«Διάδρομος» ανάπτυξης η συμφωνία για το χρέος

ΣΗΜΑ ΟΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΥΡΙΣΕ ΣΕΛΙΔΑ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Αρχική » Ελλάδα » «Διάδρομος» ανάπτυξης η συμφωνία για το χρέος

Ενας από τους σημαντικότερους στρατηγικούς στόχους της κυβέρνησής μας ήταν να δημιουργηθεί ένας σαφής «διάδρομος» για τους πολίτες και τους οικονομικούς δρώντες εξόδου από την κρίση.

Με αυτόν τον στρατηγικό στόχο, βάλαμε τις ακόλουθες τρεις προτεραιότητες πηγαίνοντας στις συζητήσεις του Eurogroup στις 24 Μαΐου:

Πρώτον, θα έπρεπε να επιβεβαιώσει η ελληνική κυβέρνηση ότι είχε ολοκληρώσει με επιτυχία την πρώτη αξιολόγηση. Να υπάρξει, δηλαδή, ένα πρώτο δημόσιο και ξεκάθαρο σήμα ότι η Ελλάδα έχει αλλάξει σελίδα.

Δεύτερον, η κυβέρνηση έπρεπε να εξασφαλίσει τη διαβεβαίωση για την εκταμίευση της δεύτερης δόσης (που ανέρχεται σε 10,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Αυτά τα χρήματα είναι απαραίτητα όχι μόνο για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες αναχρηματοδότησης, αλλά και για την πραγματική οικονομία, αφού θα χρησιμοποιηθούν για να εκκαθαριστεί μεγάλο τμήμα των περίπου 6 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Εξίσου σημαντικό είναι ότι άνοιξε ο δρόμος για να επαναφέρει η ΕΚΤ το waiver και να ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία. Με αυτόν τον τρόπο θα υπάρξει ενίσχυση των επενδύσεων, η οποία θα μεταφραστεί σε νέες θέσεις εργασίας και μείωση της ανεργίας.

Και τρίτον, να αποσαφηνιστεί η βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους μας.

Με την αδιαμφισβήτητη επίτευξη των πρώτων δύο στόχων, η πιο σημαντική συζήτηση στο Eurogroup ήταν αυτή του χρέους, δεδομένου ότι τις τελευταίες εβδομάδες υπήρξαν έντονες διαφωνίες για το ποιες θα ήταν οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να γίνει το χρέος μας βιώσιμο. Ετσι, με αυτό το τεράστιο, και φαινομενικά αγεφύρωτο, χάσμα οι συζητήσεις άρχισαν στο EuroWorking Group στις 23 Μαΐου και συνεχίστηκαν στο Eurogroup την επόμενη ημέρα. Στη δεύτερη συνεδρίαση, σε μια 12ωρη εποικοδομητική αλλά και έντονη διαπραγμάτευση μεταξύ της Ελλάδας, των Ευρωπαίων εταίρων μας και του ΔΝΤ, όλα τα μέρη έφτασαν σε έναν αμοιβαίο συμβιβασμό που έχει δύο χαρακτηριστικά.

Πρώτον, και πολύ κρίσιμο, πετύχαμε για πρώτη φορά δημόσια αναγνώριση από όλους τους Ευρωπαίους και τους θεσμικούς εταίρους μας ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο και θα πρέπει να υπάρξουν παρεμβάσεις ουσιαστικής απομείωσής του. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή είναι μία πάγια θέση του ΣΥΡΙΖΑ και να τονίσουμε ότι η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση όχι μόνο υποστήριζε ότι το χρέος είναι βιώσιμο, αλλά είχε δεσμεύσει τη χώρα σε συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% του ΑΕΠ.

Δεύτερον, έχουμε επιτύχει μια συμφωνία σχετικά με τη μεθοδολογία αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους και τη δημιουργία ενός πλαισίου απομείωσής του. Για πρώτη φορά ορίζεται με ακρίβεια η φράση «αν χρειαστεί». Δηλαδή στο μέλλον δεν είναι στην ευχέρεια του κάθε υπουργού Οικο­νομικών των πιστωτών να ερμηνεύσει το «αν χρειαστεί», αλλά αυτό θα ορίζεται με βάση τις πραγματικές και βιώσιμες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Ο ορισμός αυτός βασίζεται στον δείκτη Ακαθάριστων Αναγκών Χρη­ματοδότησης (GFN) ως προς το ΑΕΠ, που θα τις κρατήσουμε για πολλά χρόνια έως το 15% (συμπεριλαμβανομένων και των εντόκων γραμματίων) μεσοπρόθεσμα, ενώ μακροπρόθεσμα το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί στο 20%. Είναι ένας αριθμός που είναι και βιώσιμος και μικρότερος από πολλές άλλες χώρες. Αυτά τα όρια μεταφράζονται σε πραγματική εξοικονόμηση πόρων, η οποία θα μπορεί να κατευθυνθεί στην πραγματική οικονομία, να ενισχύσει την ανάπτυξη και να βοηθήσει στη μείωση της ανεργίας.

Για να επιτευχθεί ο στόχος, μια σειρά από μέτρα ελάφρυνσης του χρέους έχουν συμφωνηθεί με εφαρμογή στον βραχυπρόθεσμο, τον μεσοπρόθεσμο και τον μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, και τα οποία έχουν άμεσα μετρήσιμα αποτελέσματα καθώς και ακόμη μεγαλύτερες άμεσες και έμμεσες θετικές επιπτώσεις στην οικονομία. Ετσι λοιπόν, κάποιες από τις άμεσα μετρήσιμες επιπτώσεις μπορούν να περιγραφούν ως εξής:

Βραχυπρόθεσμα, οι παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν κυρίως μέτρα για την εξομάλυνση των λήξεων ομολόγων, για να αποφευχθούν έτη που έχουν υψηλές πληρωμές, μέτρα που επηρεάζουν τα επιτόκια δανεισμού έτσι ώστε να επωφεληθούμε από τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια και να μειωθεί το ρίσκο διαχείρισης τους χρέους, καθώς και άλλα τεχνικά μέτρα που αφορούν την εξυπηρέτηση του χρέους και τα οποία από μόνα τους θα μπορούσαν να δημιουργήσουν όφελος για το 2017 κατά περίπου 226 εκατ. ευρώ*.

Μεσοπρόθεσμα έχουμε επίσης συμφωνήσει σε μία δέσμη μέτρων που θα εφαρμοστούν το 2018 για να εξασφαλιστεί ότι ο στόχος των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών μας θα μπορεί επίσης να επιτυγχάνεται με άνεση. Μεταξύ αυτών των μέτρων θα είναι:

Αποκατάσταση της μεταφοράς των κερδών από τα ANFA και SMP (κέρδη της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα) στην Ελλάδα. Το συνολικό ποσό ανέρχεται σε περίπου 5,96 δισ. ευρώ μεταξύ 2017 και 2020 (δηλαδή πάνω από 1 δισ. ευρώ εξοικονόμηση ετησίως μεταξύ 2017 και 2020) και, επιπροσθέτως, 1,3 δισ. ευρώ εξοικονόμηση μεταξύ 2021 και 2026*.

• Η πρόωρη μερική εξόφληση των υφιστάμενων διμερών δανείων του πρώτου Μνημονίου προς την Ελλάδα (GLF) με όφελος τη μείωση των επιτοκίων.

• Η κατάργηση του πρόσθετου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους για ορισμένα δάνεια του ΔΝΤ.

• Η συνέχιση, πέραν του βραχυπρόθεσμου ορίζοντα, των τεχνικών παρεμβάσεων στην εξυπηρέτηση του χρέους, οι οποίες μόνο κατά τα πρώτα 5 έτη μπορούν να επιφέρουν εξοικονόμηση πόρων πάνω από 1,1 δισ. ευρώ*.

• Εάν είναι απαραίτητο, παράταση των προθεσμιών λήξης, αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα εξόφλησης, καθώς και επιβολή ανώτατου ορίου και αναβολή πληρωμών για τόκους των ανεξόφλητων δανείων μας.

Μακροπρόθεσμα, έχουμε δημιουργήσει μια σειρά από μηχανισμούς επαναξιολόγησης, για να εξασφαλιστεί ότι ο απώτερος στόχος της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας θα επιτευχθεί εντός του χρονικού διαστήματος των δύο ετών μέχρι τη λήξη του προγράμματος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ενώ όλοι μιλάνε για τον δημοσιονομικό διορθωτή, τον λεγόμενο «κόφτη», κανείς δεν μιλάει γι’ αυτόν τον «κόφτη χρέους». Εναν αυτόματο μηχανισμό ο οποίος θα μας εξασφαλίζει ότι οι χρηματοδοτικές μας ανάγκες, σε κάθε δεδομένο έτος, θα είναι κάτω από τα συμφωνημένα όρια.

Το ΔΝΤ, το οποίο σε αυτό το ζήτημα έχει ιδιαίτερα προωθημένες θέσεις, θα έχει βαρύνοντα λόγο στη διαμόρφωση των λεπτομερειών του μηχανισμού αυτού και στο κατά πόσον τα ήδη συμφωνηθέντα μέτρα θα είναι επαρκή για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του χρέους μας. Ετσι εάν είναι απαραίτητο, είναι δυνατόν να απαιτήσει περαιτέρω ρύθμιση του χρέους είτε με τη μορφή πρόσθετων εργαλείων ή και με την εντονότερη χρήση των υπαρχόντων εργαλείων.

Συνοψίζοντας, είναι γεγονός ότι αυτή η συμφωνία από μόνη της δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη λύση στο ζήτημα χρέους ούτε είναι η καλύτερη λύση που θα μπορούσαμε να έχουμε αν οι συνθήκες και οι συσχετισμοί ήταν διαφορετικοί. Η λύση που επιτεύχθηκε, άλλωστε, δεν θα επηρεάσει άμεσα την καθημερινότητα του ελληνικού πληθυσμού, καθώς οι αλλαγές δεν είναι εύκολα ορατές. Ωστόσο, σε βάθος χρόνου οφείλουμε και μπορούμε να αντιστρέψουμε αυτήν την πραγματικότητα. Εχουμε μια σαφέστατη δέσμευση για μέτρα απομείωσης του χρέους αυτήν τη στιγμή των οποίων η ένταση θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές ανάγκες της χώρας, και τα οποία θα αλλάξουν τις συνθήκες στην πραγματική οικονομία.

Δημιουργείται, λοιπόν, τώρα ο καθαρός «διάδρομος» τον οποίο επιδιώξαμε και είναι στο χέρι μας να χτίσουμε μια στέρεη βάση για να συνεχίσουμε με έναν οδικό χάρτη που μας βγάζει από την κρίση και μας μεταφέρει από έναν φαύλο κύκλο σε έναν ενάρετο. Εναν κύκλο που θα αλλάζει την καθημερινότητα των πολιτών, καθώς η ανάπτυξη την οποία η Αριστερά επιδιώκει δεν είναι η ανάπτυξη με κάθε τρόπο, αλλά η ανάπτυξη τα οφέλη της οποίας θα διανέμονται με δίκαιο τρόπο.

*Oπως προκύπτει και από τη μελέτη των Μονοκρούσου, Πετροπούλου και Δημητριάδου.

 

Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπουργός Οικονομικών

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια