Μια συναρπαστική ιστορία -Ένα πρόδρομο μοντέλο κοινωνικής οικονομίας στη μετεμφυλιακή Βλάστη-Δείτε και ένα καταπληκτικό film της δεκαετίας του 70

Αρχική » Διάφορα » Μια συναρπαστική ιστορία -Ένα πρόδρομο μοντέλο κοινωνικής οικονομίας στη μετεμφυλιακή Βλάστη-Δείτε και ένα καταπληκτικό film της δεκαετίας του 70

(function(d, s, id) { var js, fjs = d.getElementsByTagName(s)[0]; if (d.getElementById(id)) return; js = d.createElement(s); js.id = id; js.src = “//connect.facebook.net/el_GR/all.js#xfbml=1”; fjs.parentNode.insertBefore(js, fjs); }(document, ‘script’, ‘facebook-jssdk’));

Η Βλάστη μετά τον εμφύλιο
Η Βλάστη δοκιμάστηκε σκληρά στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφύλιου. Τρεις φορές το χωριό κάηκε από τους ναζί κατακτητές και στη διάρκεια του εμφυλίου εκκενώθηκε πλήρως από τους

κατοίκους του. Πολλοί ήταν οι νεκροί και οι αγνοούμενοι απ’ τον πληθυσμό του χωριού.
Το 1963 είχαν απομείνει 1.200 κάτοικοι από τους 5.000 που ήταν πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί, κυρίως οι νέοι, αναζήτησαν την τύχη τους σε αστικά κέντρα ή ξενιτεύτηκαν στο εξωτερικό. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν πλέον γυναίκες.
Τα σπίτια ήταν καταστραμμένα σε ποσοστό 80%. Ελάχιστα είχαν επισκευαστεί ή ξαναχτιστεί. Άλλα πέτρινα ερείπια είχαν μπαλώματα από χαρτόνι ή μουσαμά που τα έκαναν προσωρινά κατοικήσιμα. Τα παράθυρα χαλασμένα και στα πατώματα υπήρχαν τεράστιες τρύπες. Ένας χωματόδρομος σε κακή κατάσταση εξασφάλιζε την επικοινωνία του χωριού αλλά για μεγάλα διαστήματα ήταν αδιάβατος λόγω του χιονιού.

με κλικ πάνω σε κάθε εικόνα την μεγεθύνετε
Η υφαντική παράδοση
Η Βλάστη είχε από εκατονταετίες πριν μια ασυνήθιστα πλούσια παράδοση στην υφαντουργία. Διόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία. Σ’ όλα τα σπίτια ύφαιναν για προσωπική χρήση καθώς χαλιά για το πάτωμα και τους τοίχους, κουβέρτες και στρωσίδια για τα κρεβάτια ήταν απαραίτητα για να προστατευθούν από το κρύο του χειμώνα. Ταυτόχρονα τα χρώματα και σχέδια των υφαντών δημιουργούσαν μια ζεστή και άνετη ατμόσφαιρα στο σπίτι.
Με τον καιρό σχέδια και χρώματα εξελίχθηκαν δημιουργώντας μια πολύ αξιόλογη υφαντική τεχνική και πολλές γυναίκες εξασφάλιζαν ένα αναγκαίο επιπλέον εισόδημα πουλώντας τα δημιουργήματά τους. Μετά τον πόλεμο όμως οι μόνοι πελάτες ήταν οι έμποροι της μεγαλούπολης και η παραγωγή προσαρμόστηκε σ’ αυτό που υποτίθεται ότι προτιμούσαν οι τουρίστες. Τα σχέδια εκμοντερνίστηκαν και οι αποχρώσεις των φυσικών χρωμάτων εγκαταλείφτηκαν για χάρη έντονων και περισσότερων αποχρώσεων. Οι έμποροι όμως αγόραζαν τα υφαντά για ένα κομμάτι ψωμί και οι γυναίκες κέρδιζαν ελάχιστα χρήματα δουλεύοντας σκληρά με παλιούς αργαλειούς και απηρχαιωμένα εργαλεία.
Η Βλάστη σιγά σιγά έφθινε και θα γινόταν ένα ακόμα στοιχειωμένο χωριό, όπως αρκετά απ’ τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας.
Η ΙΜ στην Βλάστη
Μια ολλανδέζα κοινωνική λειτουργός, η Φράνκι Χάμιλτον, που εργαζόταν αρκετά χρόνια στην Ελλάδα για τον Βρετανικό οργανισμό ανθρωπιστικής βοήθειας OXFAM ήταν αυτή που επεσήμανε στην ΙΜ (είχε συνεργαστεί παλιότερα στην Αυστρία) τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του ορεινού χωριού.
Έτσι η ΙΜ αποφάσισε να επενδύσει στην χειροτεχνία και την παραδοσιακή γνώση της υφαντικής που κατείχαν οι γυναίκες της Βλάστης. Στην πραγματικότητα όλες οι γυναίκες της Βλάστης ήξεραν να γνέθουν και να υφαίνουν. Την βάση για το νέο ξεκίνημα αποτέλεσαν η μισοξεχασμένη γνώση για τα φυτικά χρώματα και την παλιά παραδοσιακή τεχνική που επιζούσε ακόμη στις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες καθώς και παλιά υφαντά με όμορφα και ξεχασμένα πλέον σχέδια που υπήρχαν σε αρκετά σπίτια.
Τα σχέδια της ΙΜ ήταν σε πρώτη φάση η δημιουργία ενός σχολείου όπου πενήντα γυναίκες θα εκπαιδεύονταν και θα δούλευαν με σύγχρονους αργαλειούς και σε 2η φάση ένας διπλάσιος αριθμός γυναικών θα δούλευαν απ’ το σπίτι. Το χωριό συμφώνησε με θέρμη στα σχέδια αυτά και το κοινοτικό συμβούλιο παραχώρησε στην ΙΜ, που ανέλαβε και τις δαπάνες των αναγκαίων επισκευών, ένα παλιό σχολικό κτίριο (το κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται η Κοινότητα Βλάστης).
Υπεύθυνη αυτής της προσπάθειας ορίστηκε η δασκάλα Ragnhild Agren (Ράγχιλντ Όγκρεν) που είχε δουλέψει παλιότερα στην Ελλάδα και γνώριζε τη γλώσσα αλλά ήταν και επιδέξια υφαντουργός.
Το καλοκαίρι του 1963 ξεκίνησε η λειτουργία του σχολείου υφαντικής ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου (τα εγκαίνιά του έγιναν την επόμενη χρονιά). Με φανερή χαρά οι γυναίκες του χωριού στήριξαν την προσπάθεια. Αρκετές νεαρές κοπέλες που είχαν εγκαταλείψει το χωριό ξαναγύρισαν για να μάθουν να υφαίνουν. Τα παλιά σχέδια ξαναβγήκαν στην επιφάνεια και ξεκίνησε μια πρώτη παραγωγή που όμως αποδείχτηκε δύσκολα διαθέσιμη στην ελληνική αγορά. Έτσι στράφηκαν στην σουηδική αγορά μέσω του δικτύου των καταστημάτων και γραφείων της ΙΜ σε πολλές σουηδικές πόλεις. Η πρώτη παραγωγή, βελέντζες, πασούμια και ζώνες έφτασε στην Σουηδία στο τέλος του φθινοπώρου του 1963.
Η πρώτη μισθοδοσία καλωσορίστηκε με έκπληξη και ενθουσιασμό. Οι υφάντριες της Βλάστης αμείβονταν με πολύ αξιοπρεπή μισθό που εξασφάλιζε την άνετη επιβίωση στο μέχρι τώρα φτωχικό χωριό.
το σχολικό κτίριο όπου πρωτοστεγάστηκε η ΙΜΗ Μαρία,ψυχή της προσπάθειαςαπό τα εγκαίνια του πρώτου κτιρίου
με κλικ πάνω σε κάθε εικόνα την μεγεθύνετε
Αναγέννηση της υφαντικής τέχνης
Η Ράγχιλντ, που σύντομα μετονομάστηκε σε Μαρία μια και το όνομά της ήταν ακαταλαβίστικο για τη Βλάστη, σύντομα απέκτησε φιλίες σε όλο το χωριό. Από σπίτι σε σπίτι έψαχνε για γνήσια παλιά σχέδια στα παλιομοδίτικα γιορτινά υφαντά. Πολλές γερόντισσες δάνειζαν τα παλιά τους υφαντά και με πολύ χαρά διαπίστωναν ότι τα παλιά σχέδια χρησιμοποιούνταν και πάλι με νέο τρόπο. Οι νέες συνθέσεις των σχεδίων κατά κανόνα έπαιρναν το όνομα των γυναικών που τα δημιουργούσαν, όπως Δάφνη, Αφροδίτη κλπ.
Όλα τα στάδια της παραγωγής του νήματος γίνονταν με τους παλιούς παραδοσιακούς τρόπους. Μετά το κούρεμα των αρνιών έπλεναν το μαλλί με ζεματιστό νερό και στη συνέχεια το μετέφεραν στα παγωμένα ρυάκια και το ξέπλεναν. Στη συνέχεια το άπλωναν για να στεγνώσει, το έβαφαν με φυσικά χρώματα και ακολουθούσε όλη η τυπική διαδικασία: το ύγραμα, το γνέσιμο, το τύλιγμα, το ίδιασμα και τέλος το κουβάριασμα. Τότε ήταν έτοιμο για να αρχίσει η ύφανση. Και δεν μιλάμε για μικρές ποσότητες μαλλιού… έφτασαν να επεξεργάζονται και 6 τόνους μαλλί το χρόνο.
Έτσι η Βλάστη βίωσε την αναγέννηση της υφαντικής τέχνης. Από τις 125 περίπου οικογένειες που ζούσαν στην Βλάστη ελάχιστες ήταν όσες δεν είχαν κανένα μέλος τους να συμμετέχει στο πρόγραμμα της ΙΜ.  Η συλλογή των σχεδίων και των ειδών διευρύνονταν συνεχώς. Τώρα πλέον η παραγωγή περιλάμβανε ταπετσαρίες, τσάντες, τραπεζομάντιλα, παντόφλες,, υφάσματα για κουρτίνες και έπιπλα, δαντέλες και πλεκτές κάλτσες Ράβανε επίσης φούστες και φορέματα. Η ποιότητα καλυτέρευε όλο και περισσότερο.
Μετά το κούρεμα των αρνιών οι γυναίκες μάζευαν το μαλλίκαι το έπλεναν το μαλλί με ζεματιστό νερόστη συνέχεια το μετέφεραν στα παγωμένα ρυάκια και το ξέπλενανκαι το άπλωναν για να στεγνώσει
το έβαφαν με φυσικά χρώματατο έγνεθαντο κουβάριαζανκαι ήταν έτοιμο για τον αργαλειό
με κλικ πάνω σε κάθε εικόνα την μεγεθύνετε
Η οικοδόμηση του νέου κτιρίου, του “σουηδικού” όπως έμεινε στην ιστορία
Συγχρόνως όμως υπήρχε ένα μεγάλο πρόβλημα. Το παλιό σχολικό κτίριο παρόλη την αρχική επιδιόρθωση ήταν σε κακή κατάσταση αλλά και σχεδόν αδύνατο να ζεσταθεί στη διάρκεια του μακρύ χειμώνα.
Έτσι, αφού η ΙΜ εδραίωσε την παρουσία της στην Βλάστη, αποφασίστηκε να χτιστεί ένα καινούργιο κτίριο σε χώρο που παραχώρησε η κοινότητα. Τα σχέδια του κτιρίου ήταν του αρχιτέκτονα Paul Gustafson και ο ίδιος επέβλεπε τις εργασίες μέχρι το τέλος. Το καλοκαίρι του 1965, από τη Σουηδία, τα υλικά φορτώνονται στο τρένο για την Πτολεμαίδα και από κει με φορτηγά μεταφέρονται στην Βλάστη. Το χτίσιμο παίρνει την μορφή γιορτής και στις εργασίες συμμετέχουν εθελοντικά και πολλοί κάτοικοι της Βλάστης. Τα εγκαίνια του νέου κτιρίου έγιναν στις 7 Νοεμβρίου του 1965 και ακολούθησε επίδειξη μόδας και φωτογράφιση.
Η Βλάστη ξαναζούσε. Η πολιτιστική παράδοση ήταν το όχημα της ανάπτυξης του τόπου. Οι κάτοικοι όχι μόνο ανέκτησαν την αυτοπεποίθησή τους αλλά είχαν πλέον αρκετά χρήματα για την επιβίωσή τους. Τα εμπορεύματα στα μπακάλικα της πλατείας αυξάνονταν συνεχώς, τα καφενεία είχαν πλέον κίνηση. Τα ερειπωμένα σπίτια επιδιορθώνονταν και το χρώμα επέστρεψε στους δρόμους της Βλάστης.
τα εγκαίνιαη πρώτη επίδειξη μόδας στη Βλάστηαπογευματινό τσάι στο προαύλιο του σουηδικούαφία της ομάδας
με κλικ πάνω σε κάθε εικόνα την μεγεθύνετε
Φόβος και καχυποψία
Στόχος της ΙΜ ήταν η πρωτοβουλία να περάσει στα χέρια των γυναικών της Βλάστης που θα οργανώνονταν σε αυτοδιαχειριζόμενο συνεταιρισμό. Μια από τις πιο ικανές υφάντριες η Ελένη Δερβίση, που έδειξε και σημαντικές διοικητικές ικανότητες, εκπαιδεύτηκε από την ΙΜ στη Saterglantan στα Dalarma της βόρειας Σουηδίας και αργότερα διορίστηκε διευθύντρια στη Βλάστη.
Αλλά οι γυναίκες όσο ικανές και αν ήταν στην υφαντική άλλο τόσο ήταν απροετοίμαστες να αναλάβουν την αυτοδιαχείριση της προσπάθειας. Τα πρώτα ανησυχητικά σκοτεινά σύννεφα άρχισαν να συσσωρεύονται, δεν ήταν πια όλα ειδυλλιακά.
Επί πλέον η χούντα είχε αρπάξει την εξουσία στην Ελλάδα, η κοινωνική ατμόσφαιρα είχε πια μολυνθεί καθώς ένα κλίμα αγωνίας, δυσπιστίας και καχυποψίας απλώθηκε σ’ όλη τη χώρα. Η δραστηριότητα μιας σουηδικής ανθρωπιστικής οργάνωσης σε ένα ορεινό χωρίο ήταν το λιγότερο ύποπτη και η καχυποψία διάχυτη. Η ατμόσφαιρα αυτή δεν άργησε να μεταδοθεί και στη Βλάστη. Η εμπιστοσύνη στη σχέση της ΙΜ και των γυναικών της Βλάστης άρχισε να κλονίζεται. Μερικές απ’ τις γυναίκες θεώρησαν ότι έκαναν πιο βαριές δουλείες και απαίτησαν υψηλότερη αμοιβή. Η φήμη ότι η ΙΜ είχε τεράστια κέρδη από τις πωλήσεις στη Σουηδία διαδόθηκε ευρύτατα και πολλοί άρχισαν να απαιτούν μερίδιο των υποτιθέμενων κερδών. Τρεις γυναίκες, το 1971, κινήθηκαν δικαστικά με αγωγή εναντίον της ΙΜ για να βρεθεί τελικά, με αρκετή αμηχανία, μια συμβιβαστική λύση.
Την ίδια περίοδο έγινε και μια εσωτερική αλλαγή στη διοίκηση της ΙΜ. Μετά την αποχώρηση της Μαρίας υπεύθυνος της προσπάθειας και καλλιτεχνικός διευθυντής ανέλαβε ο Kenneth Cope, αυστραλός στην καταγωγή που ζούσε πολλά χρόνια στην Σουηδία. Ο ίδιος έγραψε ” Δεν είναι εύκολο να ξεπεράσεις μια άμεση κρίση, ιδίως εάν δεν έχεις καταλάβει ακριβώς πως δημιουργήθηκε. Σε λίγο καιρό όμως λύθηκαν πολλά προβλήματα και οργανώσαμε μια γιορτή συμφιλίωσης. Καταφέραμε να ξεπεράσουμε την κρίση; Αυτό δεν το γνωρίζω ακόμη. Αλλά αισθάνομαι την ατμόσφαιρα στη σχολή υφαντουργίας αρκετά χαρούμενη και ευχάριστη και οι κάτοικοι του χωριού είναι καλοσυνάτοι και συνεργάσιμοι”.
Ο Κένεθ έδωσε βάρος στην αναβάθμιση της ποιότητας των υφαντών. Ξεκίνησε να αναμιγνύει στο ντόπιο τραχύ αρνίσιο μαλλί μια ποσότητα μαλακότερου, εισαγόμενου απ’ τη Νέα Ζηλανδία, με αποτέλεσμα μια ομορφότερη λάμψη στα υφαντά. Η αναβάθμιση της ποιότητας οδήγησε στην αύξηση της ζήτησης των υφαντών αλλά και στη ζήτηση εργατικών χεριών. Έτσι η παραγωγή επεκτάθηκε και στο γειτονικό χωριό Σισάνι, όπου και κει υπήρχαν φτωχές γυναίκες που γνώριζαν να υφαίνουν. Τα δυο χωριά ένωνε ένας στενός, όλο στροφές, δρόμος που πολλές φορές τον χειμώνα ήταν αδιάβατος. Μέσω αυτού του δρόμου, μια φορά την βδομάδα, μετέφεραν το μαλλί απ’ τη Βλάστη και έτοιμα υφαντά απ’ το Σισάνι.
Όμως η στρατιωτική χούντα δεν είχε κλείσει τους λογαριασμούς της με την ΙΜ και το 1973 έστειλε ένα τελεσίγραφο διατάσσοντας την αποχώρηση της ΙΜ απ’ την Ελλάδα μέσα σ’ ένα χρόνο. Η ξενοφοβική απόφαση έσκασε σαν βόμβα. Ο νομάρχης Κοζάνης αρνήθηκε να κοινοποιήσει την απόφαση στους κατοίκους της Βλάστης, ο μητροπολίτης Κοζάνης έκανε έκκληση στη χούντα να ξανασκεφτεί το ζήτημα. Η απόφαση απειλούσε το μέλλον του χωριού. Δεν υπήρχε κανείς που θα μπορούσε να αναλάβει την διεύθυνση της προσπάθειας, οπότε απλώς θα έκλεινε.
Η ΙΜ με επιστολή της στην Αθήνα ζήτησε να μάθει το σκεπτικό της απόφασης, δεν πήρε ποτέ απάντηση.
Μια καινούργια εποχή
Τελικά δεν έφυγε η ΙΜ, έφυγε η χούντα. Η νέα κυβέρνηση αμέσως ενέκρινε την άδεια της ΙΜ. Σε επιστολή της προς την ΙΜ εξέφρασε τις ευχαριστίες της για «τα φιλελληνικά αισθήματα της οργάνωσης» και «την εξαιρετική εκτίμηση για την μεγαλόψυχη υποστήριξη του χωριού της Βλάστης».
Η ΙΜ εξακολούθησε αυτή την υποστήριξη για πολλά χρόνια ακόμη. Τα υφαντά της Βλάστης επιλέχθηκαν για να αντιπροσωπεύσουν την Ελλάδα σε διεθνείς εκθέσεις και κρίθηκαν εξαιρετικής ποιότητας και υψηλής αισθητικής.
Το σύνθημα της ΙΜ «βοήθεια για αυτοβοήθεια» αποδείχθηκε όμως λειτουργικό; Ο δημοφιλής σουηδός ηθοποιός Φόλκε Σουντίν που εγκατέλειψε την καριέρα του για να εργαστεί σποραδικά πολλά χρόνια στη Βλάστη ήταν κατηγορηματικός «η Βλάστη είναι ένα μοναδικό ζωντανό ορεινό χωριό, μα όταν το χωριό αυτό λειτουργήσει από μόνο του χωρίς την δική μας βοήθεια, τότε θα έχει επιτευχθεί ο σκοπός μας».
Τα υφαντά πωλούνται από το δίκτυο της ΙΜ σε όλη την Σουηδίακαι διοργανώνονταν και επιδείξεις μόδας
με κλικ πάνω σε κάθε εικόνα την μεγεθύνετε
Και η αυλαία
Μετά από 25 χρόνια παρουσίας η ΙΜ αποφάσισε ότι οι συνθήκες πλέον της επέτρεπαν να αποχωρήσει. Η Ελλάδα ήταν μέλος της ΕΟΚ, η Βλάστη δεν ήταν πλέον ένα φτωχό χωριό. Είχε αποκτήσει τουρισμό και πολλοί από τους κατοίκους που είχαν μετακομίσει ανοικοδόμησαν τα σπίτια τους και τα καλοκαίρια επέστρεφαν. Απόδειξη ευημερίας ήταν ότι οι περισσότερες οικογένειες είχαν αποκτήσει δικό τους τηλέφωνο. Είχε επίσης ιδρυθεί και κτηνοτροφική σχολή ανώτερης εκπαίδευσης. Το κεφάλαιο αυτό είχε κλείσει πλέον για την ΙΜ αλλά η εμπειρία της Βλάστης ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στις νέες δραστηριότητες που ξεκίνησε με γυναίκες στην Πορτογαλία που τότε ήταν η φτωχότερη χώρα της δυτικής Ευρώπης.
Στις 31 Μαρτίου του 1988 παραχωρήθηκε επίσημα το κέντρο υφαντουργίας στον πρόεδρο της Κοινότητας Βλάστης (που είχε υποστηρίξει για χρόνια την προσπάθεια). Μαζί παραχωρήθηκαν και πολλά έτοιμα υφαντά αλλά και σημαντική ποσότητα πρώτων υλών με την ελπίδα να συνεχίσει η προσπάθεια με την μορφή ενός αυτοδιαχειριζόμενου συνεταιρισμού.
Παρόλα αυτά οι αργαλειοί δεν ξαναλειτούργησαν από τότε. Αλλά η Βλάστη είχε κατορθώσει να επιβιώσει τα δύσκολα χρόνια.
25 χρόνια τώρα το «σουηδικό» είναι εγκαταλειμμένο, πρόσκαιρα ζωντανεύει μόνο στις Γιορτές της Γης καθώς χρησιμοποιείται σαν κατάλυμα εθελοντών. Μήπως ήρθε ο καιρός να ξαναλειτουργήσει;

Το κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση του σχετικού κεφαλαίου (με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ένα χωριό στο βουνό») από το βιβλίο του Όκε Ουλάουσον «ΙΜ στην υπηρεσία της φιλανθρωπίας». Την μετάφραση από τα σουηδικά έκανε ο Χρήστος Δεσποινιάδης και την επιμέλεια ο Σταύρος Υφαντής.

δειτε το film εδω:

(function(d, s, id) { var js, fjs = d.getElementsByTagName(s)[0]; if (d.getElementById(id)) return; js = d.createElement(s); js.id = id; js.src = “//connect.facebook.net/el_GR/all.js#xfbml=1”; fjs.parentNode.insertBefore(js, fjs); }(document, ‘script’, ‘facebook-jssdk’));

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια