“Η Μεγάλη Κραυγή” – Γράφει ο Βασίλης Κιοσσές

Αρχική » Διάφορα » “Η Μεγάλη Κραυγή” – Γράφει ο Βασίλης Κιοσσές

“Η Μεγάλη Κραυγή” – Γράφει ο Βασίλης Κιοσσές

“Θα΄ ‘θελα να βγάλω μια μεγάλη κραυγή που να φτάσει μέχρι τον ουρανό ψηλά, μέχρι τον ουρανό ψηλά να φτάσει. Τέτοια μεγάλη κραυγή.”

Αυτό είπε μια από τις ηρωίδες και αυτό είναι που αισθάνθηκα ολοκληρώνοντας το ταξίδι που έκανα διαβάζοντας το βιβλίο «Η μεγάλη κραυγή» του Αναπληρωτή Καθηγητή Υγιεινής και Ιατρικής Εκπαίδευσης Γιάνη Δημολιάτη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κοντύλι.

Το λέω φυσικά από μια άλλη θέση, με έναν άλλο ρόλο και σίγουρα με έναν αλλιώτικο τρόπο.

«Η Μεγάλη Κραυγή» δεν είναι τίποτα παραπάνω από 13 αυθεντικές μαρτυρίες ανθρώπων που ήρθαν αντιμέτωποι με νόσημα χρόνιο και επικίνδυνο για τη ζωή. Δεκατρείς άνθρωποι αφηγούνται τις εμπειρίες τους, τα συναισθήματά τους, τις σκέψεις τους και όλα όσα «δεν είχαν τολμήσει να πουν στους εαυτούς τους», όπως μας λέει ο συγγραφέας, για τη θέση του φροντιστή που είχαν αναλάβει. Αρκεί να σκεφτεί ο καθένας μας πόσες φορές έχει βρεθεί στη θέση της «αποκλειστικής νοσοκόμου», σε μια θέση που δε μας αναλογεί.

Ένιωσα τόσα πολλά συναισθήματα που στο τώρα μου, μοιάζουν αλληλένδετα, αλληλοεξαρτώμενα, σαν το ένα να μη μπορεί χωρίς το άλλο, αλλά και σαν το ένα να γεννάει το άλλο. Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση έφτασαν να γίνονται τόσα πολλά μέσα μου που έμοιαζαν ακατανόητα, τόσα πολλά που δε μπορούσαν να βιωθούν ξεκάθαρα, δε μπορούσαν να βιωθούν όπως τους αξίζει. Μπορούσαν μόνο να βγουν ως κραυγή, όχι λόγια – τα λόγια έμοιαζαν δύσκολα.

Χρειάστηκε να πάρω χρόνο να σκεφτώ, να αναρωτηθώ, χρόνο να βάλω σε μια σειρά και να τιμήσω όλα τα βαθιά υπαρξιακά ζητήματα και ερωτήματα που θέτει το βιβλίο στον αναγνώστη του. Κάθε ιστορία που ξεκινούσα να διαβάζω με έφερνε αντιμέτωπο με πολλά ερωτηματικά, με πολλές σκέψεις.

Έχω την αίσθηση πως ένα – από τα πολλά – που μου προσέφερε με τέτοια απλοχεριά αυτό το βιβλίο είναι ένα είδος υπαρξιακής αφύπνισης. Μιλάω για την ευθραυστότητα της ζωής. Την ευθραυστότητα της στιγμής. Σκέπτομαι πόσο δύσκολη, τρομαχτική, απειλητική είναι εκείνη η στιγμή που όλα όσα γνώριζες, όλα όσα ζούσες χρειάζεται να τα αλλάξεις.

Εκείνη η στιγμή που σου ζητάει να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή, μόνος, χρειάζεται να ξανασυστηθείς καταρχήν στον εαυτό σου σε άλλες συνθήκες πια, αλλά και στον κόσμο. Και με όλα αυτά στην ψυχή και στο νου σου, να χρειάζεται και να φροντίσεις και να είσαι ο δυνατός, να μη μπορείς να είσαι και αδύναμος. Όχι, μόνο δυνατός. Η αδυναμία δε σου επιτρέπεται και δεν την επιτρέπεις κι εσύ στον εαυτό σου. Μαθαίνεις να φροντίζεις, να βάζεις τον εαυτό σου – τη ζωή σου – στην αναμονή, μαθαίνεις να μην είσαι στη σχέση. Ναι, άραγε τι σημαίνει σχέση; Τι σημαίνει σχετίζομαι; Σε μια σχέση είμαστε δύο, υπάρχεις εσύ, υπάρχω όμως και εγώ. Άραγε όταν υπάρχει μόνο ο ένας, όταν υπάρχουν μόνο οι ανάγκες του ενός, τότε μιλούμε για σχέση; Κι αν δε σου χαρίσω τη ζωή μου, άραγε θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ; Ή το να με φροντίσω θα σημαίνει εγωισμός;

Το βιβλίο αυτό τίμησε και έφερε στο προσκήνιο όλους εκείνους που η μοίρα, η τύχη, ο Θεός, ή απλά η ζωή τούς έδωσε το ρόλο του φροντιστή ανθρώπων που υποφέρουν και αντιμετωπίζουν την αναμονή του θανάτου και σε αυτούς αναφέρομαι. Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα αναρωτιέμαι το ρόλο που παίζουν οι προσδοκίες που έχει ο φροντιστής ο οποίος είναι υγιής και οι προσδοκίες που έχει ο ασθενής. Τι προσδοκούμε ο ένας από τον άλλο; Καταφέρνουμε να μοιραστούμε αυτές τις προσδοκίες ή τρέχουμε να τις φορέσουμε ο ένας στον άλλον;

Διαβάζοντας τις ιστορίες αισθάνθηκα τους ήρωες να δημιουργούν ένα ανείπωτο και άγραφο συμβόλαιο μεταξύ τους στο οποίο σαν κάτι να μη μπορούσε να ειπωθεί, σαν να έλειπε η εμπιστοσύνη στον ασθενή, πως αντέχει, πως μπορεί να μείνει για λίγο και μόνος. Πόσο βιαζόμαστε να γνωρίζουμε πριν από τον άλλο για λογαριασμό του τι αισθάνεται, τι χρειάζεται και τι είναι καλύτερο για εκείνον. Σαν να παγιδευόμαστε σε αυτά που επιλέγουμε να πιστέψουμε.

Όταν δεν τολμώ να σου πω αυτό που αισθάνομαι είτε γιατί πιστεύω πως δεν το αντέχεις, είτε επειδή εγώ δεν το αντέχω, πώς θα μοιραστώ μαζί σου ακόμα και τις πιο μύχιες σκέψεις μου; Αυτές τις ενοχικές, που εκ των προτέρων τις έχω αξιολογήσει σαν τέτοιες μέσα μου. Τις έχω κρίνει και ίσως να ντρέπομαι γι’ αυτές. Πόσο δύσκολο για όλους μας είναι να αναρωτηθούμε τι τέλος θα θέλαμε να έχουμε; Μια ερώτηση τόσο σπουδαία για εμένα μα ταυτόχρονα τόσο δύσκολη.

Πότε πρέπει να πεθαίνει λοιπόν κανείς; Αυτή η ερώτηση στριφογυρίζει στο μυαλό μου μετά την ανάγνωση. Πότε θα ήθελε να πεθάνει; Πόσο χώρο έχει ο καθένας από εμάς να το σκεφτεί, όταν κοινωνικά δε μας επιτρέπεται. Θα ήταν ένα εξαιρετικά μακάβριο θέμα για συζήτηση.

Και κάπως έτσι το αφήνω στην τύχη. Και κάπως έτσι το αφήνω πάνω σε άλλους πιο ειδικούς. Σε εκείνους που είναι με ένα τρόπο αναγκασμένοι να με σώσουν είτε θέλω, είτε δεν θέλω.

Δανειζόμενος τα λόγια της Μάρως Βαμβουνάκη «σωσμός με τη βία δεν είναι σωσμός είναι μόνο βία».

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Δημολιάτης, Γ. (2014). Η Μεγάλη Κραυγή. Βόλος: Κοντύλι

Βασίλειος Ν. Κιοσσές
Ψυχολόγος – Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

animartists.com

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια