Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

Αρχική » Διάφορα » Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΑΜΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΣ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ.

ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ, ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΠΟΥΔΑΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Αναξιοκρατία, κομματοκρατία, κομματοκυριαρχία, διαφθορά, διαπλοκή, ιδιοτέλεια, ευτέλεια, καριερισμός, σκάνδαλα επί

σκανδάλων και ατιμωρησία, λαϊκισμός, συντηρητισμός, εθνικοφροσύνη, απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών, κρίση θεσμών και Αξιών, πολιτική και κοινωνική σήψη, η έλλειψη ενδιαφέροντος από το Κράτος, τα κόμματα, τους φορείς και τα άτομα και πολλοί άλλοι νοσηροί πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες ήταν επόμενο να αποτελέσουν τη βάση, τη μαγιά του νεοφασισμού στην Ελλάδα.

Επιπροσθέτως η αδυναμία του Συ.Ριζ.Α., του Κ.Κ.Ε. και των άλλων κομμάτων του λεγόμενου Δημοκρατικού Τόξου να αναπτύξουν έναν αξιόπιστο πολιτικό φορέα, ένα κίνημα αντίθεσης προς τον νεοφασισμό, έναν αντίποδα, εκ διαμέτρου αντίθετο με τον νεοναζισμό, έναν πόλο έλξης όλων των απογοητευμένων, των αγανακτισμένων και οργισμένων πολιτών του φαύλου, διεφθαρμένου, ανάλγητου και καταστροφικού πολιτικού μας συστήματος που να γίνεται αποδέκτης της δικαιολογημένης δυσαρέσκειας και οργής των Ελλήνων, ένα αντίπαλο δέος αξιοκρατικό και αξιόπιστο, ικανό να προσελκύει τους πιο πάνω περιγραφόμενους Έλληνες πολίτες, και να λειτουργήσει ως παράγοντας προσέλκυσης αυτών, λειτούργησε κι’ αυτός αρνητικά και υπέρ του νεοφασισμού.

Το χρονικό της τελευταίας ελληνικής εβδομηκονταετίας (1941 – 2014), που πραγματεύεται αυτή η μονογραφία, μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα κεφάλαιο των πολύ πιο μακρόχρονων, των σχεδόν συνεχών, εθνικών και κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων που διεξάγονται σε τούτη την πανάρχαιη και πανέμορφη γωνιά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μια εξήγηση για την πολυτάραχη ιστορία της Ελλάδας είναι η ιδιόμορφη γεωπολιτική της θέση και η υψίστης σπουδαιότητας σημασία της για τις Μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Κίνας. Οπωσδήποτε, όμως, οι ρίζες των αντιθέσεων ξεκινάνε από την επαναστατική αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού (1821) και τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους των Νεοελλήνων (1830). Στους δύο περίπου αιώνες ελεύθερου βίου οι δυο κόσμοι που συγκρούονται φαίνονται μικροί. Αλλά το βαθύ περιεχόμενο της διαπάλης τους εκτείνεται σε διαστάσεις παγκοσμιότητας. Είναι μια μικρογραφία της προαιώνιας και παντοτινής αντίθεσης των δυνάμεων της προόδου και της συντήρησης, για να μην πούμε των δυνάμεων του καλού και του κακού.

Στην περίπτωση της Ελλάδας — και όχι μόνο της Ελλάδας — αντίπαλες δυνάμεις είναι: η δημοκρατική πλειοψηφία του λαού, που αγωνίζεται να λυτρωθεί από την πολιτική, οικονομική και κοινωνική καθυστέρηση, ν’ αποχτήσει γνήσια εθνική ανεξαρτησία και να πραγματοποιήσει το όραμα μιας αναγέννησης, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, της οικονομικής ανάπτυξης και της πνευματικής ανόδου. Στην άλλη πλευρά του λόφου υψώνει το φράγμα της μια υπερσυντηρητική ολιγαρχία, συνδεδεμένη με ξένα οικονομικά συμφέροντα και άρρηκτα εξαρτημένη από εναλλασσόμενες ξένες «Προστάτιδες Δυνάμεις».

Κατά την τελευταία εβδομηκονταετία που εξιστορώ, αναδύεται ανάγλυφο το σχήμα του ελληνικού κατεστημένου. Κορμός του μέχρι το 1974 το τρίπτυχο της οικονομικής ολιγαρχίας, της μοναρχίας και της ξένης κηδεμονίας. Πολιτικό προσωπείο του το κόμμα της εγγυημένης εθνικοφροσύνης. Και δυναμικός βραχίονας ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας. Στο προσκήνιο υπάρχει η νόμιμη κυβέρνηση, αλλά στο παρασκήνιο λειτουργεί η υπερκυβέρνηση. Πίσω ή μάλλον πάνω από το επίσημο κράτος δρα το ανεπίσημο υπερκράτος και παρακράτος. Οι νόμοι ψηφίζονται βάσει του Συντάγματος της χώρας, αλλά εφαρμόζονται — ή δεν εφαρμόζονται — στο πλαίσιο ενός άγραφου υπερσυντάγματος. Έτσι, πίσω από τη βιτρίνα μιας αναιμικής και κατ’ επίφασιν δημοκρατίας κυριαρχούν τα τρία «Υπέρ», οργανικά στοιχεία του κατεστημένου, απαραίτητα για να νοθεύουν τις εκλογές, να εκβράζουν δολοφόνους των υπεροχληρών αντιπάλων και δικαστές που θα καλύπτουν το έγκλημα, βασίλισσες και βασιλιάδες για να πρακτορεύουν ξένα συμφέροντα, ή συνταγματάρχες για να καταλύουν τους θεσμούς στις κρίσιμες ώρες.

Η διαδρομή της ιστορίας εμφανίζει το ελληνικό κατεστημένο αδίστακτο και αδυσώπητο στην εφαρμογή της στρατηγικής του, που είναι η αδιαφιλονίκητη διατήρηση των λαβών της εξουσίας. Η κλιμάκωση των μεθόδων σταθμίζεται από την έκταση του αντιμετωπιζόμενου κινδύνου και από το «πράσινο φως» (ή και το κόκκινο) που θα εκπέμψει η ξένη κηδεμονία. Όταν η διαφθορά και η αστυνομική φοβία αποδείχνονται ανεπαρκή όπλα, κινητοποιείται η δύναμη του στρατού. Και όταν και η ιθαγενής ένοπλη βία είναι ανίσχυρη, τότε κατόπιν εκκλήσεων — ή και χωρίς εκκλήσεις — σπεύδει να βοηθήσει με στρατεύματα η «Προστάτις Δύναμις», ή εγκαθιδρύεται καθεστώς δικτατορίας.

Στην τελευταία κατηγορία αντιστοιχεί το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Για την ανακοπή και εξουδετέρωση και καθυπόταξη μιας γιγαντωμένης δημοκρατικής λαϊκής πλειοψηφίας στη χώρα μας είχαν δοκιμαστεί όλα τα συνταγματικά και υπερσυνταγματικά όπλα. Αλχημιστικά εκλογικά συστήματα, χρήση λελογισμένης βίας (προ του 1960), απροκάλυπτη εκλογική βία και νοθεία το 1961, «εκπαραθύρωση» του νόμιμου πρωθυπουργού το 1965, αναρχικές εκδηλώσεις σκηνοθετημένες από την CIA, όλα είχαν χρησιμοποιηθεί και όλα είχαν αποδώσει αρνητικά αποτελέσματα. Και προκειμένου «να είμαστε με τους χαμένους» (όπως ελέχθη στο Σταίητ Ντιπάρτμεντ) «προτιμότεροι οι στρατηγοί».

Βέβαια, έγινε μια απρόβλεπτη «αλλαγή φρουράς» και αντί των στρατηγών την εξουσία νέμονται οι συνταγματάρχες. Σ’ αυτή την ταχυδακτυλουργία ο ρόλος του στρατηγού Ζωιτάκη, του μετέπειτα Αντιβασιλέα, που μεταπήδησε την τελευταία στιγμή από τη μεγάλη Χούντα του Κωνσταντίνου στη μικρή Χούντα του Παπαδόπουλου, φωτίζει μια άγνωστη πτυχή του ελληνικού δράματος. Και αν όχι τίποτε άλλο, μας αποκαλύπτει την ηθική ποιότητα των σωτήρων και αναμορφωτών της κοινωνίας. Αλλά για τη μοίρα του ελληνικού λαού η ξαφνική αλλαγή δεν είχε σημασία. Οι Έλληνες — όπως όλοι οι λαοί — δεν κάνουν εκλεκτική διάκριση των τυράννων. Απλώς αποστρέφονται την τυραννία. Η τραγική ουσία ήταν η εισβολή του νεοφασισμού, (για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκή χώρα έπειτα από ένα τέταρτο αιώνα), που γύρισε τον τροχό της ιστορίας τριάντα χρόνια πίσω.
Στρατηγοί… Συνταγματάρχες. Τι σημασία μπορούσε να έχει η αλλαγή των ρόλων; Σκηνοθέτες και υποβολείς έμειναν οι ίδιοι. Και, φυσικά, όλα εκτυλίχτηκαν με τη νομοτελειακή ακρίβεια ελεγχόμενης θεομηνίας.
Η ολιγαρχία σταθεροποίησε και διηύρυνε τα προνόμιά της. Το ξένο αποικιακό κεφάλαιο εφόρμησε ακάθεκτο. Και το στρατιωτικό καθεστώς επέδειξε αξιοθαύμαστη ατλαντική αλληλεγγύη, όταν σ’ ένα νεύμα της Τουρκίας — και του NATO — έσπευσε ν’ αποσύρει τον ελληνικό στρατό από την Κύπρο (1967).

Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου συμπληρώνεται ένας δεκαετής κύκλος καταπνίξεων της λαϊκής κυριαρχίας. Ο κύκλος άρχισε με το εκλογικό πραξικόπημα του 1961, προχώρησε με το βασιλικό πραξικόπημα του 1965 και έκλεισε — προσωρινά — με τη δικτατορία του 1967. Η ιστορική αυτή έρευνα φωτίζει έντονα την οργανική αλληλοσύνδεση και αλληλοεξάρτηση του δεκαετούς τρίπτυχου των βιασμών της δημοκρατίας. Οι ομοιότητες, άλλωστε, είναι ολοφάνερες: Και στα τρία εγχειρήματα προβλήθηκε σαν δικαιολογία ο κομμουνιστικός κίνδυνος. Και τα τρία εκπορεύθηκαν από την παράταξη της δεξιάς. Και στα τρία χρησιμοποιήθηκε είτε η δύναμη είτε η δυναμική απειλή του στρατού. Και στα τρία ήταν δεδομένη η θετική συμπαράσταση του NATO και των αμερικανικών υπηρεσιών.

Ο στρατός με τον κυριαρχικό ρόλο που διαδραμάτισε, ιδιαίτερα στην τελευταία πράξη της ελληνικής τραγωδίας, μας προσφέρει μια εφαρμοσμένη όψη του κρίσιμου προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες σ’ όλο τον κόσμο. Εννοούμε το φαινόμενο της μεταπολεμικής αυτόνομης ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Η επίδραση του στρατού στη διαμόρφωση της πολιτικής των κρατών και συνασπισμών γίνεται κάθε μέρα αποφασιστικότερη. Ο ψυχρός πόλεμος και ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών οδήγησε μεν στη λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου», αλλά παράλληλα μετέτρεψε τους στρατούς σε ιερά τέρατα, που συνεχώς αποδεσμεύονται από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας. Στην Ελλάδα το 1965 ένας πρωθυπουργός, με τεράστια λαϊκή ακτινοβολία διώχτηκε επειδή τόλμησε ν’ αγγίξει το «ταμπού» των ενόπλων δυνάμεων.

Όταν αυτά συμβαίνουν στις υπεραναπτυγμένες και πλούσιες χώρες, όπου η δημοκρατία εξακολουθεί — ακόμη τυπικά — να λειτουργεί, εύκολα κατανοείται πόσο ανεξέλεγκτος είχε καταστεί ο ρόλος του στρατού στην Ελλάδα, όπου η δημοκρατία τελούσε σε κατάσταση μόνιμης υπολειτουργίας. Ένοπλη δύναμη 200.000 ανδρών (επί πληθυσμού τότε οκτώ εκατομμυρίων), άριστα εξοπλισμένη, μη υποκείμενη στον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, αλλά ελεγχόμενη από τις καινούργιες θεότητες του NATO και του Πενταγώνου, δεν δυσκολεύτηκε να στραγγαλίσει την ημιπαράλυτη ελληνική δημοκρατία μ’ ένα στρατιωτικό περίπατο από το Γουδί ως την καρδιά της Αθήνας.

Την περίοδο της Χούντας οι συνταγματάρχες αγωνίζονταν να σταθεροποιήσουν την κατοχή και νομή της εξουσίας. Ένα από τα «έργα» τους, που με υπερηφάνεια επιδείκνυαν, το πιο μακρόπνοο, αλλά και το πιο ολέθριο, ήταν η συνταγματική (άρθρα 129 – 132) και νομοθετική (διάταγμα 58) κατοχύρωση του στρατού σαν μόνιμου και κυρίαρχου παράγοντα της εθνικής ζωής, φορέα όχι μόνο της στρατιωτικής, αλλά και της πολιτικής και πολιτειακής εξουσίας. Αν, δηλαδή, οι μελλοντικές εξελίξεις πηγάσουν από π ο λ ι τ ι κ ή λύση και περιχαρακωθούν μέσα στο ψευτοσύνταγμα της Χούντας, ή και σε κάποιο άλλο που θα περιφρουρεί τα στεγανά καρκινώματα των ενόπλων δυνάμεων, οι μεταπελευθερωτικές κυβερνήσεις θα έχουν υπεράνω αυτών παντοδύναμο, ανεξάρτητο και ανεξέλεγκτο το φόβητρο της στρατιωτικής δυνάμεως, μια άμεση και σοβαρή απειλή για την εθνική επιβίωση. Με άλλα λόγια, θα είναι νομιμοποιημένη η διαιώνιση μιας μεταμφιεσμένης δικτατορίας, με επικρεμάμενο τον κίνδυνο υποτροπής και επιστροφής στο χωρίς μάσκα καθεστώς της Τυραννίας, μέχρις ότου η λύτρωση έρθει με τη λαϊκή δύναμη.

Πριν από τις 21 Απριλίου η δημοκρατία στην Ελλάδα είχε περιπέσει σε κατάσταση αποσυνθετικής υπολειτουργίας. Αλλά πλησίαζε το τέλος της ανωμαλίας. Ο λαός είχε βρει το σωστό προσανατολισμό του και οι εκλογές της 28 Μαΐου 1967 θ’ άνοιγαν το δρόμο προς γνήσιες δημοκρατικές εξελίξεις. Επομένως, η δυναμική παρέμβαση των συνταγματαρχών (ένα μήνα πριν από τις εκλογές) δεν έγινε για να λυτρώσει τη χώρα από το αντιδημοκρατικό καθεστώς της δεξιάς (που δεν θα ήταν θανάσιμο έγκλημα). Έγινε για ν’ αναστρέψει την ιστορική πορεία του έθνους, που βάδιζε προς την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πνευματική του αναγέννηση. Και αυτό ήταν θανάσιμο έγκλημα για το τότε κατεστημένο. Αυτή φίλε αναγνώστη είναι η τραγωδία της σύγχρονης Ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και αν υπήρχε ελάχιστη τσίπα στη συνείδηση των πολιτικών που κυβέρνησαν όλα αυτά τα χρόνια την Ελλάδα, ο γαλανός ελληνικός ουρανός θα είχε κοκκινίσει από ντροπή. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε ο νεοφασισμός στην Ελλάδα.

Μέσα σ’ αυτή την μονογραφία παρακαταθήκη, συμπυκνώνεται το δράμα ενός λαού που άλλο δεν θέλησε παρά, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, να γίνει αφεντικό μέσα στο σπίτι του. Κι’ αυτό του το αρνήθηκαν. Ειδικά, στη μονογραφία αυτή, επισημαίνεται η ευθύνη των τότε κομμάτων εξουσίας και εκείνων των πολιτικών αρχηγών που δεν συνειδητοποίησαν έγκαιρα την προσταγή αυτή της ιστορίας.

ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΡΙΚΗ

ΙΟΥΛΗΣ 2014

Κοινοποίηση:

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια