Κορέστεια Καστοριάς: Εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ‏

Αρχική » Διάφορα » Κορέστεια Καστοριάς: Εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ‏

Κορέστεια Καστοριάς: Εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ‏
Η μαγεία της πλιθιάς
Η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη, η οπτική εντύπωση συγκλονιστική. Δεν ήταν ένα μόνον σπίτι χτισμένο με πλιθιές. Ήταν ολόκληρο το χωριό. Ένα χωριό με χρώμα σκούρο κεραμιδί, κοκκινωπό. Δεν είχαμε ξαναδεί οικιστικό σύνολο με παρόμοια χαρακτηριστικά. Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Και το χωριό ήταν ο Γάβρος Καστοριάς, ανάμεσα Φλώρινα-Καστοριά. Σταματήσαμε για λίγο, θαυμάσαμε τα…

κοκκινωπά πλινθόκτιστα και φύγαμε. Δεν ακούσαμε ανθρώπινη ομιλία. Μόνον κάποια αλυχτίσματα σκυλιών. Ήταν χωριό-φάντασμα ο Γάβρος.

Ξαναπεράσαμε απ’ το Γάβρο, ανακαλύψαμε απέναντί του κι άλλα παρόμοια χωριά. Έναν κόσμο ολόκληρο, ξεχασμένο, παραγκωνισμένο, αλλοτινό, με αντιφάσεις αλλά και πρωτόγνωρη ομορφιά. Ήταν ο κόσμος των Κορέστειων Καστοριάς, των πλινθόκτιστων χωριών.
Πήγαμε και ξαναπήγαμε στα Κορέστεια. Με ζέστη και με χιόνι, μόνοι μας ή με φίλους. Γνωρίσαμε τη φιλική διάθεση των ανθρώπων και τη νοστιμιά των περίφημων φασολιών. Ποτέ, ωστόσο, δεν είχαμε την ευκαιρία να τριγυρίσουμε από χωριό σε χωριό μ’ έναν ντόπιο, ήρεμα, χωρίς το άγχος του φευγιού. Ν’ ανακαλύψουμε με τα δικά του έμπειρα μάτια αόρατες λεπτομέρειες. Κι ακόμα να νυχτωθούμε, να παραμείνουμε και να ξημερώσουμε στον τόπο. Εδώ στο υψίπεδο των 800-1.000 μέτρων, μια δρασκελιά απ’ την Αλβανία.
ΚΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΓΑΒΡΟΣ 25 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
-Με χαρά θα σας ξεναγήσω στη γενέτειρά μου, λέει στο τηλέφωνο ο Βασίλης Χρηστίδης. Θα’ χετε όμως λίγο χρόνο; Ή θα’ ρθετε μόνον για δυο-τρεις φωτογραφίες, όπως συνηθίζουν οι επισκέπτες;
-Όχι, θα’ ρθουμε για να μείνουμε, να δούμε και να μάθουμε πράγματα για τον τόπο.
Στις 3 Οκτώβρη λοιπόν ξεκινάμε από Θεσσαλονίκη. Έξω από την Βέροια συνεχίζουμε την Εγνατία και πριν από τα Γρεβενά μπαίνουμε δεξιά στον κάθετο άξονα προς Καστοριά, Φλώρινα, Πρέσπες και Αλβανία. Στη συνέχεια παρακάμπτουμε την πόλη της Καστοριάς και μπαίνουμε στο επαρχιακό δίκτυο προς Φλώρινα και Πρέσπες. Καθώς το οδόμετρο αναγράφει 220 χιλιόμετρα από την Θεσσαλονίκη, στρίβουμε δεξιά, περνάμε πάνω από την τσιμεντένια γέφυρα του Λιβαδοπόταμου (1) και βρισκόμαστε στον Νέο Οικισμό (2). Εδώ μετοίκησαν σε νέα σπίτια, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι κάτοικοι των περισσότερων πλινθόκτιστων χωριών των Κορεστείων, που, μοιραία, εγκαταλείφθηκαν και ερήμωσαν. (3)
Στην καφετέρια του χωριού πίνουμε καφεδάκι με τον Δάσκαλο Βασίλη Χρηστίδη. Γεννημένος στον Μαυρόκαμπο Κορεστείων ο Βασίλης, έμαθε τα πρώτα γράμματα στον τόπο του. Μετά τις σπουδές του επέστρεψε και πρόσφερε τις υπηρεσίες του, ως δάσκαλος πια, για 33 χρόνια στα παιδάκια των Κορεστείων. Συμπαθέστατος, γλαφυρός κι ομιλητικός, αναλαμβάνει αμέσως την ενημέρωσή μας για τα πράγματα του τόπου. Πρώτος σταθμός μας ο Γάβρος, στον Ν. Οικισμό.
Σε υψόμετρο από 810-850 μέτρα ο Γάβρος, είναι χτισμένος στους πρόποδες του κατάφυτου ορεινού όγκου Μπούτσι (4). Έξω απ’ το χωριό, μας υποδέχεται το άγαλμα του πλοίαρχου του Μακεδονικού Αγώνα Δημήτριου Νταλίπη.
Το όνομα Γάβρος κατά τον Β. Ρίζο προέρχεται από το δέντρο «γάβρος». Οι παλιές ονομασίες ήταν Γαβρέσι ή Γκαμπρέσι, ενώ η νέα ονομασία δόθηκε το 1926. (5)
25 λοιπόν χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψή μας επιστρέφουμε στον Γάβρο.
Με μπροστάρη τον Βασίλη ξεκινάμε μια ήρεμη περιδιάβαση του χωριού. Μ’ ένα κλειδί που έχει ο φίλος μας μπαίνουμε σ’ ένα από τα πρώτα σπίτια του οικισμού. Στον χώρο του ισογείου η θερμοκρασιακή μεταβολή σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον είναι αισθητή. Η εξήγηση είναι απλή: με πάχος τουλάχιστον 60 εκατοστών οι τοίχοι εξασφάλιζαν μια άριστη μόνωση με ζέστη το χειμώνα και δροσιά το καλοκαίρι. Από το βάθος της θεμελίωσης και ως μισό περίπου μέτρο πάνω από έδαφος αποτελούνται από πέτρα. Αμέσως μετά αρχίζει, με το ίδιο πάχος, η πλιθιά.
Με εσωτερική ξύλινη σκάλα ανεβαίνουμε στον όροφο. Στο τελείωμα της σκάλας είναι το «τσαρδάκι», ο χώρος υποδοχής. Τα δωμάτια είναι μεγάλα και φωτεινά.
Στους τοίχους και στα ταβάνια διατηρείται ο σοβάς. Σε κάποια σημεία, ωστόσο, έχει φύγει και μας αποκαλύπτει πλιθιές στους τοίχους και βέργες βαλανιδιάς ή καλάμια με λάσπη, στα ταβάνια. Η στέγη είναι επικλινής, για να γλιστράνε ευκολότερα τα πολλά χιόνια του χειμώνα. Η τουαλέττα ήταν έξω από το σπίτι. Στην αυλή το πηγάδι, έχει και σήμερα νερό.
Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος ανηφορίζει στο εσωτερικό. Να και το μεγαλύτερο σπίτι του Γάβρου, με κοκκινωπούς τοίχους και ομοιόχρωμη κεραμοσκεπή. Το ισόγειό του χρησιμοποιείται σήμερα ως σταύλος.
-Κάποτε το σπίτι στέγαζε τα νοικοκυριά δυο αδελφών, οι συννυφάδες όμως ήταν τόσο «αγαπημένες» μεταξύ τους, ώστε άνοιξαν δυο ανεξάρτητες εξώπορτες, συμπληρώνει ο Βασίλης.
Φτάνουμε σε κεντρικό σημείο με σκεπαστή βρύση του 1955. 100 μέτρα πιο πάνω δεσπόζει ο ναός του Αγ. Νικολάου και το πάλαι ποτέ Δημ. Σχολείο του Γάβρου. Μπροστά στη βρύση ένα σπίτι συνδυάζει όλες τις οικοδομικές πρώτες ύλες του τόπου: μαύρη μαρμαρόπετρα από το Μάλι Μάδι στις γωνίες, συμπαγή τουβλάκια και, βέβαια, πλιθιές. Η χρονολογία κατασκευής του, είναι 1915.
-Πώς θα μπούμε στον Αη-Νικόλα; ρωτάω τον Βασίλη.
-Πολύ εύκολα. Με το κλειδί που θα μας φέρει ο φίλος μου ο Μπίσκας.
Ο Χαράλαμπος Μπίσκας από τον Γάβρο, καταφθάνει από τον Νέο Οικισμό και μας ανοίγει την εκκλησία. Είναι τρίκλιτη βασιλική μεγάλων διαστάσεων με κολώνες από βαλανιδιά. Το δάπεδο είναι στρωμένο με λειασμένες από το χρόνο, σκούρες μαρμαρόπλακες. Επιβλητικό είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο,
με πρόσωπα, αγγέλους, παραστάσεις φυτικές και ζωικές. Στον βόρειο τοίχο σώζεται μια εντυπωσιακή τοιχογραφία των Τριών Ιεραρχών.
20 μέτρα παρακάτω βρίσκεται η ταπεινή, παλιά εκκλησούλα του Αγ. Μόδεστου, προστάτη των βοσκών, με τοιχοποιΐα από ακανόνιστες πέτρες και οριζόντιες ξυλοδεσιές. Στο εσωτερικό του ναού ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αρκετές τοιχογραφίες, στο Ιερό και στον Ν τοίχο, με αρκετές όμως φθορές.
Σ’ ένα συγγενικό του σπίτι ο Χαράλαμπος μας δείχνει το πηγάδι. Ρίχνει τον κουβά και τον ανασύρει με δροσερό νερό. Νά κι ο ξυλόφουρνος. Το άνοιγμά του έχει διαφορετική κατεύθυνση από την είσοδο του σπιτιού.
-Σε κανένα σπίτι των Κορεστείων το άνοιγμα του φούρνου δεν αντικρύζει την είσοδο του σπιτιού, σχολιάζει ο Βασίλης, γιατί τότε το σπίτι, σύμφωνα με μια ντόπια δοξασία, κινδυνεύει από τον φούρνο.
ΣΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ
-Προτείνω ένα τσιπουράκι, λέει ο Βασίλης.
Το μπαλκόνι στο σπίτι του, στον Νέο Οικισμό, βλέπει δυτικά. Έτσι αγναντεύουμε απέναντί μας το δρυοσκέπαστο και πολυκόρυφο Μάλι Μάδι και πίσω του το Τρικλάριο.
Η γυναίκα του Βασίλη, η Μυροφόρα, μας υποδέχεται με κρύο νερό και τσιπουράκι σπιτικό. Σ’ ελάχιστα λεπτά το μεγάλο τραπέζι γεμίζει με ό, τι βρίσκεται στο σπίτι της οικογένειας. Ανάμεσα στα τόσα άλλα ξεχωρίζουμε το τυρί, φτιαγμένο από την ίδια, ενώ απίστευτη είναι και η νοστιμιά της πιπεροσαλάτας από αλεσμένη ψητή κόκκινη πιπεριά. Οι ντομάτες και πιπεριές είναι οικολογικές, από το περιβόλι του σπιτιού.
Νά και η γιαγιά Θεοδότα, η μητέρα του Βασίλη. Με εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα, πατάει σε δυο μήνες τα 95 της χρόνια! Ζωηρότατη, ομιλητική και αεικίνητη, συμμετέχει στα πάντα, χαίρεται πραγματικά την παρουσία επισκεπτών. Καθώς χαμηλώνει ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά, πέφτει η θερμοκρασία κατακόρυφα. Αποχαιρετάμε τους φιλόξενους φίλους μας και ανανεώνουμε τη συνάντηση με τον Βασίλη για το επόμενο πρωί.
ΚΡΑΝΙΩΝΑΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΚΑΜΠΟΣ
Από τη νύχτα ήδη είχε εκδηλώσει τις προθέσεις της η θερμοκρασία στα Κορέστεια. Νωρίς το πρωί η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 6-7 βαθμούς.
-Μόλις ξεμυτίσει ο ήλιος από το Βίτσι, θ’ αρχίσει ν’ ανεβαίνει, λέει ο Βασίλης.
Πρώτος προορισμός μας ο ακατοίκητος Κρανιώνας. 1.5 χλμ. Α-ΝΑ του Νέου Οικισμού βρισκόμαστε στο κέντρο του Κάτω Κρανιώνα.
-Εδώ είμαστε στην «πλατεία», λέει ο φίλος μας.
-Πού την βλέπεις, Βασίλη, την πλατεία; Πού είναι οι πλάκες, η εκκλησία, το πλατάνι; Εδώ έχει μόνον χώμα και μια ποτίστρα για τα ζώα.
-Α, έτσι είναι η πλατεία στον Κρανιώνα. Εδώ κάθε πρωί συγκεντρώνονταν τα ζώα πριν φύγουν για βοσκή.
Μόλις τελειώνει τη φράση του ακούγονται κουδουνάκια, εμφανίζεται ένα κοπάδι γιδοπρόβατα. Ήρεμα τα σκυλιά και ο νεαρός Αλβανός βοσκός μας χαιρετάει φιλικά. Περνάνε τα ζώα από μπροστά μας και συνεχίζουν για τα πλούσια βοσκοτόπια. Για μερικά λεπτά ζωντανεύει το χωριό. Ύστερα πέφτει πάλι η σιωπή.
«Ντρενόβενι» ή «Ντρενοβένη» είναι η παλιά ονομασία του τόπου. Στα σλάβικα σημαίνει Κρανοχώρι, από το «ντρεν» που είναι η κρανιά και το τοπικό επίθεμα «βένη».
Και σήμερα; Τί έχει απομείνει; Μόνον η ερημιά και η σιωπή. Ο τόπος, ωστόσο, εκπέμπει μιαν ανεξήγητη γοητεία. Τα βλέμματά μας περιφέρονται γύρω-γύρω θαυμαστικά, ερευνητικά, πάνω σε σπίτια ολόρθα κι ερειπωμένα, πάνω σε ξεχαρβαλωμένα πορτοπαράθυρα κι ετοιμόρροπα μπαλκόνια, σε τσατμάδες και σαχνισιά, όλα αδιάσπαστα ενσωματωμένα στο κοκκινόχρωμο σκηνικό τους, την απίστευτη γοητεία της πλιθιάς.
Να ένα μισοερειπωμένο του 1932. Κι ένα παλιότερο, λαβωμένο από το χρόνο, με χρονολογία 1909. Να όμως και μια στενή χαραμάδα ελπίδας. Ειν’ ένα διώροφο νότια της ποτίστρας. Πλινθόκτιστο κι αυτό, με σαχνισιά και ξυλοδεσιές. Μα και με ωραία πορτοπαράθυρα, τοίχους με πανέμορφα πλιθιά, σαν να τοποθετήθηκαν μόλις χθες. Κι ακόμα, με πλήρη ηλεκτρική εγκατάσταση κι ό, τι άλλο χρειάζεται ένα σπίτι για να είναι κατοικήσιμο.
-Το έχει αναπλάσει με πολύ μεράκι ο Τάσος Λοβάτσης, εξηγεί ο Βασίλης. Μακάρι η πρωτοβουλία του να βρει μιμητές.
Παρατηρώ το αντικρινό εντυπωσιακό τριώροφο. Άραγε πόσο ουτοπικό είναι να ελπίζει κανείς, ότι αυτό το πάλαι ποτέ περήφανο νοικοκυρόσπιτο θα μπορούσε ίσως να μεταμορφωθεί σ’ έναν ξενώνα με μοναδικά χαρακτηριστικά, σ’ έναν τόπο πραγματικά μοναδικό; Κι ότι γύρω απ’ τη χωμάτινη πλατεία θα’ παιρναν κάποτε ζωή ένα καφενεδάκι με ξυλόσομπα στη μέση, ένα μπακάλικο μικρό με παλιά ράφια και ζυγαριές, ένα μαγαζάκι με ντόπια προϊόντα, φασόλια, μέλι, τσίπουρο και τυρί. Μα κι ένας ξυλόφουρνος, με ζυμωτό ψωμί και πίτες σπιτικές. Δεν θα’ λειπε βέβαια και το ταβερνείο με τα μεζεδάκια του, τους γίγαντες φούρνου, τα οικολογικά λαχανικά.
Αναρωτιέμαι πόσο εύκολο ή δύσκολο είν’ ένα τέτοιο εγχείρημα σ’ έναν τόπο σαν κι αυτόν. Δυο παράγοντες είναι απαραίτητοι: μια Πολιτεία με όραμα και μερικοί «ρομαντικοί» που θα κάνουν την αρχή.
Περιδιαβαίνουμε με τον δάσκαλο τον έρημο οικισμό. Μας υποδεικνύει τις περίτεχνες κοιλότητες στην εξωτερική τοιχοποιία ενός σπιτιού. Ήταν οι θέσεις για τα πλεχτά κοφίνια, τα «κλεμπούρια», που χρησιμοποιούντο -και ακόμα χρησιμοποιούνται- ως κυψέλες. Περνάμε μπροστά απ’ το παλιό σχολείο του χωριού.
-Τέσσερα χρόνια έκανα δάσκαλος εδώ, λέει ο Βασίλης, από το 1979 ως το 1983, στα τελειώματα του Κρανιώνα. Ακόμα ζουν στη μνήμη μου οι φωνές κι οι φιγούρες των παιδιών, οι παππούδες στην πλατεία, οι νοικοκυρές, τα καφενεία, τα μαγαζιά. Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς ερήμωσε έτσι ο τόπος.
Ξεκινάμε για τον Πάνω Κρανιώνα. Τον Μάρτη του 2010 ήταν χιονισμένος. Μαζί μας είχαμε τότε και τον Κώστα Αντωνιάδη, τον τελευταίο Δήμαρχο Κορεστείων. Ήταν ένα σκηνικό γοητευτικό: λευκό χιόνι, κόκκινες πλιθιές, καταγάλανος ουρανός. Σήμερα λάμπει ένας ήλιος, αφύσικα ζεστός για την εποχή.
Μπροστά μας, σε μια χορταριασμένη πλαγιά, βρίσκεται ο χώρος των μουσικών εκδηλώσεων, που κάθε χρόνο, στο δεύτερο 15ήμερο του Αυγούστου, πραγματοποιούνται στο έρημο χωριό. Τα χειροποίητα ξύλινα σκαμνάκια και οι πάγκοι, δημιουργούν ένα παράξενο σκηνικό.
-Το βλέπετε αυτό το σπιτάκι; Ήταν το Δημοτικό Σχολείο του χωριού, λέει ο Βασίλης.
Κάτω από την εκκλησία της Αγ. Παρασκευής, το Σχολείο είναι ένα μικροσκοπικό μονόχωρο πλινθόκτιστο, με μεγάλες φθορές. Οι εσωτερικές του διαστάσεις δεν ξεπερνούν τα 7×5 μέτρα.
-Κι όμως, εδώ στριμώχνονταν καμιά σαρανταριά παιδιά, παρατηρεί ο δάσκαλος. Κι εκείνα τα λιλιπούτεια ραφάκια στον τοίχο αποτελούσαν τη βιβλιοθήκη.
Η εκκλησία της Αγ. Παρασκευής είναι γεροχτισμένη, με τέσσερις ισχυρές αντηρίδες στον βόρειο τοίχο, που της δίνουν όψη φρουρίου. Το υλικό της είναι ακανόνιστη ντόπια πέτρα, στις γωνίες πελεκητή. Το κωδωνοστάσιο είναι βαρειάς κατασκευής. Η παλιά του καμπάνα, φημισμένη για το μέγεθος και τον ήχο της, δεν βρίσκεται πια εδώ. Νότια της εκκλησίας παρατηρούμε μια χάλκινη πλάκα σε πέτρινη βάση. Περιγράφει τρισδιάστατα την τοπογραφική απεικόνιση του χωριού, με τα σπίτια και τα ονόματα των ιδιοκτητών τους, όπως ίσχυαν το 1948. Το έργο κατασκευάστηκε από μετανάστες στον Καναδά και την Αυστραλία το 2003.
-Ο Άνω Κρανιώνας είναι μικρός και αραιοκατοικημένος οικισμός, λέει ο Βασίλης. Οι κάτοικοί του όμως κατάφεραν και ημέρεψαν τον τόπο.
-Με ποιον τρόπο;
-Φύτεψαν οπωροφόρα δέντρα, κεράσια, αχλάδια, μήλα, τα καλύτερα στα Κορέστεια. Βλέπετε αυτή την γέρικη γκορτσιά; Το πάνω μέρος της είναι μπολιασμένο σε ήμερη αχλαδιά.
Σε μια μεγάλη κερασιά πολλά κλαδιά είναι σπασμένα κι ο γέρικος κορμός της έχει ξυσίματα βαθειά. Είναι από νύχια αρκούδας, που σκαρφάλωσε 7-8 μέτρα πάνω στο δέντρο στην προσπάθειά της να φτάσει τα κεράσια.
Πριν ολοκληρώσουμε την περιδιάβασή μας η γη του Κρανιώνα μας ανταμείβει. Ανάμεσα στα χόρτα και στα βάτα ανακαλύπτουμε τρυφερά «ζαρκαδομανίταρα», όπως τα ονομάζει ο Βασίλης, της πολύ γνώριμής μας ποικιλίας Macrolepiota procera. Για τις βραδινές ώρες θα είναι ένα πολύ αυθεντικό μεζεδάκι.
Παί
ρνουμε τον χωματόδρομο για τον Μαυρόκαμπο, την γενέτειρα του Βασίλη. Σ’ ένα χέρσο λιβάδι ορθώνεται ένα διώροφο σπιτάκι.
Ήταν η «φυλάχτρα». Από εδώ ο ιδιοκτήτης φύλαγε τα γεννήματα και τ’ αμπέλια του από επίδοξους κλέφτες, που υπήρχαν σ’ όλες τις εποχές.
Φτάνουμε στα πρώτα σπίτια του Μαυρόκαμπου. Ανάμεσά τους, έρημο κι εγκαταλειμμένο, είναι και το πατρογονικό του Βασίλη. Με δυσκολία ο φίλος μας συγκρατεί τη συγκίνησή του.
-Βλέπετε αυτή την αποθηκούλα; Εδώ με γέννησε η μάννα μου. Να και ο φούρνος, με άνοιγμα αντίθετο από την πόρτα του σπιτιού.
Εισχωρούμε στο σπίτι, με τον μισοσκότεινο διάδρομο και την «ίσμπα», την κρυψώνα. Νά και τα αυτοσχέδια σύνεργα για ψάρεμα στο ποτάμι και το καμαράκι του πατέρα του Βασίλη με τα σύνεργα ραπτικής. Στον όροφο το τσαρδάκι και το ηλιόλουστο καθιστικό με το τζάκι. Εντύπωση μας κάνει ο μεγάλος σοφράς με σχήμα ορθογώνιο και όχι το γνώριμο στρογγυλό.
Με παλιό όνομα «Τσερνόβιστα», ο Μαυρόκαμπος έχει σπίτια από τούβλα και πλιθιές. Μοναδικό πέτρινο κτίσμα είναι ο ναός του Αγ. Δημητρίου. Σε κάποιο αέτωμα διακρίνουμε την χρονολογία 1910. Δυο μόνον σπίτια εξακολουθούν να κατοικούνται από ηλικιωμένους του χωριού. Κάτω από την «Πλατεία Μακεδονομάχων» βρίσκεται ο νερόμυλος, ανακατασκευασμένος το 1958 από την τότε «Βασιλική Πρόνοια» και την Κοινότητα Μαυροκάμπου. Πανέμορφο το πέτρινο οίκημα με τις μυλόπετρες, την φτερωτή και όλα τα απαραίτητα εργαλεία. Στο εσωτερικό ξεχωρίζουν το τζάκι, η πληθωρική ξυλόσομπα και ο παραδοσιακός χάλκινος άμβυκας για την απόσταξη του τσίπουρου. Ο χώρος θα ήταν ιδανικός για ένα γραφικότατο ταβερνάκι.
ΑΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ
Μερικά χιλιόμετρα μετά τον Μαυρόκαμπο συναντάμε τον Αγ. Αντώνιο, σε υψόμετρο 890 μέτρων. Με παλιά ονομασία Ζέρβενι ή Ζέρβαινη, ο Αγ. Αντώνιος δεν είναι τυπικό δείγμα πλινθόκτιστου χωριού. Οι κάτοικοί του αποτελούντο από γηγενείς ελληνόφωνους μουσουλμάνους, που μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μετοίκησαν στην Τουρκία. Στην θέση τους ήρθαν 50 οικογένειες τουρκόφωνων Ελλήνων από τον «Αγιαντόν» της Αμασείας. Σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοί του δεν ξεπερνούν τους 40.
-Εμείς που απομείναμε είμαστε η «γερολέα», λέει η κυρα Αναστασία Πενόγλου, που καθαρίζει τα φασόλια της σε μια μεγάλη λινάτσα. Στον τοίχο του σπιτιού της μια πινακίδα αναφέρει την οδό «Βασιλέως Παύλου και Φρειδερίκης».
Πάνω από έναν αιώνα τώρα είναι βασανισμένος τόπος τα Κορέστεια. Ήδη από το 1898 είχε αρχίσει η δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων με σφαγές και εκφοβισμό, που απέβλεπαν στη βίαιη προσάρτηση της Μακεδονίας στην Βουλγαρία. (6) Αλλά και πολύ αργότερα δεν έμειναν χωρίς προβλήματα τα Κορέστεια. Σύμφωνα με τον Ομότιμο Καθηγητή Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ. Ιωάννη Σ. Κολιόπουλο (7) «κατά την δεκαετία του 1940 τα Σκλαβομακεδονικά χωριά της Καστοριάς, και ανάμεσά τους και αυτά των Κορεστείων, υπέστησαν μεγάλη δημογραφική καθίζηση, όπως το Μακροχώρι, που έχασε το 53% του πληθυσμού του, το Δενδροχώρι το 97%, ο Μελάς το 53%, ο Αγ. Αντώνιος το 92%, το Σιδηροχώρι το 48% και η Χαλάρα το 39%». Και συμπληρώνει ο Καθηγητής: «γέροι και λυπημένες γριές ήταν ως επί το πλείστον οι λιγοστοί κάτοικοι των χωριών της περιοχής. Αυτοί που έμειναν για να κουβαλούν τον αβάσταχτο πόνο και τις βαρειές μνήμες και αυτοί που χάθηκαν ή έφυγαν εκτός Ελλάδας, ήταν θύματα της τυχοδιωκτικής ως επί το πλείστον ηγεσίας των, της αθεράπευτης βουλιμίας μέρους της βουλγαρικής ηγεσίας, της οιήσεως των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών, της αναλγησίας των δυνάμεων κατοχής της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας, της αλαζονείας της ελληνικής Ακροδεξιάς και της αφροσύνης της κομμουνιστικής ηγεσίας της Ελλάδος. Και, όπως ανέφερε ξένος παρατηρητής της καταστάσεως στην Ελλάδα το θέρος του 1949: “Στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν ευρίσκεται στην εξεύρεση της αλήθειας αλλά στην εξισορρόπηση των διαφόρων αληθειών”».
ΣΤΟ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ ΒΑΨΩΡΙ
Στον οδικό άξονα που κινούμαστε ο Αγ. Αντώνιος είναι το τελευταίο κατοικημένο χωριό των Κορεστείων. Ψηλότερα, ωστόσο, υπάρχει και το έρημο Μπαπτσόρι ή Βαψώρι. Το 1955 μετονομάστηκε σε Ποιμενικό ήδη όμως από το 1951 είχε οριστικά εγκαταλειφθεί. Ξεκινάμε να το γνωρίσουμε.
Έξω από τον Αγ. Αντώνιο ανηφορίζουμε αριστερά σε χωματόδρομο, με εικονοστάσι και πινακίδα προς «Δεξαμενή Νερού». Διασχίζουμε δάσος δρυών και κτήματα με μεγάλες καρυδιές. Οχτώ περίπου χιλιόμετρα μετά συναντάμε δεξαμενή νερού και αριστερά διακλάδωση του δασικού δρόμου, που με κυκλική διαδρομή επιστρέφει στα Κορέστεια. Το υψόμετρο έχει ξεπεράσει τα 1.300 μέτρα και ανάμεσα στα πεύκα αρχίζουν οι οξυές. Απέναντί μας αγναντεύουμε την κορυφή από το Βίτσι και τα υπολείμματα απ’ το Βαψώρι.
11 χιλιόμετρα μετά τον Αγ. Αντώνιο φτάνουμε μπροστά στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, σε υψόμετρο 1.230 μέτρων. Η θέα στην κοιλάδα των Κορεστείων και στα γύρω βουνά είναι εκπληκτική. Αν κατοικείτο το Βαψώρι, θα ήταν ένας πολύ θεαματικός ορεινός οικισμός. Άλλωστε, τον 19ο αιώνα αλλά και αργότερα ήταν σημαντικό πέρασμα ανάμεσα σε Φλώρινα και Καστοριά, με αναφορές από τον Πουκεβίλ, τον Λήκ και άλλους περιηγητές. Ο Σχινάς ανέφερε ότι το «Παψόρι έχει εκκλησία, Σχολείο Αρρένων, δυο χάνια και κρήνας».
Το μόνο που απομένει όρθιο σήμερα είναι η θαυμάσια εκκλησία και το μισοερειπωμένο σχολείο. Τα υπολείμματα των σπιτιών έχουν εξαφανισθεί μέσα στην οργιαστική βλάστηση των απότομων πρανών.
Μεγάλων διαστάσεων η εκκλησία, πετρόχτιστη και πλακοσκέπαστη. Δίπλα από την είσοδο υπάρχει εντοιχισμένος πίνακας του Καλαμάρα με το Βαψόρι, πριν καταστραφεί το 1948-49. Και αριστερά της εισόδου αναγράφονται τα ονόματα των κατοίκων που ζούσαν πριν από το 1940 στο χωριό.
Εισχωρούμε στο ερειπωμένο κτίριο του διώροφου σχολείου, που πριν από τον πόλεμο ήταν 6θέσιο με 120 περίπου μαθητές. Οι εξωτερικές του διαστάσεις είναι εντυπωσιακές, 30×11 σχεδόν μέτρα, ενώ το πάχος των τοίχων ξεπερνάει το 1 μέτρο. Η σκεπή λείπει τελείως, το εσωτερικό είναι καλυμμένο από χώματα, πέτρες, δέντρα και θάμνους αλλά και πολλά κομμάτια σπασμένων κεραμιδιών. Πάνω τους διακρίνεται η εγχάρακτη φίρμα κατασκευής: «FRATELLI ALLATINI SALONICCO». Εντοιχισμένη στην γωνία του νότιου τοίχου του σχολείου είναι μια θαυμάσια κτιστή βρύση, δωρεά της οικογένειας Δ. Βογδάνου. Το νερό της είναι εξαιρετικό και πολύ δροσερό.
ΚΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΙΝΘΙΝΗ-ΛΑΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ!
Του ΚΩΣΤΑ ΣΤΕΦ. ΤΣΙΠΗΡΑ, μηχ. Βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής-δρ. χωροταξίας,
Διευθυντή σύνταξης του περιοδικού ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΝ,
συνιδρυτή του Σ.ΟΛ.ΑΡ.-Συλλόγου Ολιστικής Αρχιτεκτονικής, www.tsipiras.gr
Στα Κορέστεια πρωτοήλθα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Νεαρός φοιτητής της Πολυτεχνικής του Α.Π.Θ., αλλά και μέλος του αγαπημένου μου ΣΕΟ (Συλλόγου Ελλήνων Ορειβατών Θεσσαλονίκης), είχα την ευκαιρία, σε μια εποχή που ο χειμερινός τουρισμός ήταν πρακτικά ανύπαρκτος, να γνωρίσω περπατώντας το υπέροχο Βίτσι, αλλά και τα μοναδικής αρχιτεκτονικής Κορέστεια.
Έναν οικισμό που θυμίζει κινηματογραφικό σκηνικό, που έχει εγκαταλειφτεί πριν από πολλά χρόνια, που βουλιάζει στην απόλυτη σιγή του έγχρωμου και ακατοίκητου πλίνθου, και στην μοναξιά, ενός ναρκωμένου αγροτικού τοπίου, που μάταια θα αναζητά τους ανθρώπους που το δημιούργησαν. Μέσα στην εκκωφαντική σιωπή, του ακριτικού τόπου, μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος, που δεν θέλγεται από τον ψεύτικο μαζικό τουρισμό, αλλά αναζητεί μέσα από την περιήγηση τις ρίζες του, και το νόημα της ύπαρξης του, να ανακαλύψει βαθύτερα νοήματα, αλλά και τέχνες και τεχνικές χαμένες στον χρόνο.
Τα σπίτια, των Κορεστείων, που χρονολογούνται από τις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι ένα καλό παράδειγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, με βάση τους πλίνθους, τον πηλό και το άχυρο.
Μόνο στη θεμελίωσή τους χρησιμοποιήθηκε λιθοδομή, στην οποία στηρίζονταν οι πλίνθοι για να γίνει πιο στέρεο το κτίσμα. Τα τούβλα που χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμησή τους είναι ανεπίχριστα, άψητα και ωμά. Αποτελούνται, δε, από λάσπη και άχυρα που χύθηκαν επί τόπου, σε απλό καλούπι, που ξεράθηκε στον ήλιο. Οι στέγες σκεπάζονταν με ξύλα, καλάμια και κεραμίδια, που είναι και αυτά φτιαγμένα από λάσπη.
Όλα, σχεδόν, τα κτίσματα κοιτάζουν προς μία κατεύθυνση, την ευεργετική για το δριμύ κλίμα της περιοχής, νότια πλευρά. Δεν υπάρχει, επίσης, κανένα άνοιγμα στη βορινή πλευρά των κτιρίων! Ό, τι καλύτερο, δηλαδή, από πλευράς βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Γιατί αυξάνοντας τις επιφάνειες που βρίσκονται στον νότο, και μειώνοντας τα ανοίγματα στον βορρά, μεγιστοποιούμε τα ηλιακά κέρδη, και μειώνουμε τις θερμικές απώλειες των κτιρίων.
Στα Κορέστεια, έχουμε μια απλοϊκή αλλά έντιμη, πρώιμη μορφή βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, που όμως, καλύπτει απόλυτα και την αναγκαιότητα, και την άνεση, και την θελκτικότητα.
Από πλευράς οικολογικής δόμησης, όλα τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι οικολογικά, μή τοξικά και μή καρκινογόνα, και άρα φιλικά προς τον άνθρωπο και το περιβάλλον! Επίσης για την παραγωγή τους, δεν χρησιμοποιήθηκαν τεράστιες ποσότητες ενέργειας, και για την μεταφορά τους δεν δαπανήθηκαν ορυκτά καύσιμα. Ήταν υλικά που υπήρχαν μέσα, δίπλα, παραδίπλα, από τον οικισμό. Στα Κορέστεια δεν υπάρχει ούτε ένα υλικό τοξικό , ούτε για δείγμα!
ΣΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΗ ΧΑΛΑΡΑ
Η επιστροφή από το Βαψώρι μας χαρίζει εικόνες μαγικές. Αρχικά μέσα σε αμιγές δάσος οξυάς και στη συνέχεια ανάμεσα σε πανέμορφο δάσος δρυός. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στο βάθος, ένα μικρό τμήμα της λίμνης Καστοριάς.
Μετά από εκπληκτική διαδρομή 14 χιλιομέτρων φτάνουμε στον κάμπο των Χάλαρων, με χωράφια πατάτας και φασολιών σε υψόμετρο 870 περίπου μέτρων. Έξω απ’ το χωριό δεσπόζει ο κοιμητηριακός ναός της Παναγίας. Ο νότιος καθώς και ο δυτικός τοίχος είναι βαρειά ερειπωμένοι, ενώ η σκεπή απουσιάζει παντελώς. Ένα σκέπαστρο από λαμαρίνα προφυλάσσει τις τοιχογραφίες από τη βροχή.
Μπαίνουμε στα Χάλαρα, αυθεντικό πλινθόκτιστο χωριό. Στο κέντρο δεσπόζει ο ναός του Αγ. Νικολάου με την προτομή του Παπαηλία έξω απ’ το Ιερό. Ένας ηλικιωμένος λιάζεται απέναντι με την γκλίτσα του. Μας πλησιάζει:
-Σας βλέπω να περπατάτε γύρω-γύρω. Μήπως θέλετε να δείτε κι από μέσα την εκκλησία;
-Μαντέψατε τις σκέψεις μας.
Ο κυρ-Σταύρος Αρβανίτης βρίσκει στο διπλανό σπιτάκι την Ελένη Ριζοπούλου. Η καλοσυνάτη γυναίκα κατεβαίνει απ’ το μπαλκόνι της, όπου κρέμονται οι χαρακτηριστικές κόκκινες πιπεριές, και με το κλειδί μας ανοίγει την εκκλησία. Είναι ευρύχωρη τρίκλιτη βασιλική με μεγάλο τέμπλο, σκαλιστό και χρωματιστό. Εξαίρετη είναι η ξυλόγλυπτη οροφή, έργο του Γιώργου Γιάντση από το Μακροχώρι. Το νότιο όμως τμήμα δεν είναι ξυλόγλυπτο αλλά καλύπτεται με σανίδια.
-Έπεσε βόμβα στον εμφύλιο και άνοιξε το ταβάνι, εξηγεί η κυρα-Λένη. Γι’ αυτό εκείνο το σημείο είναι διαφορετικό.
Υπάρχουν αρκετά παλιά σπίτια γύρω απ’ τον ναό. Δυο σοβαντισμένα, του 1913 και 1933, ένα πλινθόκτιστο παλιότερο ακόμη. Στον τοίχο ενός μικρού σπιτιού έχει απομείνει το εθνικόφρον σύνθημα «ΖΗΤΩ Η ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ».
Μια κυρούλα μαζεύει απ’ το περιβολάκι της ντομάτες και πιπεριές. Αρχές Οκτώβρη σ’ αυτό το υψόμετρο οι ντομάτες είναι μεγάλες και κατακόκκινες.
-Είναι προσήλιο το μέρος, λέει η Πολυξένη Καλαϊτζίδου. Και το χώμα είναι καλό, δυναμωμένο με κοπριά.
Μας χαρίζει η ευγενική γυναίκα ντομάτες και πιπεριές. Η Ελένη πάλι, κατεβάζει από το σπίτι της φασόλια και ψητή πιπεριά.
Ακριτική Ελλάδα, αγνή και αυθεντική
.
ΣΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΜΑΚΡΟΧΩΡΙ
Το τελείωμα της μέρας μας βρίσκει στο Μακροχώρι, το παλιό «Κονομπλάτι». Χτισμένο σε υψόμετρο 930 μέτρων είναι μεγάλο χωριό με σπίτια πετρόχτιστα αλλά και πλινθόκτιστα, που υπερτερούν σε αριθμό. Στην πλακόστρωτη πλατεία μας εντυπωσιάζει ο ναός του Αγ. Νικολάου. Στο Μακροχώρι η διαφορά από τα Χάλαρα είναι άμεσα ορατή. Εδώ ζουν μόνιμα 120 περίπου άνθρωποι, καθημερινά υπάρχει κίνηση, ζωή, θόρυβος από αυτοκίνητα και τρακτέρ, από πριονοκορδέλλα που κόβει ξύλα, από μηχανή που αποφλιώνει φασόλια. Αλλά και η καμινάδα από το τζάκι της ταβέρνας «Αγκωνάρι» ήδη καπνίζει για το βράδυ. Μας καλωσορίζουν η Αλεξάνδρα Μάλκου με τον Κώστα, γνώριμοι από προηγούμενα ταξίδια.
Τηγανίζει πολύ νόστιμα η Αλεξάνδρα τα μανιτάρια. Αλλά κι οι ντομάτες της κυρα-Πολυξένης, είναι ασύγκριτες. Ο Κώστας απ’ την πλευρά του ανάβει κάρβουνα και ψήνει ντόπια κρέατα. Οι πατάτες και τα φασόλια είναι απ’ τα χωράφια της οικογένειας. Εδώ οι γεύσεις είναι τελείως αυθεντικές.
Νύχτα πια ανηφορίζουμε στον Μελά, στα 970 περίπου μέτρα. Στην είσοδο του χωριού το Καφέ-ουζερί «Μικρές Περιπλανήσεις» είναι ανοιχτό. Μας υποδέχεται ο Γιάννης Καντζάκης, εκπρόσωπος της Κοινότητας Μελά και υπεύθυνος διαχείρισης του ξενώνα, που ήταν παλιά «Το Σπίτι του Παιδιού». Είμαστε οι μοναδικοί ένοικοι του μεγάλου κτιρίου. Θα προτιμούσαμε κι άλλοι ταξιδιώτες να περνούσαν τη νύχτα τους στο ακριτικό χωριό.
ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΕΛΑ
Ο ορεινός οικισμός Μελάς μέχρι το 1928 ονομαζόταν Στάτιστα. Εδώ βρίσκεται το σπίτι, όπου στις 13 Οκτωβρίου 1904 (με το παλιό ημερολόγιο) φονεύθηκε από τουρκικό απόσπασμα ο Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς, που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας». Γεννημένος στην Μασσαλία το 1870 ο αξιωματικός του πυροβολικού Παύλος Μελάς άσκησε σοβαρή επίδραση με την προσωπικότητα και τη δράση του στην ενεργό συμμετοχή της Ελλάδας στον «Μακεδονικό Αγώνα».
Στο ιστορικό σπίτι μας ξεναγεί ο Γεώργιος Τσάκαλος, το γένος Καντζάκη. Είναι εγγονός της Χριστίνας Καντζάκη, που το μοιραίο εκείνο βράδυ της 13ης Οκτωβρίου του 1904 φιλοξένησε τον Παύλο Μελά. Στους χώρους του σπιτιού, που θυμίζει λαογραφικό μουσείο, υπάρχουν ιστορικές φωτογραφίες, παλιά αντικείμενα και σκεύη, το μαχαίρι του Παύλου Μελά και κάποια σημαντικά βιβλία, για τον ήρωα που πωλούνται στους επισκέπτες.
Μια πινακίδα μας κατευθύνει 400 μέτρα πάνω απ’ το χωριοό, στο Κενοτάφιο του Παύλου Μελά. Ο ανηφορικός ασφάλτινος δρόμος οδηγεί στο εκκλησάκι του Προφητηλία, σ’ ένα υψίπεδο με μεγάλες βαλανιδιές. Σημαντική είναι και η εκκλησία του Αγ. Ευσταθίου, με τον ιδιόρρυθμο τρούλλο και το μικρό κοιμητήριο, όπου αναπαύονται γνωστοί και άγνωστοι πεσόντες στους πολέμους.
Ένας χωματόδρομος, δύσβατος σε ορισμένα σημεία, ανηφορίζει από τον Αγ. Ευστάθιο και διασχίζει δάσος δρυός και αργότερα οξυάς. Η κάτοψη της κοιλάδας και του χωριού από ψηλά είναι πολύ θεαματική. Εξίσου θεαματικά είναι και τα χωράφια φασολιών. Που συνεχίζουν στην γύρω περιοχή και σε υψόμετρα μεγαλύτερα από 1.000 μέτρα. Όπως στον μικρό οικισμό του Άνω Μελά. Εδώ, σε υψόμετρο 1.060 περίπου μέτρων, ζουν σχεδόν 20 άνθρωποι ακόμη. Ανάμεσά τους και η οικογένεια του Αναστάσιου Δερλή, που μας χαρίζει λίγα φασόλια, από τα ορεινότερα του τόπου.
Στο Μακροχώρι το καφενείο του Βασίλη Λιάσκου, που είναι και παραδοσιακό μπακαλικάκι, έχει συμπληρώσει μισό αιώνα ζωής. Ο ελληνικός καφές στοιχίζει εδώ 0.80 ευρώ. Μια αφίσα στον τοίχο έχει τις φωτογραφίες των 90 πρωθυπουργών του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια ως την πρώτη θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981. Αναφέρεται επίσης -χωρίς όμως φωτογραφία- και ο Αναστάσης Χαραλάμπης, πρωθυπουργός μιας μέρας από τις 16-17 Σεπτέμβρη του 1922.
Στο διπλανό Καφέ «Πλατεία», που είναι και ταβερνάκι, ο Γιάννης Κωνσταντινίδης και η Κυριακή έχουν δημιουργήσει έναν πολύ όμορφο χώρο με ξυλόσομπα και τζάκι. Εξίσου ωραία είναι και η κουζίνα της Κυριακής. Το τσιπουράκι που πίνουμε είναι εξαιρετικό. Με μεγάλη και πολύ προσεγμένη ποικιλία μεζέδων, προσφέρεται στην απίστευτα χαμηλή τιμή του 1.5 ευρώ!
Ο Κώστας Κιζάκης κάθεται μαζί μας. Δημοτικός Σύμβουλος και Πρόεδρος της Πρωτοβάθμιας Σχολικής Επιτροπής του Δήμου, ο Κώστας έχει και μακρά θητεία στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης. Είναι κατά τεκμήριον απόλυτος γνώστης του τόπου. Μας ρωτάει αν έχουμε επισκεφθεί το Κάστρο, πάνω απ’ το Μακροχώρι.
-Έχουμε ακούσει για το Κάστρο αλλά δεν γνωρίζουμε πού είναι.
-Μπορούμε να πάμε μαζί.
ΣΤΗΝ ΓΚΡΑΝΤΙΣΤΣΑ ΜΑΚΡΟΧΩΡΙΟΥ
Ξεκινάμε από την πλατεία με κατεύθυνση προς Χάλαρα. Το ακριβές δρομολόγιο είναι:
Στα 1.4 χλμ. ανηφορίζουμε σε χωματόδρομο δεξιά. Στα 2.8 και 3.2 συναντάμε δευτερεύουσες διακλαδώσεις. Στα 4.6 στρίβουμε δεξιά. Στα 4.9 συνεχίζουμε ευθεία. Στα 7.4 χλμ. σταματάμε. Βρισκόμαστε στην περιοχή «Γκράντιστσα», που στα σλάβικα σημαίνει κάστρο.
Με Ν κατεύθυνση κατηφορίζουμε αρχικά σε δρυοδάσος και στη συνέχεια σε ξέφωτο. Τρία λεπτά μετά βρισκόμαστε μπροστά στον οχυρωματικό περίβολο. Είναι χτισμένος με μεγάλες ακανόνιστες πέτρες, το πλάτος κυμαίνεται από 3-4 μέτρα, ενώ το ύψος σε ελάχιστα σημεία υπερβαίνει το 1 μέτρο. Η Αρχαιολόγος Αθηνά Δούμα είχε την ευγενή καλοσύνη να μας αποστείλει ένα σημαντικό κείμενο για το Κάστρο.
Το 2001 με την χρηματοδότηση του Δήμου Κορεστείων διενεργήθηκε διερευνητική πενθήμερη ανασκαφή στο «Κάστρο» Μακροχωρίου, στην περιοχή «Γκραντίστσα(τα)» 4 χλμ. δυτικά του χωριού. Στην ανασκαφή συμμετείχαν η αρχαιολόγος Αθηνά Δούμα, ο φύλακας της ΙΖ΄ εφορείας αρχαιοτήτων Π. Γάκος και 7 εργάτες.
Η πρόσβαση στο τείχος είναι εύκολη από την βόρεια πλευρά του, ενώ στις υπόλοιπες πλευρές παρουσιάζονται σχετικά απότομες κλίσεις. Το τείχος έχει κατεύθυνση Β-Ν ενώ από την Δυτική του πλευρά δεν είναι ορατό. Διενεργήθηκαν δέκα δοκιμαστικές τομές τόσο εντός του τείχους όσο και στο πλάτωμα που αναπτύσσεται βόρειά του. Μικρός αυχένας συνδέει το πλάτωμα με τον δασικό δρόμο. Μετά την επιτόπια ανασκαφική έρευνα δεν διαπιστώθηκαν ίχνη οικιστικών εγκαταστάσεων. Τα μοναδικά ευρήματα ήταν ελάχιστα διαβρωμένα τμήματα αγγείων πιθανόν βυζαντινών χρόνων. Κάτοικος του Μακροχωρίου μας πληροφόρησε επίσης για την προ ετών εύρεση από τον ίδιο σιδερένιας αιχμής (πιθανόν ακοντίου) στο χώρο του Κάστρου. Λιθοσωροί και κατασκευές από την Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο πόλεμο διακρίνονται στο εσωτερικό.
Το «Κάστρο» αποτελείται από ελλειψοειδή περίβολο χωρίς ορατούς πύργους ή πύλες. Η περίμετρός του είναι περίπου 400μ., το σωζόμενο ύψος έως 1,10μ., ενώ το πλάτος του τείχους, το οποίο σώζεται σε μορφή ξερολιθιάς, είναι 2,50μ. Στο βόρειο τμήμα του περιβόλου (σε μήκος 20μ.) το πλάτος εμφανίζεται έως 3,50μ. Τειχισμένες θέσεις με παρόμοια χαρακτηριστικά συναντάμε σ’ ολόκληρη τη Δ. Μακεδονία αλλά το πρόβλημα της χρονολόγησης και της λειτουργίας τους παραμένει. Συγκεκριμένα ο Κ. Σιαμπανόπουλος αριθμεί για τους νομούς Κοζάνης και Γρεβενών 56 θέσεις φρουρίων και ακροπόλεων. Ενδεικτικά ξεχωρίσαμε θέσεις οικισμών οι οποίοι έχουν κάποια κοινά στοιχεία με το «Κάστρο» του Μακροχωρίου, όπως είναι το Λευκό Κάστρο ή Καστρί Ανθοτόπου, η Δραγασιά, το Καστρέλλι Γαλατινής, το Καστρί Μεταμόρφωσης. Όπως αναφέρει η Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη στην διδακτορική της διατριβή
«Βόιον – Νότια Ορεστίς» είναι οικισμοί με μικτό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει οικισμό σε επίπεδες εκτάσεις έξω από τους πρόποδες και τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του λόφου.
Ορισμένα από αυτά τα κάστρα χρονολογούνται από την εποχή του Σιδήρου (1100-700 π.Χ.). Ο Α. Κεραμόπουλος ανάγει το χτίσιμο των «μεγαλόλιθων φρουρίων» στην προ του 700 π.Χ. περίοδο και τα ερμηνεύει ως κατοπτευτήρια και φυλακτήρια, ως χώρους καταφυγίων σε καιρό πολέμου και ελέγχοντα τις διαβάσεις και τα σύνορα μεταξύ των βασιλείων της Άνω Μακεδονίας, ενώ και ο Δ. Σαμσάρης αναφέρει: «το αρχαίο κάστρο που τα ερείπια του εντοπίσαμε σε απόσταση 4 χλμ. δυτικά από το σημερινό Μακροχώρι φαίνεται πως είχε προορισμό την φύλαξη μιας διάβασης, δύσβατης και δύσχρηστης, η οποία από τις πηγές του ρέματος Μακροχωρίου κατέληγε στην Φλώρινα».
Σχετικά με την χρονολόγηση οριστικά συμπεράσματα θα δώσει ίσως η συστηματικότερη έρευνα.
Είναι σαφές ότι για μια ολοκληρωμένη αρχαιολογική έρευνα των κάστρων-φρουρίων αλλά και των τειχισμένων οικισμών απαιτείται συνεργασία πολλών ειδικοτήτων.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
-Μετά από τόσες μέρες και τόσο τρέξιμο πιστεύω να έχετε μια καλή εικόνα για τα Κορέστεια, λέει ο Δάσκαλος Βασίλης Χρηστίδης. Εγώ πάντως σας περιμένω με τα κρύα του Νοέμβρη στον Μαυρόκαμπο, να βγάλουμε στον παλιό νερόμυλο τσιπουράκι…
Για την επιστροφή μας απαρνιόμαστε την μακαριότητα της άνετης Εγνατίας. Επιλέγουμε τις στράτες των ορεσίβιων ντόπιων, των παλιών περιηγητών, το έρημο χωριό Τρίβουνο στα 1.260μ., τους αυχένες και τις ράχες στο Βίτσι στα 1.500 μέτρα. 26 χιλιόμετρα μετά, μέσα από ονειρεμένα τοπία και δάση δρυός και οξυάς, βγαίνουμε στην πόλη της Φλώρινας. Ο πολιτισμός μας ξενίζει, η κίνηση μας ενοχλεί. Νιώθουμε να νοσταλγούμε τα Κορέστεια, την ηρεμία και την ερημιά τους, τους σεμνούς λιγομίλητους ανθρώπους. Και τις κοκκινόχρωμες πλιθιές, που αντέχουν ακόμα στις κακουχίες και στον χρόνο…
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΟΡΕΣΤΕΙΩΝ
(1) Η άλλη ονομασία του ποταμού είναι Λαδοπόταμος. Η παλιά ονομασία ήταν Βιστρίτσα. Το ποτάμι πηγάζει από τους ορεινούς όγκους του Βαρνούντα και του Βέρνου (Βίτσι) και μετά από πορεία 42 χλμ. καταλήγει στον Αλιάκμονα. (Νίκος Νέζης, «ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ», ΤΟΜΟΣ 1, σελ. 42)
(2) Για τον Νέο Οικισμό χρησιμοποιούνται ακόμη και τα ονόματα Κορέστεια ή Γάβρος.
(3) Τα νέα σπίτια παραχωρήθηκαν δωρεάν σε στους κατοίκους από τον Γάβρο, τον Άνω και Κάτω Κρανιώνα, τον Μαυρόκαμπο και τον Αγ. Αντώνιο.
(4) Η παλιά ονομασία του βουνού που χρησιμοποιείται από τους ντόπιους είναι Μάλι Μάδι. Σύμφωνα με τον Νίκο Νέζη («ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ», ΤΌΜΟΣ 2 σελ. 426), αποτελεί την νότια προέκταση του Τρικλάριου από το οποίο χωρίζεται με τον αυχένα-διάβαση της Κρυσταλλοπηγής και την κοιλάδα του Βατοχωρίου.
Εδώ οφείλουμε και μια επανόρθωση. Στο τεύχος 43 (Ιαν.-Φεβ. 2005), στην σελίδα 53 εσφαλμένα ταυτίζεται το όρος Τρικλάριο με το Μάλι Μάδι. Στην ίδια επίσης σελίδα, αναφέρεται ότι το 1972 συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι των Κορεστείων στον Νέο Οικισμό. Στην πραγματικότητα αυτό συνέβη μια 10ετία αργότερα.
(5) «Οι πλινθόκτιστοι οικισμοί του Δήμου Κορεστείων», Κορέστεια 2002, Δημοτικό Σχολείο Νέου Οικισμού.
(6) Εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ LAROYSSE BRITANNICA», ΤΟΜΟΣ 35, σελ. 405.
(7) Από το βιβλίο «ΛΕΗΛΑΔΙΑ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ», Θεσ/νίκη 1995.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Για τις πολλές και ποικίλες βοήθειές τους, ευχαριστούμε θερμά:
-Τον Αντιδήμαρχο Παύλο Κινανίδη.
-Την Αρχαιολόγο της 12’ Ε.Π.Κ.Α. Αθηνά Δούμα.
-Τον Αρχαιολόγο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Γιάννη Σίσιο.
-Τον Δημοτικό Σύμβουλο Κώστα Κιζάκη.
-Τον εκπρόσωπο της Τοπικής Κοινότητας Μελά Γιάννη Καντζάκη.
-Από τον Μελά, τον Γεώργιο Τσάκαλο.
-Από τον Γάβρο, τον Χαράλαμπο Μπίσκο.
-Από τα Χάλαρα τους Σταύρο Αρβανίτη, Ελένη Ριζοπούλου, Πολυξένη Καλαϊτζίδου.
-Από το Μακροχώρι την Ταβέρνα «ΑΓΚΩΝΑΡΙ» και το καφέ-Μπαρ «ΠΛΑΤΕΙΑ».
Τέλος, ιδιαίτερα ευχαριστούμε τον Δάσκαλο Βασίλη Χρηστίδη και την σύζυγό του Μυροφόρα, για τον χρόνο που διέθεσαν και για όλα όσα έκαναν για μας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Ιωάννου Σ. Κολιόπουλου, «ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ Β’», εκδ. ΒΑΝΙΑΣ, ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 1995.
-Δημ. Σχολείο Ν. Οικισμού, «Οι πλινθόκτιστοι οικισμοί του Δήμου Κορεστείων», Κορέστεια 2002.
-Εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ LAROYSSE BRITANNICA, ΤΟΜΟΣ 35, σελ. 405.
-Αθηνάς Δούμα, «ΓΚΡΑΝΤΙΣΤΣΑ ΜΑΚΡΟΧΩΡΙΟΥ».
-Κώστα Στεφ. Τσίπηρα, «ΚΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΙΝΘΙΝΗ-ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ».
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Αντιδημαρχία Πολιτισμού-Τουρισμού Δήμου Καστοριάς – 24670-26777/22655.
Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Κορεστείων – 24670-83657/83403 (και FAX).
ΔΙΑΜΟΝΗ
-Ξενώνας και φαγητό στον Νέο Οικισμό. Πληροφ: Λιουμάνκης Αθανάσιος, τηλ. 24670-83682.
-Ξενώνας στον Μελά. Πληροφ: Γιάννης Καντζάκης, τηλ. 24670-86374, 6980-430932.
ΕΣΤΙΑΣΗ
Στο Μακροχώρι:
ΤΑΒΕΡΝΑ «ΑΓΚΩΝΑΡΙ», τηλ. 24670-86075, 697-2223253.
ΚΑΦΕ-ΟΥΖΕΡΙ «ΠΛΑΤΕΙΑ», τηλ. 695-1925015.
Στον Ν. Οικισμό:
ΤΑΒΕΡΝΑ «ΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ», τηλ. 24670-84933.
Στον Μελά:
ΚΑΦΕ-ΟΥΖΕΡΙ «ΜΙΚΡΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ»
Στον Αγ. Αντώνιο:
ΚΑΦΕΝΕΙΟ, τηλ. 695-1930316.
Αποστάσεις Κορεστείων:
Από: Καστοριά: 21 χλμ., Φλώρινα: (μέσω Πισοδερίου) 53 χλμ., Φλώρινα: (μέσω Τρίβουνου/Βίτσι) 30 χλμ., Θεσ/νίκη: (μέσω Εγνατίας) 215 χλμ., Θεσ/νίκη: (μέσω Έδεσσας-Φλώρινας) 217 χλμ., Αθήνα (μέσω Δομοκού-Γρεβενών) 504 χλμ.ΣΕΝΤΡΑ
Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια