Τι προβλέπεται στα άλλα κράτη περί τοκογλυφίας; Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;

Αρχική » Διάφορα » Τι προβλέπεται στα άλλα κράτη περί τοκογλυφίας; Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;

Τι προβλέπεται στα άλλα κράτη περί τοκογλυφίας; Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;

Σε όλα τα σοβαρά κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, υπάρχουν καταδικαστικές αποφάσεις για τις τράπεζες που επιχείρησαν τοκογλυφία. Τοκογλυφία, η οποία πάντα αποκαλύ­πτεται εύκολα, όταν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του δανείου και της διεκδικούμενης περιου­σίας. Όταν δηλαδή συμβαίνει αυτό το οποίο περιγράφει ο νόμος περί τοκογλυφίας. Όταν τα περιουσιακά ωφελήματα, είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, Στην Κύπρο, για παράδειγμα, η αναλογία μεταξύ δανείου και απαιτήσεως από την πλευρά της τράπεζας είναι απόλυτα ορισμένη. Ν.2/77 παράγραφος 6.-1.

 Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθεί δι’ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ’ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώ­σεως δεν θα υπερβαίνει το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος. Και συμπληρώνεται το άρθρο με τις προβλεπόμενες διαδικασίες 6.-2 Δια τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε διαδικασία προς αναγκαστικήν πώλησιν ιδιοκτησίας προς ικανοποίησιν χρέους δυνάμει διατάξεων οιουδήποτε έκάστοτε εν ισχύϊ νόμου θα θεωρήται ως αγωγή. Τι σημαίνει το σημαντικότατο αυτό άρθρο; Ότι η τράπεζα δεν αφήνεται να κάνει τοκογλυφία. Δεν αφήνεται να “βλέπει” την περιουσία του πελάτη της. “Βλέπει” μόνον το διπλάσιο από αυτό που έχει δώσει και τίποτε παραπάνω. Ο χρόνος δεν την ευνοεί και δεν την αφήνει να πολλαπλασιάζει τις απαιτήσεις της.

Θα δούμε ένα παράδειγμα, για να καταλάβει ο αναγνώστης ακριβώς τι θέλουμε να πούμε. Έστω ότι κάποιος δανείζεται 5.000.000 και βάζει ως εγγύηση υποθήκη ένα διαμέρισμά του, που τη δεδομένη στιγμή αξίζει 20.000.000. Ο σχεδιασμός δεν αφήνει την τράπεζα να “βλέπει” αυτό το σπίτι ως στόχο. Την αφήνει να “βλέπει” μέχρι το διπλάσιο αυτού που έδωσε. Τι σημαίνει αυτό; Ότι από ένα σημείο και πέρα ο νόμος υποχρεώνει την τράπεζα να κάνει αγωγή εναντίον του πελάτη της και να τον αναγκάσει να το πουλήσει, προκειμένου να την εξοφλήσει. Αν καθυστερεί η τράπεζα να κάνει την αγωγή εναντίον του πελάτη της, το κάνει εις βάρος των συμφερόντων της, εφόσον αυτή χάνει την απόδοση του ποσού που αργεί να διεκδικήσει.

Όμως, το τελικό ποσό δεν αλλάζει εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης. Δεν τοκίζονται τα χρή­ματα πέρα από το χρονικό διάστημα που περιγράφει ο νόμος, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Άμεσα, όταν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα της τοκοφορίας και έμμεσα, όταν μέσω του τοκισμού διπλασιαστεί το χρέος. Είτε δηλαδή πέρασε το νόμιμο χρονικό διάστημα του τοκισμού είτε επειδή το ποσό διπλασιάστηκε από τους τόκους, ο τοκισμός σταματά αυτόματα. Ο πελάτης της, όταν θα πουλήσει αναγκαστικά το διαμέρισμά του, θα την εξοφλήσει στο επίπεδο που προβλέπει ο νόμος και τίποτε παραπάνω. Στο παράδειγμά μας στη χειρότερη γι’ αυτόν περίπτωση θα χάσει το μισό του διαμέρισμα. Το μισό του διαμέρισμα είναι το απόλυτο “ταβάνι” για τους στόχους της τράπεζας. Αυτό είναι το όριο που καθορίζει ο νόμος, για να μην υπάρχει θέμα τοκογλυφίας. Για να μην φτάσουμε στο σημείο τα περιουσιακά ωφελήματα της τράπεζας να είναι δυσανάλογα προς τις παροχές της.

Όταν υπάρχει τοκογλυφία, δεν καθορίζεται ένα “ταβάνι” υποχρεώσεων και άρα δεν υπάρχει εξαναγκασμός της τράπεζας να λύσει τις διαφορές της με τον δανειολήπτη. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα μπορεί να αφήνει το χρέος να γιγαντώνεται ανεξέλεγκτα. Δεν έχει άγχος για το μέγεθος του χρόνου. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και όχι εις βάρος της. Αυτό είναι το όλο θέμα. Εδώ είναι η ουσία του προβλήματος. Εις βάρος ποιανού λειτουργεί μονομερώς ο χρόνος. Υπάρχουν όροι στα δάνεια, που επιτρέπουν στην τράπεζα να υπερέχει, εφόσον έχει το πλεονέκτημα του χρόνου. Από εδώ ξεκινάνε τα προβλήματα. Όλα τα προβλήματα με τους τόκους, τις τιμωρίες, τα “καπέλα”, τις υπερημερίες κλπ., υπάρχουν ακριβώς γιατί η τράπεζα εκμεταλλεύεται το πλεονέκτημά της. Όταν λοιπόν αφήνεις τον χρόνο να “τρέχει” ανεξέλεγκτα υπέρ της τράπεζας, ευνόητο είναι ότι αυτό είναι το μέγεθος που της επιτρέπει να “βλέπει” τις περιουσίες των θυμάτων τους. Ο απεριό­ριστος χρόνος της επιτρέπει να μην περιορίζεται από ένα “ταβάνι” απαιτήσεων.

Κατάλαβε ο αναγνώστης τι λέμε; Το να ψάχνει κανείς τις παρανομίες της τράπεζας στα επιτόκια και τα λογιστικά “κόλπα” είναι το “καρότο”, για να παρασυρθεί αυτός μακριά από το πρό­βλημα. Υποπτευόμαστε μάλιστα ότι οι ίδιες οι τράπεζες “κατασκευάζουν” το “καρότο”. Τι σημαίνει αυτό; Ότι συνειδητά κάνουν παραβάσεις οφθαλμοφανούς παρανομίας, ώστε να παρασέρνουν τους πελάτες τους μακριά από τα ζωτικά τους “σημεία”. Έχουν προϋπολογίσει δηλαδή το κόστος αυτών των παρανομιών σε περίπτωση καταδίκης τους κι εξαντλούν την “αγωνιστικότητα” των διωκτών τους στα πεδία που, αν όχι τις συμφέρουν, τουλάχιστον δεν τις απειλούν. Οι τράπεζες, έχοντας ισχυρά νομικά επιτελεία, “δουλεύουν” στην κυριολεξία αυτούς που τους καταδιώκουν. Εκμεταλλεύονται την άγνοια του κόσμου και την καθυστέρηση των δικαστικών αποφάσεων και “σαλαμοποιούν” το πρόβλημα. Κερδίζουν χρόνο, έχοντας φροντίσει αυτό το μέγεθος να τους ευνοεί. Μέχρι να ακυρωθεί το ένα “κόλπο”, αυτοί εφευρίσκουν άλλο και στο μεταξύ καταστρέ­φονται άνθρωποι.

Όλα αυτά όμως τα κόλπα γίνονται χρυσοφόρα, γιατί η τράπεζα έχει το πλεονέκτημα του χρόνου. Αν δεν είχε αυτό το πλεονέκτημα, τίποτε δεν θα μπορούσε να κάνει. Αν υπήρχε “ταβάνι” απαιτήσεων και ταυτόχρονα ο χρόνος τοκισμού των δανείων ήταν εκ των προτέρων ορισμένος, θα ήταν αδύναμη η τράπεζα να κερδοσκοπήσει. Δεν θα είχε σημασία αν η τράπεζα με τις διάφορες “πατέντες” της θα έπιανε το “ταβάνι” στον μισό από τον προβλεπόμενο χρόνο. Δεν θα είχε σημασία αν “έπαιζε” με τα παράνομα πανωτόκια και τις ποινές. Όλα της τα “παιχνίδια”, είτε γίνονταν αντιληπτά είτε όχι, θα περιορίζονταν σε προκαθορισμένα όρια και άρα δεν θα είχαν κανένα νόημα. Τα παιχνίδια της θα την εξέθεταν παραπάνω και δεν θα την πλούτιζαν παραπάνω.

Σήμερα όλα της τα “παιχνίδια” έχουν νόημα, γιατί επιταχύνουν μια κατάσταση σε μια “κατηφόρα”, η οποία δεν έχει τέλος. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους και επιταχύνοντάς τον με τις “πατέντες” τους επιταχύνουν την επαφή τους με την περιουσία των θυμάτων τους. Αυτό όμως είναι παράνομο. Γιατί αυτό είναι παράνομο; Γιατί εκ του νόμου προβλέπεται οι συμβαλλόμενοι να λειτουργούν επί ίσοις όροις. Να είναι όμοιοι απέναντι στα δεδομένα. Δεν είναι δυνατόν να υπάρ­χει δικαιοπραξία στην οποία το ένα μέλος να είναι “πρόβατο” και το άλλο “λύκος”. Δεν υπάρχει δικαιοπραξία μεταξύ ανόμοιων “ειδών”. Το πλεονέκτημα του χρόνου δίνει την απόλυτη υπεροχή στην τράπεζα, μετατρέποντάς την σταδιακά σε “λύκο”. Άρα καταστρατηγείται αυτό το οποίο πρέπει να θεωρείται δεδομένο για τη νομιμότητα της οποιασδήποτε διαδικασίας. Από τη στιγμή που ο χρόνος από κάποια στιγμή κι έπειτα λειτουργεί υπέρ της τράπεζας, ευνόητο είναι ότι θα πρέπει δια νόμου να προσδιορίζεται το διάστημα που αυτό συμβαίνει. Δεν μπορεί να αφήνεται να λειτουργεί επ’ άπειρον μια κατάσταση που συμφέρει μόνον το ένα μέρος από τους συμβαλλόμενους. Δεν μπορεί ένα μέγεθος, που επηρεάζει άμεσα την εξέλιξη μιας υπόθεσης, να αφήνεται ανεξέλεγκτο, επιβαρύνοντας μόνον το ένα μέρος.

Από το βιβλίο του Παναγιώτη Τραϊανού:
«Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ»

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια