδόν κατηγορηματικά ότι ό Δάρβαρης είναι «πρόδρομος της παιδαγωγικής σκέψης και της διδακτικής μεθοδολο­γίας στήν ιστορία τής νεοελληνική; εκπαίδευσης»6.

Τήν άποψη του αυτή τεκμηριώνει συστηματικά στό ύποσημειωμένο κείμενο του στό όποιο εξε­τάζει τό έργο τοϋ Δάρβαρη έν γένει, δίνοντας ωστόσο έμφαση στό δημοσι­ευμένο τον Απρίλιο τοϋ 1811 στόν Λόγιο Ερμή δοκίμιο του «Παρα­τηρήσεις τινές και σημειώσει; περί τή; διδακτική; μεθόδου και τής διορθώ­ σεως τών Σχολείων»7. Στό δοκίμιο αύτο. δπως σημειώνει ό Παίδαρος, γίνεται αναφορά «στήν “κατάσταση” τών σχολείων, στό μεθοδικό τρόπο οργά­νωσης και λειτουργίας τους, στήν εκλογή και διάταξη τής “διδακτέας ΰλης”, στήν καθιέρωση τοϋ θεσμοϋ τής συγγραφής σχολικών βιβλίων και στήν ανάγκη εκπαίδευσης τών υποψηφίων γιά τό διδασκαλικό επάγγελ­μα»8 .

2. Έρμης ό Λόγιος, περίοδος Α’. 1 Μαρτίου 1811. σσ. 76-79. Στις σσ. 77-79 παρουσιάζεται ό κατάλογος τών μέχρι τότε δημοσιευθέντων έργων τοϋ Δ. Ν. Δάρβαρη.
3. Χρήστος Κ. Παίδαρος. «Δημήτριος Χ. Δάρβαρης. Πρόδρομος τής Νεοελληνικής Παιδαγωγικής Σκέψης και τής Διδακτικής Μεθοδολογίας». Νέα Παιδεία, τεϋχ. 63 (1992), σσ. 72-86.
4. Γρηγόρης Καραφύλλης. «Οί παιδαγωγικές αντιλήψεις τοΰ Δ. Ν. Δάρβαρη», ανάτυπο από τήν Επιστημονική Επετηρίδα τον Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. τοϋ Πανεπιστημίον Ιωαννίνων,Ιωάννινα 1992, σσ. 281-292.
5. Χαράλαμπος Ν. Μελετιάδης. «Συμβολή στή μελέτη τής παιδαγωγικής σκέψης τών Ελλήνων Διαφωτιστών (Δημήτριος Νικολάου Δάρβαρης)», Πρακτικά IB’ Ιστορικόν Συνεδρίου (Μάιος 1991),Ελληνική Ιστορική Εταιρεία. Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 219-231.
Βλ. και τήν εργασία τής ιστορικοί· τής νεοελληνικής cf ιλολογίας και ιδίως τής περιόδου τοϋ ελληνικού Διαφωτισμού Άννας Ταμπάκη. «Δημήτριος Δάρβαρης: Οί περί “ήθικής’* αντιλήψεις του», Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία. Πρακτικά Λιεθνοϋς Συνεδρίου αφιερωμένου στή μνή­ μη τοϋ Κ. Θ. Δημαρά, “Ομιλος Μελέτης τοϋ Ελληνικοί Διαφωτισμού, Αθήνα 1995, σσ. 107-120.
6. Χρήστος Κ. Παίδαρος, δ.π.,α. 84.
7. Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, «Παρατηρήσεις τινές και σημειώσεις περί τής διδακτικής με­ θόδου και τής διορθώσεως τών Σχολείων». Έρμης ό Λόγιος, περίοδος Α’, 15 Απριλίου 1811, σσ. 122-128 καϊ 1 Μαίου 1811, σσ. 147-150.

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 97 

Στή συνέχεια ό συγγραφέας, άφοΰ πρώτα σκιαγραφεί τήν εικόνα τής εκπαίδευσης, και ιδιαίτερα τής κατώτερης βαθμίδας, κατά τήν περίοδο 1780-1820, καταθέτοντας πολύτιμα στοιχεία γιά τήν κατάσταση πού επικρα­τούσε στήν περίοδο εκείνη, περνάει στήν εξέταση τών παιδαγωγικών από­ψεων τοϋ Δάρβαρη γιά τή διδακτική μέθοδο και τή βελτίωση τών σχολείων, αναλύοντας συστηματικά τό περιεχόμενο τοϋ σημειωμένου πιό πάνω δοκι­μίου του, τό όποιο έγραψε μετά τήν ίδρυση (μέ πρωτοβουλία τοϋ Μητρο­πολίτη Ούγγροβλαχίας Ιγνάτιου, τόν Ιούλιο τοϋ 1810), τής Φιλολογικής Εταιρείας τοϋ Βουκουρεστίου. Ή Εταιρεία είχε σκοπό νά συμβάλει, μέ τήν οργάνωση και τήν καλή λειτουργία τοϋ Λυκείου τής Ελληνικής παροικίας στό Βουκουρέστι, στήν καλλιέργεια και τήν πρόοδο τών ελληνικών γραμμά­των. Ό Παίδαρος κάνει τήν υπόθεση ότι ή παραπάνω μελέτη τοϋ Δάρβαρη μπορεί νά είναι προϊόν παρακλήσεως έκ μέρους τής Εταιρείας νά διατυπώ­σει τις απόψεις του γιά τήν οργάνωση τοϋ Λυκείου. Και όπως επισημαίνει ό ίδιος: «Ασφαλώς τό κείμενο δέν εξαντλεί δλα τά θέματα τής διδακτικής μεθοδολογίας μέ τήν έννοια και τό περιεχόμενο πού χαρακτηρίζεται ό κλάδος αυτός τής παιδαγωγικής σήμερα. Αποτελεί όμως μιά σημαντική γιά τή «θε­ωρία” ενός νέου σχολείου και γιά τή μεθοδική οργάνωση τής εκπαίδευσης πάνω σέ παιδαγωγικές βάσεις. Από τήν άποψη αυτή θεωροΰμε ότι ό Δάρβαρης είναι ό πρόδρομος τής παιδαγωγικής σκέψης και τής διδακτικής με­θοδολογίας στήν ιστορία τής νεοελληνικής εκπαίδευσης»9. Ό Παίδαρος πα­ρατηρεί ότι μέ όσα λέει ό Δάρβαρης «τοποθετεί στό κέντρο τής διδασκαλίας τό μαθητή» και αξιολογεί πολύ θετικά τό πράγμα αυτό: «Γιά πρώτη φορά εισάγονται στή διδακτική μεθοδολογία απόψεις, οί όποιες έχουν σχέση μέ τήν παρώθηση, τήν αυτενέργεια, τή συνεργασία, τήν ομαδική εργασία τών μαθητών και οί όποιες στή διδακτική πράξη σημαίνουν τήν ενεργοποίηση τους στή διαδικασία τής μάθησης. Από τήν άποψη αυτή, οί παραπάνω από­ ψεις διαμορφώνουν μιά εντελώς νέα παιδαγωγική σχέση στή διαδικασία τής διδασκαλίας-μάθησης. Στή νέα σχέση ό μαθητής αναλαμβάνει πρωτεύοντα ρόλο στή διαδικασία τής μάθησης, ένώ ό διδάσκαλος έχει καθοδηγητικό και συμβουλευτικό ρόλο»1 0 .

8. Χρήστος Κ. Παίδαρος, δ.π.,σ. 72.
9. Χρήστος Κ. Παίδαρος, δ.π.,α. 77.

 

98 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Ό ϊδιος συγγραφέας πιστεύει δτι τό παραπάνω κείμενο τοϋ Δάρβαρη αποτελεί «απόηχο τής παιδαγωγικής ιδεολογίας τοϋ ΙΗ’ αιώνα» καί ιδιαίτε­ρα τής διδακτικής σκέψης τοϋ Κομένιου, στηρίζοντας μάλιστα τήν άποψη του σέ τέσσερα σημεία11:

α) Ή «μέθοδος» καί ή «τάξη» είναι κατά τόν Κομένιο τό θεμέλιο τής οργάνωσης τοϋ εκπαιδευτικού συστήματος και ολό­κληρης τής σχολικής δραστηριότητας (οργάνωση σχολείου, μέθοδος διδα­σκαλίας, εκλογή διδακτέας ύλης. πρόγραμμα). Τήν ϊδια θέση υιοθετεί καί ό Δάρβαρης γιά τήν όργάνοοση τών «κοινών» καί τών «ελληνικών» σχολείων στον ελληνικό χώρο,

β) Ή «μέθοδος», κατά τόν Κομένιο, υποδεικνύει πώς πρέπει νά διδάσκει κανείς γιά νά έχει καλά αποτελέσματα. Ή «μέθοδος» κατά τόν Δάρβαρη υποδεικνύει τόν δρόμο γιά νά φτάσει ό δάσκαλος «ασφαλέστερα εις τόν σκοπόν του»,

γ) Ή μεθοδική οργάνωση τών σχολείων προϋποθέτει, κατά τόν Κομένιο. ειδικά βιβλία γιά τούς μαθητές καί αυτό πρέπει νά εΐναι εργασία μιας ομάδας εκπαιδευτικών. Κατά τόν Δάρβαρη «τοϋτο τό έργον απαιτεί ακριβή γνώσιν και φρονίμην έκλογήν τών πραγμά­ των […]. Πράγματα, τά όποια δεν είναι τοϋ καθενός»,

δ) Ό Κομένιος ορίζει τό χρόνο φοίτησης στό «στοιχειώδες σχολείο» σέ έξι χρόνια, σέ «έξι σαφώς διαχωρισμένες τάξεις και κατά συνέπεια, τό πρόγραμμα πρέπει νά κατανέ­μεται σέ έξι ενότητες». Ό Δάρβαρης προτείνει «νά είσαχθή εις τά ημέτερα σχολεία μία Μέθοδος […]. διορίζουσα όλας τάς τάξεις καί προόδους τών μα­θητών».
Στή δική του εργασία ό Γρηγόρης Καραψύλλης σημειώνει δτι ό Δάρβα­ρης «αποτελεί μιά ιδιαίτερη περίπτωση λογίου πού θά μποροϋσε νά κατατα­χθεί μεταξύ τών συντηρητικών εκπροσωπών τοϋ Πατριαρχείου και τών εκσυγχρονιστών τοϋ Νεοελληνικού Διαφιοτισμοϋ»1 2 . Ό Καραφύλλης τοπο­θετεί τόν Δάρβαρη «στόν ενδιάμεσο χώρο» διότι τόν βλέπει νά κινείται, όσον άφορα τά θέματα τής Παιδείας, «μεταξύ τής πατριαρχικής αντίληψης τής Όκτωήχον καί τοϋ Ψαλτηρίον καί τής αντίστοιχης διαφωτιστικής, ή όποια χρησιμοποιούσε τή σύγχρονη γλώσσα καί προωθοϋσε τήν επιστημο­νική σκέψη»1 3 .

10. Χρήστος Κ. Παίδαρος, δ.π.,σ. 79.
11. Βλ. αναλυτική τεκμηρίωση τής άποψης του αυτής στόν Παίδαρο, δ.π.,αα. 81-84. 12.Γρηγόρης Καραφύλλης,δ.π.,αα. 281-282.
13. Γρηγόρης Καραφύλλης, δ.π., α. 282. “Ενα τέτοιο “ενδιάμεσο” πνεύμα παρατηρείται καί σέ άλλους εκπροσώπους τοϋ Διαφιοτισμοϋ, ώστε νά μπορεί κανείς ϊσως νά υποστηρίξει ότι αϋτό τό πνεϋμα είναι και τό περισσότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα τοϋ Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Πβ. και Μ. Γ. Μερακλής, «”Ενας παλιός πρόλογος σέ παιδικό βιβλίο». Παιδική λογοτεχνία, θεωρία και πράξη, επιμέλεια Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου, πρώτος τόμος, έκδ. Καστανιώτη/Αθήνα 1993, σσ. 25-32

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 99

Όπως γράφει ό Γρηγόρης Καραφύλλης, ή στοχοθεσία τής εκπαίδευσης «δεν πρέπει νά φωτίζει μόνο τον παρόντα βίο, άλλά νά εξασφαλίζει και τήν ευδαιμονία τοϋ μέλλοντος ή τουλάχιστον νά προσγράφει θετικές υποθήκες γι’ αυτόν. Ή οπτική αυτή τής κατάκτησης μιας γενικής ευτυχίας στό πλαίσιο τών δύο κόσμων προϋποθέτει και ενισχύεται και άπό τις παράλληλες θέσεις του, ότι στό “καλοκατάστατον σχολεϊον” δέν πρέπει οί νέοι νά αρκούνται μόνο στήν κατάκτηση τοΰ περιεχομένου τών θετικών εννοιών, άλλά και νά ένεργοΰν σύμφωνα μέ αυτές. Ή προσθήκη αυτή ενδιαφέρει ιδιαίτερα και συντείνει στήν παραπάνω οπτική, επειδή ό Δάρβαρης διατείνεται ότί άπό όλες τις έννοιες, πού διδάσκονται οί νέοι, ή πίστη είναι τό ” έπισημότατον μά­θημα άπό όλα”, άφοΰ “άρχή σοφίας [είναι] ό τοΰ Θεοΰ φόβος”»1 4 . Γενικά άλλωστε ή «θεογνωσία», όπως σημειώνει ό ϊδιος μελετητής, «παίζει καθορι­στικό ρόλο στή έργο τοΰ Δάρβαρη»1 5 .

Πολύ εύστοχα ό συγγραφέας τονίζει ότι στό έργο τοΰ Δάρβαρη ή αρετή «δέν πρέπει νά περιορίζεται μόνο στό ατομικό της εύρος, άλλά νά επεκτείνε­ται και στό αντίστοιχο αλληλέγγυο, τό όποιο περιλαμβάνει τή συνεισφορά τοΰ άνθρωπου στήν ευτυχία τών συνανθρώπων του»1 6 .

‘Άλλη παρατήρηση πού κάνει ό Καραφύλλης είναι ότι «σημαντικό ση­μείο στήν παιδαγωγική τοΰ Δάρβαρη αποτελεί και ό τονισμός τοΰ απαραί­τητου τής διδασκαλίας τής φυσικής ιστορίας, γιατί αυτή οδηγεί στή γνώση τοΰ Θεοΰ, τοΰ ποιητοΰ τής φύσης. “Ετσι, μέ τήν ένταξη τής διδασκαλίας τών φυσικών επιστημών στή χριστιανική αντίληψη, υπερβαίνει τή δυσκο­λία, πού πρόβαλλαν οί θεολόγοι τής εποχής, ότι αυτές δέν πρέπει νά διδά­σκονται, επειδή τάχα αντίκεινται στή χριστιανική κοσμοθεωρία. Ή πορεία διδασκαλίας τών γνωστικών αυτών αντικειμένων, πού πρέπει νά αρχίζει “άπό τά καθ’ έκαστα επί τά καθόλου, και άπό τής φύσεως έπί τον δημιουργόν”, χειραγωγεί καλύτερα στή μάθηση, επειδή τά παιδιά μαθαίνουν νά δι­δάσκονται εύκατάληπτα και ταυτόχρονα χρήσιμα πράγματα. Τά υλικά ή φυσικά πράγματα και φαινόμενα, πού βλέπουν κάθε μέρα, άκοΰνε γι’ αυτά ή αντιλαμβάνονται μέ τις αισθήσεις τους, τίθενται ως αφετηρία τής άνθρώπινης γνώσης, επειδή είναι “γνωριμώτερα τή φύσει”»1 7 .

 

14. Γρηγόρης Καραφύλλης, δ.π., σ. 283.
15. Βλ. αναλυτικά Γρηγόρης Καραφύλλης, δ.π.,σσ. 283-286. 16. Γρηγόρης Καραφύλλης, δ.π., σ. 288.

100 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Ή παρατήρηση αυτή τοΰ Καραφύλλη επικυρώνεται και άπό τήν ακόλουθη εκτίμηση του, ή όποια αναμφισβήτητα αποτελεί, μπορεί νά πει κανείς, και τήν ειδοποιό δια­ φορά τοΰ Νεοελληνικοΰ Διαφωτισμού απέναντι στον Ευρωπαϊκό Δια­ φωτισμό: «’Αν στον Ευρωπαϊκό Διαφιοτισμό διαπιστώνουμε μία σαφή απο­ μάκρυνση τής επιστήμης άπό τή θρησκεία, κάτι αντίστοιχο ήταν αδύνατο στήν ελληνική περίπτιοση, γιατί τό υποδουλωμένο έθνος και οί υπόλοιπες συγκυρίες είχαν απόλυτη ανάγκη άπό τήν υποστήριξη τής Εκκλησίας μέ τήν όποια ήταν συνυφασμένες»1 8 . Ό ϊδιος πάλι παρατηρεί ότι ή «μέση οδός» δέν ήταν απλώς μιά αναγκαιότητα γιά τήν ιστορική συγκυρία τοΰ έλληνισμοΰ κατά τήν εποχή εκείνη, άλλά και μιά «πίστη σέ μία σύνθεση πού συνδυάζει τή θρησκευτική κυριαρχία μέ τόν εκσυγχρονισμό της. Άπό τή σύνθεση αυτή προκύπτει και ό ανθρώπινος τύπος πού φαίνεται νά προτεί­νει. Είναι ό διαφωτισμένος θρησκεύων πού θά έχει τά μάτια του πάντα στραμμένα πρός τό Θεό άλλα και θά αποβλέπει ταυτόχρονα και στή γενι­κή του ευτυχία»1 9 .

Στό κείμενο του έξαλλου ό Χαράλαμπος Μελετιάδης δείχνει μέ ουσια­στικό τρόπο ότι δέν ανταποκρίνονται στήν αλήθεια οί προσπάθειες ορισμέ­νων μελετητών, ιδίως ξένων, νά δείξουν, ότι «οί διαφωτιστικές επεξεργασίες τών Ελλήνων υστερούν σέ πριοτοτυπία»2 0. Τις θέσεις του τεκμηριώνει, ακριβώς, «μέ τή διερεύνηση τής παιδαγωγικής δραστηριότητας τοΰ Δημη­τρίου Νικολάου Δάρβαρη»2 1 .

 

17. Γρηγόρης Καραφύλλης. δ.π., σ. 290.
18. Γρηγόρης Καραφύλλης.δ.π.,α. 290.
19. Γρηγόρης Καραφύλλης, δ.π., σ. 291.
20. Χαράλαμπος Ν. Μελετιάδης. δ.π., σ. 222.
21. Χαράλαμπος Ν. Μελετιάδης, δ.π..α. 223.
Ό Μελετιάδης τονίζει ακριβώς τή συμβολή τοϋ Δάρβαρη στή «μετακένωση στους άλλους βαλκανικούς λαούς σχολικών βιβλίων και συγκεκριμένων διαφωτιστικών παιδαγωγικών κει­ μένων, όπως ό Αιμίλιος τοϋ J-J. Rousseau». δ.π.. σ. 220. Βλ. και Despoina Loukidou-Mavridou – Ioannis Α. Papadrianos, «Dimitrios Darvaris: sa contribution a 1’evolution litteraire bulgare», Πνευματικές και Πολιτιστικές Σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων άπό τά μέσα τοϋ ΙΕ’έως τά μέσα τοϋ 1& αιώνα, Α’Έλληνοβονλγαρικό Συμπόσιο (22-25 Σεπτεμβρίου 1978), Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 211-216.

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική καί ό «ήδυσμένος λόγος» 101

Οί παραπάνω απόψεις τοϋ Καραφύλλη ανταποκρίνονται πλήρως πρός τό “αίτούμενον” τοΰ βιβλίου τοϋ Δάρβαρη Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως, χάριν τών μικρών Παιδιών καί Κορασιών22. Τό βιβλίο αυτό δίνει, όπως νομίζω, λαβή καί γιά μιάν άλλη προσέγγιση. Ό Άνθιμος Γαζής τό πα­ρουσίαζε στόν πρώτο τόμο τοϋ Λόγιου Ερμή πολύ επαινετικά, άλλά αυτό γινόταν σ’ ένα μικρό σχόλιο. Είναι σκόπιμη μιά εκτενέστερη αναφορά σ’ αυτό τό «βιβλιάριον», τό όποιο καί ό Γαζής άξιολογοΰσε ώς «έξαίρετον διά τάς εν αύτω διδασκαλίας τής Φυσικής Ιστορίας, σιτενες άνάγουσι τόν νουν εις τήν γνώσιν τοϋ Ποιητοϋ τής Φύσεως»2 3 .

Στό Προοίμιον ό Δάρβαρης δίνει τό “ιστορικό” τής συγγραφής τοϋ βι­βλίου, πού τό ετοίμασε γιά τ’ ανίψια του, «παιδία άπό έπτά μέχρι δέκα ετών», γιά νά τούς «κινήση τήν περιεργίαν» σέ μιά «κατ’ ιδίαν εν τω οίκω δι- δασκαλίαν». “Ηθελε, όπως λέει, νά κάνουν μιά πρώτη γνωριμία τά ανίψια του μέ τή φύση καί νά προετοιμαστούν έτσι γιά μιάν επόμενη, μέ μεγαλύτε­ρες αξιώσεις, σπουδή της.

Τό βιβλίο διαιρείται σέ τρία μέρη. «Τό πρώτον διαλαμβάνει περί τών έν τή γή ευρισκομένων πραγμάτων τό δεύτερον περί τών έν τή θαλασσή διαιτωμένων καί τό τρίτον περί τών έν ούρανώ φαινομένων αστέρων. Άρχεται δέ άπό τών έν ποσί κειμένων ώς γνωριμωτέρων, επειδή καί προσπίπτουσι κάθε ώραν εις τάς αισθήσεις, καί προβαίνει έπί τά ενδότερα καί υψηλότερα, τά όποια δέονται περισσοτέρας σκέψεως καί κρίσεως»2 4 . Τονίζει άλλη μιά φορά δτι δέν θέλησε νά γράψει «πλήρες σύστημα τής Φυσικής Ιστορίας», παρά νά δώσει, σέ μιά πρώτη φάση, μιά «νύξιν» στά παιδιά. Συναφώς ορίζει καί τή μέθοδο του: «Διά νά μή κουράζη αυτό τόν νουν τών παίδων, έπρεπε νά γένη έν εϊδει ομιλιών εις ύψος άπλοΰν καί εύληπτον, διά νά τό καταλαμβάνωσιν άκόπως καί χωρίς τίνος δυσκολίας. […] Επειδή δέ μία άπλή περι­ γραφή τών φυσικών σωμάτων ήθελεν είσθαι ξηρά καί όχληρά, καί ακολού­θως αηδής εις τήν άπαλήν ήλικίαν, διά νά κάμω τό βιβλίον τερπνόν καί άρεστόν εις τά παιδία, δέν συνεστάλην νά παρενσπείρω έδώ καί έκεϊ διηγήσεις τινάς και ιστορίας, μάλιστα δέ καί μύθους διά στίχων, τά όποια βέβαια δέν άνήκουσιν εις τήν καθ’ αυτό διδασκαλίαν, όμως θαυμαστά κινοΰσι τάς άπαλάς τών παίδων ψυχάς καί καταθέλγουσι, καί είναι ωσάν κάποιαι δια- τριβαί καί αναπαύσεις τοϋ νοός δι’ αυτούς»2 5 .

22. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως, χάριν τών μικρών Παιδιών και Κορασιών, έκδοθεΐ- σα υπο Δημητρίου Νικολάου τοϋ Δαρβάρεως, δαπάνη τών Κυρίων Αύταδέλφων Δαρβάρεων, έν Βιέννη τής Αουστρίας, έκ τής Τυπογραφίας Ίω. Βαρθολ. τοϋ Σβηκίου, πριόην Γ. Βενδώτου, 1810.
23. Ανθιμος Γαζής. «Βιβλία Νεοφανή», Έρμης ό Λόγιος, περίοδος Α, 15 Αύγουστου 1811, σ.265.
24. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 3-4. Βλ. καί σ. 281. 25. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…. δ.π., σσ. 4-5.

102 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Τό βιβλίο έγραψε καί εξέδωσε στή Βιέννη. Άλλά είναι φανερό δτι τό περιβάλλον πού αναδύεται άπό τις περιγραφές είναι περιβάλλον καί μιας αγροτικής κοινωνίας. Ό,τι στά σημερινά παιδιά τείνει νά καταντήσει εν­ τελώς άγνωστο, π.χ. ένας κήπος στό σπίτι τους, τότε ήταν μέσα στή ζωή τους: «Τά μήλα τής γής, αί γογγύλαι, τά κρομμύδια, τά σκόρδα, τά πράσα, τά ρεπάνια, τά σίσαρα, τά καβούτζια, καί άλλα περισσότερα όσπρια, τά όποια εσείς γνωρίζετε θαυμαστά, αύξάνουσι, καθώς τά βούνια, ύποκάτω τής γής. Άλλα, καθώς αί άγκινάραι, τά πίσα, τά κουκκία, τά έρεβίθια, αί φακαί καί τά φασούλια αύξάνουσιν επάνω τής γής. Έσεΐς τά καλλιεργείτε μόνοι σας εις τόν μικρόν σας κήπον δέν είναι χρεία νά σας διδάξω περί τούτων. Ωσαύτως πιστεύω, ότι δέν έχω τίποτε νά σάς διδάξω περί τών λάχανων καί τών καρπών όπου αύξάνουσιν εις τόν κήπον, καθώς εί­ ναι ή κράμβη ή τό κραμβολάχανον. τό κουνουπίδι, τό σπαράγγι, τά μαρού­λια, τά κιχώρια, τά πεπόνια, τά καρπούζια, τά αγγούρια, τά κολοκύνθια, και ένα πλήθος άλλων καρπών καί λάχανων, τά όποια είναι νόστιμα εις τήν γεϋσιν, καί πολλά καλά διά τήν ύγείαν. “Ολα αυτά καλλιεργούνται ύποκάτω εις τά ομμάτια σας· καί άπό τά ερωτήματα δπου σάς ήκουσα νά κάμνητε εις τόν κηπωρόν Ζώην υποθέτω δτι είσθε καλά διδαγμένα περί τούτων»2 6 . Καί παρακάτω στήν θ’ Όμιλία του: «Εξόχως τούτων τών δέν­ δρων είναι καί άλλα δπου ονομάζονται καρποφόρα δένδρα. Βάζω στοίχη­ μα μέ θάρρος, ότι θέλομεν έχει περισσοτέραν ήδονήν νά συνομιλήσωμεν περί τούτων. Άς έμβώμεν εις τόν κήπον. Τέ τά οπωρικά όπου μεγαλόνου- σιν. Ή θ ε λ α σάς λυπήσει, άν σάς έκαμνα νά τά γνωρίσητε: διότι όσον μικρά καί άν ήσθε, στοχάζομαι ότι κανένας εις τόν κόσμον δέν διακρίνει καλλίτε­ρα άπό εσάς τά απίδια, τά μήλα, τά ροδάκινα, τά κεράσια, τά δαμάσκηνα, τά καίσια καί τά κοκκύμηλα [„.]»27. Μιλώντας γιά τό κέντρισμα τών δέ­ντρων λέει: «Αύτη ή πράξις μία άπό τάς πλέον περιέργους τής κηπείας, ποικίλλεται κατά πολλούς τρόπους. Θέλω όμιλήσειν τόν κηπωρόν παρα­καλώντας τον, όταν θέλη είσθαι ό καιρός, νά τήν κάμη έμπροσθεν τών οφθαλμών σας»2 8 .

Από αυτήν τήν άμεση επαφή μέ τήν φύση έκπηγάζει καί μιά αφοσίωση στά φυσικά πράγματα, τά όποια όλα έχουν άξια, όλα έχουν κάτι νά διδά­ξουν, καί συγχρόνως μπορούν νά προσφέρουν «τέρψιν»: «διότι δέν είναι κα­νένα πράγμα έπί τής γής, τό όποιον νά μήν συντείνη τόσον πρός διδασκαλίαν, όσον και πρός τέρψιν μας, όταν τό θεωρήσωμεν ακριβώς [,..]»29.

26. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 28-29.
27. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 39-40.
28. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 52.

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 103

Έ τ σ ι μιά απώτερη αισιοδοξία μεταδίδεται στά παιδιά, άφοΰ αντιλαμβάνονται μέ όσα βλέπουν, άλλά κα’ι άκοϋν άπό τό δάσκαλο, ότι «ουδέν μάτην έν τή φύσει γέγονε»3 0 .

Αξίζει νά γίνει αναφορά και στή “ζωολογία” του, ως ένα παράδειγμα πρακτικής και σχεδόν αυθόρμητης εφαρμογής τών ιδεών ενός διαφωτιστή, πού τοποθετείται ανάμεσα στά δύο άκρα: συνδυάζοντας τή λογική τοϋ Διαφωτισμού μέ τό προσωπικό συναίσθημα. Ανιχνεύουμε σέ όσα λέει γε­νικά γιά τά ζώα ένα είδος έλλογης ζωοφιλίας. Δίνω μερικά παραδείγματα. Εντύπωση προκαλεί ότι, μιλώντας γιά τούς ταύρους, παρεκβατικά αναφέ­ρεται και στις ταυρομαχίες τών Ισπανών, γιά νά ευχαριστήσει τήν «περιεργίαν» τών παιδιών, μόλις στό τέλος σημειώνοντας απλώς: «Ούτω λαμβάνει τέλος τό αίματώδες τούτο θέαμα»3 1 . Ακόμη περισσότερο φαίνεται επηρεα­σμένος ή αποδεχόμενος τά έθιζόμενα στήν ανώτερη τάξη τής κοινωνίας, ή οποία, στήν περίπτωση αυτή, δέν μπορεί νά είναι ή ελληνική κοινωνία τής εποχής, άλλά ή κοινωνία τών χωρών τής Ευρώπης3 2 .

Πράγματι μεταφέρει καταστάσεις και εικόνες άπό τήν κοινωνία εκείνη, χωρισμένη σέ «άρχοντας και λαό»3 3 . Μιλώντας λοιπόν γιά τό ελάφι γράφει: «Οί άρχοντες εύρίσκουσι πολλάκις ήδονήν νά κυνηγώσι τό ελάφι. Αυτοί τό άφήνουσιν έξω άπό τόν περίβολον, και άπολύουσι κατόπι του ένα πλήθος λαγωνικά. Τό μανικόν ύλάκτημα τών σκύλων, ή κραυγή τών κυνηγών και ή βοή τών κεράτων τοΰ προξενοϋσι τόσον φόβον, ότι τρέχει έμπροσθεν των, και τούς άφίνει παρά πολύ οπίσω μέ τήν ταχύτητα τών ποδών του. Οί κυνη­γοί όπου καβαλλικεύουσιν εις άλογα μαθημένα δι’ αυτήν τήν γύμνασιν ενώ­νονται μέ αυτούς εις τήν καταδίωξιν, και άπό τήν πολλήν ζέσιν όπού δεικνύουσιν εις τό διώξιμον, ύπερπηδώσι τούς φραγμούς και τά χανδάκια διά νά τό φθάσωσιν. Αυτό τούς φέρει εις έναν κάμπον εύρύχωρον, άλλά τέλος πά­ντων τά κουρασμένα του ποδάρια δέν τού άκούουσι. Τό βλέπει τινας, άσθμαίνωντας άπό τό κούρασμα και άπό τόν φόβον, νά σταματήση έκ μιας και νά φοβερίζη μέ τά κέρατα τά σκυλιά οπού τό πλακώνουσι.

29. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σ. 8.
30. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 8.
31. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σ. 76.
32. Βλ. π.χ. στή σ. 101 όπου αναφέρεται: «Ό Αυτοκράτωρ ημών κρατεί πολλά τοιαϋτα άγρια ζώα […]».
33. Βλ. π.χ. τις σσ. 254-255, όπου εκτίθεται ή άποψη του γιά αρμονική συνύπαρξη πλουσίων-φτωχών.

104 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Μετά μίαν μακράν μάχην, τό πιάνουσιν εκείνα και τό κατασχίζουσιν, έως ού πίπτει κά­ τω νεκρόν. Έγώ υποθέτω, ότι είναι μία χαρά νά τρέχη τινας κατόπι τοϋ ελα­φιού, και νά βλέπη τό γοργόν του τρέξιμον. Άλλά στοχάζομαι, ότι έπρεπε ν’ άφήσωσι τό ταλαίπωρον ζώον νά γυρίση οπίσω εις τήν κατοικίαν του, διά νά έκζημιωθή διά τόν φόβον όπου πρέπει νά έδοκίμασε, και νά πληρωθή διά τήν τέρψιν όπου έπροξένησεν εις αυτούς»3 4 . Χαρακτηριστική είναι και ή ακόλουθη σελίδα: «Εις τήν Άγγλίαν γίνονται άλεκτορομαχίαι μέ μεγάλην παράταξιν. Έκεΐ παίρνουσι δύω ωραίους πετεινούς, και τοις δένουσι πολλά οξέα πτερνιστήρια εις τούς πόδας· έπειτα τούς βάζουσιν εις τήν μέσην ενός αμφιθεάτρου διά νά πολεμήσωσιν ένας μέ τόν άλλον. Οί δύω γενναίοι πολεμισταί μάχονται, και κατασχίζονται τόσον άπό τάς δεινάς πληγάς, ότι πίπτουσιν ενίοτε κάτω νεκροί. Είναι ένα θέαμα γελοιώδες και έλεεινόν, εις τό όποιον συνέρχονται πολλοί θεαταί. Πολλάκις βάζουσι παράλογα στοιχήμα­τα, ποίος πετεινός έχει νά νικήση. όπου πολλοί μωροί χάνουσιν όλα τά υπάρχοντα των»35.

Χαρακτηριστική είναι και ή επόμενη σελίδα γιά τήν «αρχήν τής άλεκτορομαχίας», ή όποια, όπως είδαμε, γίνεται στήν Αγγλία, έστω και άν αναζη­ τείται άπό τόν Δάρβαρη στήν εποχή τοϋ Θεμιστοκλή. Άλλά βέβαια έχουμε, όπως μποροΰμε ήδη νά πούμε, τό φαινόμενο τής ανάμειξης στοιχείων αλλο­δαπών και ελληνικών, όπως συμβαίνει και εδώ, στήν περπίπτωση τοΰ «πε­τεινού», όπου και οί άλλες πληροφορίες σχετικά μέ αυτόν γίνονται σέ ανα­φορά μέ ό,τι αποτελούσε συνηθέστατο φαινόμενο στον αγροτικό χώρο και κλείνει μάλιστα μέ παράθεση αίσιόπειου μύθου (πιθανώς μεταφρασμένου άπό τόν ϊδιον)36: «Αγαπάτε, παιδία μου. νά μάθητε, πόθεν έλαβεν αρχήν ή άλεκτορομαχία; Καλά λοιπόν θέλω σας τό ειπεί. Όταν ό Θεμιστοκλής έκβαζε τό στράτευμα τών Αθηναίων έξω διά νά πολεμήση τούς βαρβάρους, είδεν αλέκτορας μαχόμενους και τούς έστοχάσθη καλά. ‘Επρόσταξε δέ τούς στρατιώτας νά σταθώσι και είπε πρός αυτούς: Ίδέτε, Αθηναίοι, ότι ούτοι δέν μάχονται ούτε υπέρ πατρίδος, ούτε υπέρ τών πατρώων θεών, ούτε υπέρ τών τάφων τών γονέων, ούτε υπέρ δόξης, ούτε υπέρ ελευθερίας, ούτε υπέρ τών παίδων, άλλ’ υπέρ τής νίκης. Και σεις δειλιατε και φοβεΐσθε, όπου πολεμεΐτε υπέρ τής πατρίδος και υπέρ τής ελευθερίας υμών; Ταΰτα τά λόγια έθάρρυναν τούς Αθηναίους, οϊτινες πολεμήσαντες τούς βαρβάρους κατετρόπωσαν αυτούς. Εις ένθύμησιν τούτου έκαμαν οί Αθηναίοι νόμον ν’ άγωνίζωνται άλεκτρυόνες παρρησία είς τό θέατρον μίαν ήμέραν τοϋ χρόνου.

34. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 95-96.
35. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…. δ.π., σ. 133.
36. Πβ. και τόν μΰθο γιά τή χελώνα στή σ. 259.

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 105

Ό πετεινός λαλεί συνήθως τρις φοραΐς τήν νύκτα. Τό μεσονύκτιον, προ τής χαραγής καί μετά τήν χαραγήν. Τήν ήμέραν λαλεί, όταν θέλη. Είς άλλους καιρούς δέν λα­ λεί, πάρεξ όταν άλλάξη ό καιρός, ή όταν άκούση άλλον πετεινόν νά λαλήση είς τήν γειτονίαν. Δέν σάς έρχονται είς τόν νουν τά δολερά κοράσια είς τόν μϋθον τοϋ Αισώπου;

Δύο κοπέλαι πού έζοϋσαν,
Καί πολλά κακά τραβούσαν, Κοντά ‘ς τήν κυράτζαν θείαν Από τήν πολλήν δουλείαν. Επειδή καί τάς ξυπνοΰσε, Όταν ό κόκος λαλούσε, Στοχάζονται νά γλυτώσουν,
Τόν κόκον άν σκοτώσουν.
Κ’ έτζι αύται τό κάμνουν,
Σπαθί ‘ς τόν λαιμόν του βάνουν, Νά έμποροϋν νά κοιμούνται, “Ομως δυνατά γελοϋνται·
“Οτι ή κυρά δέν ξεύρει,
Τήν σωστήν ώραν νά εύρη.
Διά τούτ’ αυτή κακιόνει Νωρίτερα τάς σηκόνει.
“Οστις άλλου κακόν ράπτει, Έαυτοΰ του τρύπαν σκάπτει»37.

Μπορούμε γενικά νά παρατηρήσουμε ότι ό Δάρβαρης, αναφερόμενος στά ζώα, κυμαίνεται ανάμεσα σέ μιά ορθολογική δικαιολόγηση τής ωφέλει­ας πού προέρχεται άπό αυτά καί τή συναισθηματική αντιμετώπιση τους. Χαρακτηριστική είναι ή παρακάτω σελίδα: «Τά πτωχά πρόβατα δέν ήθελαν είσθαι τόσον εύθυμα, έξυπνα καί ζωντανά, άν ήξευραν ότι πρέπει νά πωληθώσιν ωσάν τά βοΐδια είς τούς μακελλαρίους. Δέν στοχάζεσθε έσεΐς, ότι είναι άπάνθρωπον νά φονεύση τινας ταύτα τά αθώα πλάσματα; Έ π ‘ άληθείας, παιδία μου, είναι κρίμα.

37. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 133-135.
Σημειώνω δτι τό μϋθο αυτόν δέν έχουν μεταφράσει οί πρώτοι μεταφραστές τοϋ Αισώπου Ανδρόνικος Νούκιος καί Γεώργιος Αιτωλός. Πβ. Ανδρόνικος Νούκιος, Γεώργιος Αιτωλός, Αισώπου μύθοι, επιμέλεια Γ. Μ. Παράσογλου, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, ΣΠ 58, έκδ. Εστία, Αθήνα 1993. Γιά τό αρχαίο κείμενο βλ. τό μϋθο «Γυνή καί θεράπαινα», στόν τόμο: Ben Edwin Perry. Aesopica. The University of Illinois Press, Urbana 1952, σ. 342, άρ. 55.

106 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Ό μ ω ς άν δέν έφόνευαν μερικά άπό αυτά, ήθε­λαν πληθυνθή όγλίγωρα τόσον, ότι δέν έδύνοντο νά ζώσι, μήν εύρίσκωντας άρκετόν χορτάρι, καί ακολούθως έμελλον έξ ανάγκης νά ψοφήσωσιν άπό τήν πεΐναν. Τουλάχιστον έν όσο ζώσιν, είναι τόσον ευτυχή, όσον δύνονται νά ήναι. Αυτά έχουσι καλήν βοσκήν διά νά τρέφωνται καί νά χαίρωνται. Ύπάγωντας είς τό μακελλεΐον δέν έξεύρουσιν ακόμη, τί έχουν νά τά κάμωσιν. Ό τ α ν τοις κόπτουσι τόν λαιμόν. ευθύς έκψυχοΰσι καί έκψυχώντας δέν έχουσι τήν λύπην, δτι άφήνουσι κατόπι των συγγενείς, οί όποιοι θλίβονται καί πονοϋσι διά τόν χαμόν τιον. Ήμεΐς άναγκαζόμεθα νά τά σφάξωμεν διά νά διατηρώμεν τήν ζωήν μας. αλλά δέν πρέπει ποτέ νά ήμεθα άσπλαγχνοι πρός αυτά, έφ’ δσον είναι ζωντανά»3 8 . Μέ τό ίδιο πνεΰμα είναι γραμμένη καί μιά άλλη σελίδα: «Κακόν πράγμα είναι νά άναγκάζηταί τινας νά θανάτωση τά ταλαίπωρα πουλάκια, άλλ’ εκείνο όπου είπα περί τών βοών καί τών προ­βάτων, έχει τόπον καί έδώ. Έάν άφίναμεν ήμεΐς όλα νά ζώσιν, ήθελαν ψοφή­σει άπό τήν πεΐναν ή ήθελαν βάλει ημάς τούς ιδίους είς αυτόν τόν κίνδυνον, τρώγιοντας όλην μας τήν ζοοτροφίαν. ώστε νά μήν έχωμεν πλέον μήτε ψω­μί, μήτε κρέας διά νά συντηρώμεν τήν ζωήν μας. Ώς τόσον θέλομεν φροντί­σει νά τά τρέφωμεν καλά καί νά μή τά βασανίζιομεν άσπλαγχνα· καί όταν τά σφάζωμεν, νά κάμωμεν νά ύποφέροοσιν δσον είναι δυνατόν όλιγώτερον πόνον. Έγώ δέν ημπορούσα ποτέ ν αποφασίσω, γιά νά σφάξω μέ τό χέρι μου ένα ταλαίπωρον ζώον συλλυποϋμαι δέ εκείνους όπου διά τό επάγγελμα των αναγκάζονται νά έπιτελώσιν αυτήν τήν σκληράν πράξιν, όμως δέν τούς κατακρίνω»3 9 .

“Ισως συνόψιση τής “διαφωτισμένης” αυτής αντίληψης αποτελεί ή Όμιλία Ζ’ τοϋ τρίτου μέρους «Περί τής ωφελείας τών επιγείων πραγμά­ των»4 0 .

Κάποτε αφήνει καί τό συναίσθημα νά κατευθύνει τήν παιδαγωγική του: «Κύταξε ανάμεσα άπό αυτά τά δένδρα. Σοφία. Δέν είναι ό Γεωργάκης όπου έγώ βλέπω νά έρχηται είς ύπάντησίν μας; Ναί, αυτός είναι· τόν γνωρίζω άπό τά πηδήματα του. Μοι φαίνεται άπό τό περπάτημα του, ότι έχει χαροποιά νέα νά μάς άναγγείλη. Βαστά ένα πράγμα. Τί έχεις αύτοΰ, παιδί μου; Μίαν φωλεάν τοϋ πτηνοΰ. Άπαγε! Πώς ν’ άρπάξης έσύ τούτων τών ταλαίπωρων ζώων εκείνο όπου τοις έπροξένησε τόσον κόπον καί μόχθον! Τά πουλλάκια, λέγεις, είχαν πετάξει πλέον έξω. Άς ήναι. Κωστάκη! Έ π α ρ ε άγάλεα αυτήν την φωλεάν εις τό χέρι σου, και κύταξέ την προσεκτικώς. Έγώ θέλω σας είπεϊ. τίνι τρόπω τήν έκαμαν τά πτηνά»4 1 .

38. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 78-79.
39. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 131-132.
40. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π.. σσ. 368-373.

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 107

 

Ό σ ο ν άφορα έξαλλου τό μέλημα τοΰ Δάρβαρη νά μεταδώσει τό συναίσθημα και τήν έννοια τής ευσέβειας στά παιδιά, αυτό ασφαλώς δέν μπορεί αμφισβητηθεί, αξίζει όμως νά σημειωθεί, ότι αυτό δέν εκφράζεται μέ τέ­τοιο τρόπο που νά θυμίζει λόγο κατήχησης. Τό θρησκευτικό στοιχείο σχεδόν διαχέεται μέσα στόν κόσμο που ό Δάρβαρης παρουσιάζει, όπως στήν παρα­κάτω περιγραφή, όπου ό «ποιητής» τών λουλουδιών είναι διακριτικά ό μή ονομαζόμενος Θεός: «Κανένα άπό αυτά όπου αΰξάνουσιν εδώ, δέν έγίνετο κατά συμβεβηκός εις τους κάμπους, επειδή και ή γή δέν είναι εκεί πολλά πλούσια δι’ αυτά. Πρέπει νά κοπιάζη τινας πολύ, διά νά τάς κάμνη ν’ αύξά- «ιν εις ένα κήπον. Ό κηπωρός χρεωστεΐ νά τά έπιμελήται άδιακόπως, και προ πάντων νά μή λησμονήση νά τά ποτίζη κάθ’ ήμέραν: διότι ή γή και τό νερόν είναι διά τά λουλούδια εκείνο, ό,τι είναι τό ψωμί και τό κρασί διά τούς ανθρώπους. Επειδή όμως αυτά είναι βωβά και προσκολλημένα εις έναν τό­ πον, δέν έμποροΰν νά υπάγουν διά νά εΰρωσι κατάψυχον, μήτε νά τόν ζητήσιν. Ό ποιητής έπρόβλεψε διά τάς χρείας των μέ τά γλυκά νάματα τής εως, όπου ό κηπωρός όπου τά περιποιείται χύνει επάνω εις αυτά μέ την ποτίστραν του μίαν άγαθοποιόν βροχήν»4 2 .
Ό Θεός προβάλλεται, άλλά αυτό δέν γίνεται καταχρηστικά. Τό ζήτημα τής θεϊκής σοφίας τίθεται ήδη στό Προοίμιο, άλλά, και έκεΐ, χωρίς νά θυμίζει άμβωνα. Παραθέτω και τήν άρχή τής Όμιλίας Η’ τοΰ τρίτου μέρους, όπου εύθέιος ό λόγος είναι «Περί Θεού»: «Θαυμαστά ώμίλησεν ένας παλαιός σοφός. Έάν ήσαν, λέγει, άνθρωποι οπού νά έκατοικούσαν πάντοτε ύποκάτω τής γης εις ώραΐα και μεγαλοπρεπή παλάτια, στολισμένα μέ ανδριάντας και μέ εικόνας, και εύτρεπισμένα μέ όλα τά πολυτελή σκεύη όπου έχουσιν οί ίσιοι, όμως νά μήν έκβαινον ποτέ επάνω εις τήν γήν, άλλά νά είχον έκ ης ή έξ ακοής, ότι έστι Θεός· έπειτα μετ’ ολίγον καιρόν, άφ’ ού άνοιγαν αί άβυσσοι τής γης, νά ήμποροΰσαν νά σωθώσιν άπ’ εκείνα τά σκοτεινά πόγεα, και νά έκβώσιν έξω εις τούτους τούς τόπους, όπου κατοικοΰμεν Γ;, και νά έβλεπον εξαίφνης τήν γήν, τήν θάλασσαν και τόν ούρανόν, νά ιριζον τό μέγεθος τών νεφελών, και τήν όρμήν τών άνεμων, νά έθεω- ϊ σαν τόν ήλιον, τό μεγαλεΐον του και τό κάλλος του, και νά έκαταλάμβανον τήν ένέργειάν του, ότι αυτός παράγει τήν ήμέραν μέ τό φώς του, τό όποιον διασκορπίζει εις όλον τόν ούρανόν ύστερον, άφ’ ού ένύκτωνε, νά έβλεπον δλον τόν ούρανόν στολισμένον μέ τά άστρα καί τάς φάσεις τής σε­ λήνης ποτέ μέν αυξανομένης, ποτέ δέ πάλιν μειούμενης καί όλων τών αστέ­ ρων τήν άνατολήν καί τήν δύσιν, καί τούς είς απαντάς τούς αιώνας ασφα­ λείς καί αμετάβλητους δρόμους των, βέβαια θεωροΰντες δλα αυτά ήθελον πιστεύσει, ότι έστι Θεός, καί ότι όλα αυτά είναι ποιήματα τοϋ Θεοϋ»4 3 .

41. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σ. 161.
42. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σ. 55.

 

108 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

 

Μέ αφορμή καί τήν προηγούμενη εκτενή περικοπή επανέρχομαι στήν προσέγγιση, πού σημείωσα στήν άρχή. Δέν έχει σχέση μέ τό περιεχόμενο τοϋ βιβλίου, άλλά μέ τήν εκφορά τοϋ περιεχομένου. “Εχει σχέση μέ τό ύφος τοϋ λόγου τοϋ Δάρβαρη. Ασφαλώς ακολουθεί κι αυτός τή γνωστή συνταγή τοϋ Διαφωτισμού σέ ανάλογου περιεχομένου βιβλία. Ή δ η ό Γαζής σημείωνε γιά τό βιβλίο αυτό: «Τό ύφος τοϋ λόγου είναι άπλοϋν καί εύληπτον, καί διά τά παιδία χαριέστατον, διά τό είναι γεγραμμένον έν είδει ομιλιών. Συχνάκις ενσπείρει ό Συγγραφεύς διηγήματα τινα καί μύθους καί στίχους, ήθικήν τινα έννοιαν έχοντα»4 4 . Πράγματι κάθε τόσο ό Δάρβαρης παρεμβάλλει στις Όμιλίες “ανέκδοτα”, “έμμετρους μύθους”, ιστορίες, κάποτε μάλιστα εκτε­νείς περιγραφές 4 5 άπό βιβλία περιηγητών κλπ. Εντούτοις πρέπει νά σημειώ­σουμε ότι ή «εύάρεστη» καί «νόστιμη» διάσταση τοϋ ύφους τοϋ λόγου τοϋ Δάρβαρη δέν έγκειται μόνο στό παραπάνω υλικό πού χρησιμοποιεί, άλλά στό ίδιο τό ύφος τοϋ συγγραφέα.

Νομίζω ότι γίνεται αμέσως αντιληπτή ή ικανότητα τοϋ συγγραφέα νά προσδίδει στό λόγο του μιά υψηλής ποιότητας λογοτεχνικότητα, ώστε τό «ωφέλιμο» νά μετατρέπεται αυθόρμητα καί σέ λογοτεχνία.

Δίνω καί τό εισαγωγικό μέρος τής IB’ Όμιλίας τοϋ πρώτου μέρους, όπου ό λόγος είναι: «Περί τών Ανθέων ή Λουλουδιών»: «Παιδία μου, άν δέν ήσθε κουρασμένα, θέλομεν υπάγει νά ίδώμεν τά λουλούδια μας. “Επαρε, Κωστά­κη, τό κλειδί άπό τόν κήπον, καί άνοιξε τήν θύραν. Ιδού, πιστεύω, ό χαριέστατος τόπος, όπου είδομεν ποτέ. Ποίον είναι τό άντικείμενον όπου ευθύς αιχμαλωτίζει τά όμματα μας; Τί ήξεύρω έγώ; Έ δ ώ ευρίσκεται μία μεγάλη ποικιλία ωραίων πραγμάτων, όπου απορεί τινάς είς ποίον νά δώση τά πρω­τεία. Έσεϊς έθαυμάζετε τά άνθη τοϋ άγροΰ, όπως τοϋτα έδώ τά ύπερβαίνουν πολύ. Κυτάξετε τούτους τούς λαλέδες, ταϋτα τά καρυόφυλλα, τούτους τούς φαλαγγύτας, τούτους τούς ναρκίσσους, τούτους τούς υακίνθους, καί ταΰτα τά βατράχια.

43. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 373-374.
44. Άνθιμος Γαζής, «Βιβλία Νεοφανή», Ερμής ό Λόγιος, περίοδος Α’, 15 Αύγουστου 1811, σ. 265.
45. Ό π ω ς κάνει π.χ. στις σσ. 118 κ.έ.

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 109

Ή λευκότης τούτου τοΰ κρίνου υπερβαίνει έκείνην τής ωραιότατης βίσσου. Έπάρετε τό παραμικρόν λουλούδι· θεωρώντας το ακριβώς θέλετε τό εϋρει τόσον ώραΐον και τόσον περίεργον, ωσάν τά πλέον μεγάλα. ‘Ας μή λησμονήσωμεν προ πάντων τό σεμνόν ϊον, τό πρώτον τέκνον τής ανοίξεως. Σοφία! Κόψε μοι ένα άπό ταΰτα τά ώραϊα τριαντάφυλλα. Μέ λόγον τό όνομάζουσι διά τήν γλυκείαν του εύωδίαν, καί τό λαμπρόν του χρώμα, αγλάισμα τών ανθέων. Έ ν ω σ ε μέ αυτό ολίγον άργαβάνι, γιασουμί, λουλούδια τοΰ Μαίου, καί αγιόκλημα, καί δέσε τα καλά. Τ Ω, τί τερπνή μίξις νόστιμων οσμών εις ένα τόσον μικρόν όσφράδιον!»4 6 .

Ή «λογοτεχνία» αυτή δέν εξαντλείται έξαλλου στήν καλολογία τής μορφής, άλλά περιέχει καί μιά βαθύτερη στοχαστικότητα, ή όποια έτσι κι αλλιώς πρέπει νά διακρίνει τήν αληθινή λογοτεχνία. Δάσκαλος τοΰ μέτρου, όπως πρέπει νά ήταν (καί όπως συνάγεται καί άπό τό ίδιο τό έργο του), παίρνει αφορμή άπό όσα λέει «Περί τού αμπελιού» (Όμιλία Γ), γιά νά δείξει στά μικρά παιδιά, ότι κάτι πού φέρνει όχι μόνο χαρά, άλλά καί υγεία τοϋ σώ­ματος, μέ τήν άμετρη χρήση του μεταβάλλεται στό ακριβώς αντίθετο, άπό φάρμακο μπορεί νά γίνει φαρμάκι: «Ό οίνος, μετρίως λαμβανόμενος, είναι πολλά καλός διά τόν στόμαχον, καί τόν ένδυναμόνει- άλλ’ όταν τόν πίνη τινας υπέρ τό μέτρον, θολώνει τόν νουν, καί συντέμνει τήν ζωήν όθεν έμποροϋμεν νά τόν θεωρήσωμεν καί ώς έξαίρετον ίατρικόν, καί ως φαρμάκι φθοροποιόν»4 7 .

Χαρακτηριστικό είναι καί τό ακόλουθο δίλημμα ανάμεσα στήν ελευθε­ρία καί τή σκλαβιά ή, ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στήν αναγκαιότητα τής δουλείας ή τή ματαιότητα τής ελευθερίας: «Έσύ έχεις ένα κανάρι εις στό κλωβί σου, Σοφία. Ελπίζω ότι θέλεις έχει τήν φροντίδα νά τό κρατής παστρικόν, καί νά τό τρέφης καλά. Αυτό δέν έγνώρισε ποτέ τήν τιμήν τής ελευ­θερίας. Ούτω δέν δοκιμάζει καμίαν λύπην, όπου τήν έχασεν. Αλλ’ άν τοΰ έδιδε τινάς τήν έλευθερίαν νά πετάξη έξω, ήθελεν άποθάνη ίσως άπό τήν πεΐναν δι’ έλλειψιν τής τροφής όπου αγαπά. Μάλιστα δέν ήμποροϋσε ν’ άντιστέκηται εις τάς δριμύτητας τοΰ χειμώνος, επειδή καί είναι άπό ένα είδος όπου μετεφέρθη άπό έναν τόπον πολύ θερμότερον παρά τόν είδικόν μας. Ό μ ω ς άν έπαιρνες ένα ταλαίπωρον πτηνόν συνηθισμένον νά πετά επά­νω εις τά δένδρα, νά πηδά άπό κλαδί εις κλαδί, νά κελαδή εις τά πυκνά δά­ση, ήθελεν αρχίσει ευθύς νά βασανίζηται καί νά κτυπά τήν κεφαλήν του εις τάς κιγκλίδας τοΰ κλωβίου. Τέλος πάντων άφ’ ού ήθελεν ιδεί, ότι δέν δύναται νά έκβή έξω, ήθελεν υπάγει νά κρυφθή λυπημένον εις μίαν γωνίαν

46. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σσ. 52-53.
47. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…. ό.π., σα. 24-25.

110 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Δέν ήθελεν αγαπήσει νά τρώγη καί νά πίνη, έως ού ή πείνα και ή δίψα ήθελαν τό στενοχωρήσει πολύ, καί ήθελεν αποθάνει ίσως, πριν συνεθίση είς τήν φυλακήν του»4 8 .

Δέν είναι σπάνιες στό βιβλίο αυτό τοϋ Δάρβαρη καί φραστικές άρτιώσεις όπως: «Όλη ή ευτυχία επάνω είς τήν γήν συνίσταται είς δύω πράγματα πολλά άπλα καί εύκολα: Νά αγαπά τινάς καί νά άγαπάται»4 9 , καί: «Ήμεΐς έπεριδιαβάσαμεν έως έδώ τά όμματα μας επάνω είς τήν γήν, διά νά λάβωμεν μίαν προϋπάρχουσαν ίδέαν τών κατοίκων της καί τών προϊόντων της. Τώρα τά έβυθίσαμεν μέ τόν αυτόν σκοπόν έως τά βάθη τής θαλάσσης. Είς τήν πρώτην μας όμιλίαν θέλομεν τά υψώσει είς τόν ούρανόν, διά νά μάθωμεν τάς κινήσεις τών αστέρων όπου κυλίονται είς τήν άμετρόν των έκτασιν»50.

Χρησιμοποιεί, όπως φαίνεται καί σέ προηγούμενα δείγματα, τήν αισθη­ τική τών αντιθέσεων, τήν όποια ανακαλύπτει εϊτε στή φύση εϊτε στά έργα τών ανθρώπων: «Άπό τόν κόλπον τής [γής] έκβάζουσι τούς λίθους, μέ τούς όποιους πατόνουσι τάς ρύμας καί τάς πλατείας τών πόλεων, καί τούς μεγά­λους δρόμους, καί τόν ώραΐον κιτρινοκόκκινον άμμον, τόν όποιον σκορπίζουσι επάνω είς τούς περιπάτους, διά νά έξορίση τήν ύγρασίαν, καί νά κάμη μίαν τερπνήν αντίθεσιν μέ τήν τρυφεράν πρασινάδα τών παρά τήν όδόν πεφυτευμένων δένδρων»5 1 . Καί παρακάτω: «Αύται αίϊδιαι μεγάλαι πέτραι [μέ τις όποιες είναι κατασκευασμένα τά οικοδομήματα], αί όποΐαι είναι στοιβασμέναι μία επάνω είς τήν άλλην έως είς ένα μεγάλον ύψος υπεράνω τών κε­φαλών μας, ήσαν πολλά βαθέως παραχωμένοι ύποκάτω τών ποδών μας»52.

Αναφέρω άλλο ένα παράδειγμα τής αισθητικής τών αντιθέσεων, αυτή τή φορά άπό τή θάλασσα: «Μόλις ήθέλετε πιστεύσει, δτι οί ναΰται φοβούνται σχεδόν επίσης μέ τήν τρικυμίαν τήν έναντίαν κατάστασιν τής θα­λάσσης, δηλαδή μίαν βαθείαν γαλήνη. Είς αυτήν τήν κατάστασιν τά κύματα όπου σάς έζωγράφισα ολίγον πρωτήτερα τόσον φουσκωμένα καί τόσον πο­λυτάραχα, είναι ήσυχα καί ενωμένα ωσάν πάγος. Τά πανία πίπτουσι μαζωμένα είς τά κατάρτια- ή θάλασσα φαίνεται ότι κοιμάται, καί τό καράβι είναι άκίνητον ώς ένας τάφος όπου έχει μέσα ζωντανά πλάσματα. Ήθελεν ειπεί τινάς, ότι αυτοί οί ναΰται, οί τόσον δραστήριοι καί τόσον ανδρείοι, έκυριεύθησαν άπό μίαν ληθαργικήν νάρκωσιν.

48. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 165-166. 49. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 256.
50. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 281.
51. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 57.
52. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 58.

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική και ό «ήδυσμένος λόγος» 111

“Ηθελε τους συλλυπηθεΐ καθ’ ένας βλέπωντάς τους μέ τά χέρια σταυρωμένα επάνω τοϋ καταστρώματος νά δυσαρεστώνται καί νά πλήττωνται. Άλλά καί πόση χαρά, όταν ό άνεμος άρχίζη νά σηκόνηται! τά πανία πάλιν φουσκόνουσιν, ή θάλασσα κινείται, καί μέ ένα ευτυχή δρόμον τρέχει πρός τόν λιμένα, τόν όρον της επιθυμίας των! Τιάρα ό ναΰκληρος μέ τό τηλεσκόπιν εις τό χέρι ζητεί τόν αίγιαλόν. Οί μοΰτζοι όπου κρεμνώνται εις τό άνώτατον μέρος τοϋ καραβιού τόν βιάζουσι δυνατά μέ τά ομμάτια των νά έπιταχύνη τόν δρόμον. Τέλος πάντων σηκόνουσι μίαν βοήν: Ή γή! ή γή! όλοι οί κόποι καί όλοι οί κίνδυνοι άλησμονήθησαν. Τρέχουσιν, άγκαλιάζουσιν ό ένας τόν άλλον, έπιταχύνουσι τήν ναυκληριαν. έμβαίνουσιν εις τόν λιμένα καί τόν έξουσιάζουσι, ρίπτωντας έκεϊ μέ τό ιιέσον ενός μακροϋ σχοινιού ένα μεγάλον σίδηρον, καλούμενον άγκυραν, τής όποιας οί δύω βραχίονες γυρισμένοι ώς αγκίστρι πιάνοντας εις τόν βυθόν τής θαλάσσης, καί τοιουτοτρόπως αυτή συγκρατεί τό καράβι εις τόν τόπον, όπου έστάθη. Έμβαίνουσι τότε βιαστικά εις ένα πλοΐον καί άράζουσιν εις τήν γήν, τήν οποίαν οί περισσότεροι τήν φιλοΰσιν άπό τήν χαράν, καθώς μετά μίαν μακροχρόνιον άπουσίαν εσείς ήθέλετε αγκαλιάσει τόν πα­τέρα σας καί τήν μητέρα σας»5 3 .

Μία ωραία αντίθεση υποβάλλει καί ή επόμενη φράση: «Τί είναι αί ταραχαί καί αί προσωριναί μεταβολαί τών βασιλειών τής γής παραβαλλόμεναι μέ ταύτην τήν αίώνιον καί ύψηλήν άρμονίαν, ή οποία βασιλεύει μεταξύ τών άμετρων επικρατειών τής ουρανίου δημοκρατίας;»5 4 .

***
Ό Δάρβαρης ασφαλώς αδικείται (όπως καί όλοι άλλωστε οί συγγραφείς τοϋ καιρού του) άπό τό γεγονός ότι ή γλώσσα στήν όποια γράφει είναι ακό­μα ασχημάτιστη καί οπωσδήποτε ξενίζει τόν σημερινό αναγνώστη· ό καφές είναι ακόμη καβές, τό τσάι τέι, τά κουκιά κοκκία5 5 κ.λπ.

Μιά σκέψη ϊσως όχι υπερβολική θά μπορούσε νά είναι, ορισμένες σελί­δες άπό τέτοια βιβλία νά αποδίδονταν στή σημερινή γλώσσα μας. Καί δέν θειορώ απίθανο ότι θά μπορούσαν νά βρίσκουν θετική απήχηση καί στό ση­μερινό παιδικό κοινό. Δίνω μερικά τέτοια παραδείγματα:

«”Ετσι διάβασα κάποτε καί γιά δύο αδέλφια. Τό μεγαλύτερο πήγε σέ μιά βασιλική αυλή, όπου τόν συμπάθησαν, καί πήρε ένα καλό αξίωμα. Τό μικρό­τερο παρέμεινε στό σπίτι τους, καί καλλιεργούσε ένα χωράφι, τό όποιο τούς είχε αφήσει ό πατέρας τους.

53. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σσ. 216-217.
54. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σ. 367.
55. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σ. 44.

112 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Μιά μέρα είπε τό μεγαλύτερο στό μικρότερο: γιατί δέν κάνεις καί σύ τόν γελωτοποιό νά αρέσεις; τότε δέ θά είχες ανάγκη νά κουράζεσαι τόσο, γιά νά βγάζεις τό ψωμί σου. Τό μικρότερο τοϋ αποκρί­ θηκε: καί γιατί δέν μαθαίνεις έσύ νά δουλεύεις, όπως έγώ; τότε δέν θά ήσουν δοΰλος τών άλλων. Κάθε επάγγελμα, παιδιά μου, έχει τά βάρη του, όμως μέ τή συνήθεια γίνονται όλα υποφερτά στόν άνθρωπο. Έμεΐς πιστεύουμε ότι εκείνο πού δέν συνηθίσαμε καί δέν κάναμε, πρέπει νά είναι στόν άλλο φορ­τίο δυσβάσταχτο καί ανυπόφορο, άλλά είναι ακριβώς τό αντίθετο»5 6 .

«Καλημέρα, παιδιά μου! Δέν σάς περίμενα νά έρθετε τόσο πρωί. Χαίρουμαι γι’ αύτη τή βιασύνη, επειδή βλέπω δτι ή χτεσινή διδασκαλία μου σάς άρεσε. Ή αυγή είναι όμορφη. Μποροϋμε νά τήν εκμεταλλευτούμε γιά νά κά­νουμε μιά βόλτα όχι λιγότερο ευχάριστη κι ωφέλιμη. Ακολουθήστε με λοι­πόν. Βλέπω έγώ έκεΐ κάτω τήν γαλατοϋ πού αρμέγει τις αγελάδες. Πόσο χα­ρούμενα φαίνονται αυτά τά φτωχά ζώα, βόσκοντας στήν πρασινάδα! Σκέφτομαι, ότι τό πράσινο χορτάρι είναι τόσο νόστιμο σ’ αυτά δσο οί καρα­μέλες σέ σάς. Δείτε τί ωραία φορέματα έχουν αυτά τά ζώα! Επειδή δέν μποροϋν νά τά φτιάξουν μόνα τους, τούς τά έδωσε ή φύση νά τά φοροΰν πάνω τους, καί νά μεγαλώνουν μαζί μέ αυτά. Ό λ α αυτά τά ζώα έχουν τέσσερα πόδια, καί γι’ αυτό λέγονται τετράποδα. Αυτά δέν στέκονται όρθια, όπως ό άνθρωπος. Αυτή ή παράξενη θέση τοϋ σώματος, μέ τά τέσσερα πόδια, θά μποροΰσε νά είναι ενοχλητική σ’ αυτά, επειδή ή τροφή τους είναι προσκολ­ λημένη στή γή, καί πρέπει κάθε στιγμή νά σκύβουν γιά νά τήν παίρνουν αυτό θά τά κούραζε πάρα πολύ. Αντίθετα, άν είχαν μόνο δύο πόδια, δέν θά μποροϋσαν καθόλου νά κινοΰν τά σώματα τους, τά όποια είναι πολύ βαρύ­τερα άπό τά δικά μας. Βλέπετε μέ τί σκληρό νύχι είναι οπλισμένα τά πόδια τους. Χωρίς αυτό τό φυσικό παπούτσι, θά μποροϋσαν νά κατασχισθοϋν μέ­χρι αίματος»57.

«’Άς ξεκουραστοϋμε έδώ, αγαπητά μου παιδιά. Νά πού φτάσαμε στήν ψηλότερη κορυφή τοϋ βουνοΰ. Ελάτε, καθίστε κοντά μου· άς εύχαριστηθοΰμε μαζί τόν δροσερό αέρα αυτής τής ωραίας βραδιάς. Τί ωραία θέα πα­ρουσιάζεται στά μάτια μας! Πόσο αυτός ό ανοιχτός τόπος συνδυάζει τήν ομορφιά καί τόν πλοϋτο σ’ αυτά τά πράσινα λιβάδια, όπου τό μάτι ταξιδεύει μέ τόση ικανοποίηση, άπό αυτά τά μικρά ρυάκια, πού φαίνονται σάν νά παί­ζουν, ποτίζοντας τά λιβάδια μέ τά άφθονα νερά τους, άπό αυτούς τούς κάμ­πους πού είναι σκεπασμένοι άπό ώριμους καρπούς καί άπό αυτό τό δάσος, τοϋ οποίου τά δυνατά παιδιά, τά δέντρα, μετατρέπονται σέ καράβια, γιά νά πάνε νά μας βρουν χίλιους πολύτιμους θησαυρούς άπό τά πέρατα τής γής!

56. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 66-67.
57. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, δ.π., σσ. 69-70.

 

Ό Δημήτριος Ν. Δάρβαρης, ή Παιδαγωγική καί ό «ήδυσμένος λόγος» 113

 Πάνω άπό αυτήν τήν ωραία σκηνή δείτε τόν ήλιο, ό όποιος μόνο μέ τή λάμνη τοΰ δίσκου του γεμίζει τό απέραντο διάστημα τής βασιλείας του. Όλη αυτή ή μεγαλοπρέπεια είναι έργο δικό του, άφοΰ έδωσε μέ τή θερμότητα ακτινών του τή ζωή στή φύση, κάνει ν’ αστράφτουν τά νέα φυτά άπό τήν λαμπρότητα τοΰ φωτός του καί ρίχνει στις πτυχές τοΰ χλωρού ενδύμα­τος τής φύσης ζωηρότατα χρώματα»5 8 .

 

Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι ό Δάρβαρης καινοτομεί ώς ένας πρω­τοπόρος τής νεοελληνικής παιδαγωγικής σκέψης καί τής διδακτικής μεθο­δολογίας ή ακόμα, καί ώς ένας άπό εκείνους πού επιχείρησαν στό έργο τους νά συνθέσουν τόν ορθολογισμό μέ τόν συναισθηματικό θρησκευτικό λόγο5 9 .

Νομίζω ότι τοΰ αξίζει καί νά τόν τοποθετήσουμε καί στή θέση ενός άπό τούς πρώτους «εμψυχωτές» τής διδακτικής θεωρίας, άφοΰ κατόρθωνε στις κατά τεκμήριο ουδέτερες ή καί ψυχρές παιδαγωγικές προδιαγραφές νά με­ ταδίδει έναν παλμό ζωής μέ τις περιγραφές του καί τό έν γένει ύφος του. Μέ το ύφος του αυτό ανεβάζει τήν παιδαγωγική του καί στήν περιωπή τής λο­γοτεχνίας, τουλάχιστον όπως τή θεωρούσε γιά παράδειγμα ό Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος: «Όπωσδήποτε καί άν όρίσομε τή λογοτεχνία, δέν είναι δυνατό νά τής άφαιρέσομε τήν πανάρχαια υποχρέωση της έμμεσα νά διδά σκει πάντοτε τούς ανθρώπους»6 0 · ή ό Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: «[…] ή τέχνη δέν είναι μόνο αυτοσκοπός, άλλά καί μιά κοινωνική λειτουργία, πού έχει προορισμό νά βοηθήσει τόν άνθρωπο, νά τόν χειραγωγήσει, ώστε νά ξεπε­ράσει τά προβλήματα του, καί νά τόν ενισχύσει στον αγώνα του γιά τήν πρό­οδο άπό κάθε πλευρά. Σέ τοΰτο μας προσφέρει πάλι βοήθεια ό Κλασικός Κόσμος, γιατί έκεϊ πέρα βλέπομε ό ποιητής καί ό πολίτης νά είναι τό Ιδιο πράγμα»6 1 .

Τελικά μπορούμε νά υποστηρίξουμε ότι ό Δημήτριος Δάρβαρης είναι ένας άπό τούς πιό σημαντικούς παιδαγωγούς τής περιόδου τοΰ Νεοελληνικοΰ Διαφωτισμού6 2 .

58. Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως…, ό.π., σσ. 282-283.
59. Γρηγόρης Καραφύλλης, δ. π., σ. 291.
60.1. Ν. Θεοδωρακόπουλος, «Πραγματογνωμοσύνη τής εποχής μας», Ό λογοτέχνης και ή
εποχή μας, Πρακτικά τοϋ πανελληνίου συνεδρίου λογοτεχνών, υπό τήν αιγίδα τοϋ υπουργείου Πολιτισμού καί Επιστημών,’Αθήνα 1976, σ. 38.
61.1. Μ. Παναγκοτόπουλος, «Τί είναι ό λογοτέχνης», Ό λογοτέχνης κα’ι ή εποχή μας. ό.π., σσ. 56-57.

 

114 Κωνσταντίνου Δ. Μαλαφάντη

Ό χ ι μόνο διατύπωσε ενδιαφέρουσες ή καί πολύ ενδια­ φέρουσες παιδαγωγικές απόψεις, σύμφωνα μέ τούς παιδαγωγούς πού τόν μελέτησαν, άλλά διηύρυνε τήν έννοια καί τή χρήση τοΰ «ήδέος», πέρα άπό τή σχεδόν καθιερωμένη παρεμβολή μύθων καί άλλων συναφών επαγωγών μέσων, καί στόν προσωπικό του γραπτό λόγο, στό προσωπικό του, λογοτε­χνικά πολλές φορές συγκινημένο (έστω καί άν ό ίδιος, ϊσως, δέν τό συνειδη­τοποιούσε)6 3 ύφος, τουλάχιστον όπως προκύπτει άπό τήν Οικιακή Διδασκαλία τής Φύσεως- καί αυτό πρέπει νά θεωρηθεί ιδιαίτερα σημαντικό γιά τήν εποχή δπου γράφει ό Δάρβαρης.

62. Βλ. πάντως τήν αξιολόγηση τής Άννας Ταμπάκη, δ.π., σ. 107: «Ό Δημήτριος Νικολάου Δάρβαρης δέν ανήκει ασφαλώς στ’ις κορυφαίες μορφές τοϋ νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ωστόσο αντιπροσωπεύει, θά έλεγα, κάτι πολύ περισσότερο άπό έναν καλό μέσο δρο λογίου τής εποχής […]».
63. Είναι χαρακτηριστικό δτι ό Δάρβαρης συντάχθηκε μέ τή γενικευμένη άλλωστε στήν εποχή του αρνητική στάση τών λογίων απέναντι στό ξενόφερτο μυθιστόρημα. Βλ. καί Βίκυ Πάτσιου, «Ή αφηγηματική μεταφρασμένη παράδοση στά χρόνια τοϋ Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Αια-Κείμενα, Ετήσια έκδοση Εργαστηρίου Συγκριτικής Γραμματολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τεΰχ. 2 «Ή μετάφραση ώς μέσο λογοτεχνικής πρόσληψης», Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 25-45.

Τό ενδιαφέρον πάντως είναι ότι, όπως τουλάχιστον νομίζω καί όπως επιχειρώ νά δείξω καί στό άρθρο μου αυτό, ορισμένες σελίδες δικές του μπορούμε νά τις θεωρήσουμε και ώς λο­γοτεχνικές, μέ τή σωστή έννοια τοΰ όρου.

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια