ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΤΕΖΙΑ: Όπερα

Αρχική » Διάφορα » ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΤΕΖΙΑ: Όπερα

ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΤΕΖΙΑ: Όπερα
Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε στην Καστοριά στις 27 Απριλίου 2013, στην πρώτη απευθείας αναμετάδοση από την Μetropolitan Opera της Νέας Υόρκης με τον Ιούλιο Καίσαρ του Handel 


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος χαρακτηριστικότατα διατύπωσε: «Στην Ελλάδα δεν αρκεί να

κουρδίσεις το ρολόι σου και ύστερα να ξενοιάσεις. Πρέπει αφού το κουρδίσεις να σπρώχνεις και τους δείκτες με το δάχτυλό σου, αν θέλεις να είσαι βέβαιος ότι το ρολόι θα δουλέψει».
Η σημερινή εκδήλωση ή ακόλουθη αυτής, μαγνητοσκοπημένη μετάδοση της Κάρμεν, αλλά και οι προγραμματισμένες απευθείας μεταδόσεις για την νέα περίοδο, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, αν δεν υπήρχε το χέρι της μητέρας ιδιωτικής πρωτοβουλίας και κατ΄ επέκταση, ομολογουμένως ευφυώς, το “δάκτυλο” της δημοτικής αρχής, η οποία έσπρωξε τους δείκτες, για να δουλέψει, ολίγον κατ΄ ολίγον το καλλιτεχνικό ρολόι σε τούτη την πόλη.  Για τούτο όλοι μας, τους ευχαριστούμε θερμώς. Ελπίζουμε, να αποτελέσει θεσμό για την πόλη μας.  Και σας θυμίζω, “θεσπίζω” αρχικά σήμαινε “τελώ κάτι θεόπνευστο”
Επιτρέψτε, μια μικρή εγκυκλοπαιδική αναφορά, δηλαδή μία μικρή σύνοψη γνώσεως, ως προς τον όρο.

Όπερα, λοιπόν, εκ του ιταλικού opera. Όπερ σημαίνει, έργον. Έργον θεατρικόν, εξ ολοκλήρου μουσικόν, αποτελούμενον από εισαγωγή της ορχήστρας, από άριες, ντουέτα, τρίο, χορωδιακά μέρη, ρετσιτατίβα και ορχηστρικά τεμάχια.
Η όπερα είναι ένα είδος τέχνης, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα, κάτι το οποίο οι “Νεοέλληνες” – εν πολλοίς αγνοούν- άλλοτε επιδεικτικά, άλλοτε γιατί δεν “έτυχε”, άλλοτε γιατί ο συζητήσιμος ελιτισμός του είδους, δεν τους αγγίζει. Ευτυχώς, κάτι δείχνει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια και η Καστοριά φαίνεται ότι θέλει και ιστορικά οφείλει, να ανέβει σε αυτό το τρένο της πολιτιστικής αλλαγής.
Αγαπητοί φίλοι, θα σας παρακαλέσω να μην αισθάνεστε ότι ανήκετε σε κάποια μειοψηφία διαφορετικών ανθρώπων.
Και εξηγούμαι. Η όπερα είναι το καλλιτεχνικό μόρφωμα, όπου η μουσική συναντά το θεατρικό δράμα. Τούτο θα πρέπει να σας θυμίζει κάτι. Αν και η όπερα έλκει την καταγωγή της από την Ιταλία της Αναγέννησης, η αρχική μαγιά των διανοητών που την έπλασαν, ήταν το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Το μουσικοθεατρικό αυτό είδος, δεν είναι τίποτε άλλο, από μία προσπάθεια αναβίωσης της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, που ως γνωστόν περιέχει απαγγελία, εκφραστική, τραγούδι, κοστούμια, δράμα και χορό. Το θέμα μπορεί να είναι παλιό, το νόημα όμως δεν παλιώνει. Να γιατί δεν πρέπει να αισθάνεστε διαφορετικοί, καθόσον, τρόπον τινά, έχει πολλά δικά μας στοιχεία θεάτρου.
Είναι σε όλους γνωστό, πως ποτέ δεν καλυτερεύει η ζωή μας, αν δεν γίνει αλλαγή στον τρόπο της σκέψης, στις αιτίες που προκαλούν το συναίσθημα, στη νοοτροπία της συνήθειας και στον τρόπο εργασίας. Αλλά είναι επίσης γνωστό, ότι ποτέ δεν καλυτερεύει μια κοινωνία, αν δεν καλυτερέψουν, συγχρόνως, όλοι οι τομείς του Πολιτισμού και αν αυτοί δεν εναρμονισθούν με τους τομείς της επιστήμης, της τέχνης και της ηθικής. Αν δεν συμβεί τούτο, η ζυγαριά του κοινωνικού κατεστημένου θα ανατραπεί, γέρνοντας προς το μέρος της υλιστικής ανάπτυξης. Αλήθεια όμως, πόσο εύκολο είναι, σήμερα, να αντισταθείτε στον πολιτισμό του εύκολου μυαλού, της άμεσης πληροφόρησης, του προφανούς συμπεράσματος, της μονοσήμαντης διαδικτυακής πληροφόρησης;
Η όπερα στην κεντρική Ευρώπη έχει καθιερωθεί ως ο καθρέπτης του πολιτισμού και η ύπαρξη μελοδραματικού θεάτρου σε κάθε πόλη, θεωρείται κάτι το εντελώς απαραίτητο.
Ακούστε τούτο: τον Μάιο του 1945, μετά την χωρίς όρους συνθηκολόγηση της Γερμανίας, μεταξύ των αναρίθμητων ερειπίων του πολέμου, ήταν και τα ωραία και φημισμένα θέατρα. Μα προτού αρχίσουν να ξαναχτίζονται, καλά καλά, οι κατοικίες για τον κόσμο, που ζούσε απελπιστικά, άρχισαν να ξεφυτρώνουν στις διάφορες πόλεις, ανάμεσα στα ερείπια, τα ωραιότερα θέατρα, που κανείς μπορούσε να φανταστεί. Και στην ανέγερσή τους βοηθούσε ο ίδιος ο λαός, κουβαλώντας τις πέτρες και τα τούβλα. Ή πάλι, με εράνους, τόμπολες και λαχεία, συγκέντρωναν τα αναγκαία ποσά.
Κύριε Δήμαρχε,
Ο Δήμαρχος του Φράϊμπουργκ, πιανίστας, έδινε συναυλίες, για να μαζέψει χρήματα, να ξαναχτίσει το θέατρο της πόλης. Κατάφερε να κατασκευάσει ένα ωραιότατο και λαμπρότατο θέατρο.
Είναι αληθές ότι, το μουσικό αυτό είδος θεάτρου, στα πρώτα της βήματα, υπήρξε αμφισβητούμενο καλλιτεχνικό γεγονός, κατορθώθηκε όμως, από τους Ευρωπαίους μουσικούς και το Ευρωπαϊκό Κοινό, να το φθάσουν σε επίπεδο ανώτατης θεατρικής μουσικής τέχνης. Δεν προσέρχεται κανείς στην όπερα, όπως παλαιότερα συνέβαινε, για να ακούσει μια γλυκιά μελωδία ή μερικές βροντερές κορώνες. Σήμερα πηγαίνει, όπως άλλωστε και στο σοβαρό θέατρο πρόζας, για να συγκεντρώσει τις σκέψεις του, να απολαύσει μια ανώτερη μουσικοπνευματική προσφορά και να αισθάνεται εαυτόν εξυψωμένο, μακριά από τις καθημερινές φροντίδες και την πεζότητα της καθημερινότητας. Ναι, το μουσικό θέατρο προσφέρει αισθητική ή καλαίσθητη συγκίνηση και αυτό μας δίδει το ευχάριστο συναίσθημα, ότι βρισκόμαστε στο περιθώριο, έξω από τα προβλήματα της ζωής, σε κάποια σύνορα που όλα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν, να απλοποιούνται και να υπόκεινται σε μία δική τους νομοτέλεια.
«Η μουσική είναι η έκφραση του ανέκφραστου», κατά Ντοστογιέφσι. Ας προβληματισθούμε μαζί. Είναι τέχνη να ακούμε μουσική; Ξέρουμε να ακούμε μουσική;
Η τέχνη, κάθε έκφρασή της, είναι μέσο περισυλλογής, για την οργάνωση της ζωής, αλλά παράλληλα και ένας σκοπός στη ζωή. Είναι οπωσδήποτε ένα κοινωνικό φαινόμενο ομορφιάς, που συνυπάρχει με το άτομο και την κοινωνία, ταυτόχρονα όμως και μία αιτία ψυχικής αποχαλίνωσης ή μία ψυχική ευφορία και αγάπη για τη ζωή. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, φθάνουν στα αυτιά μας, αναρίθμητοι τόνοι, ήχοι, θόρυβοι. Τους έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, που δεν τους προσέχουμε καθόλου. Το αυτί μας αρκείται να τους συλλαμβάνει όλους υποσυνείδητα, χωρίς να τους προωθεί και να τους εξετάζει βαθύτερα. Ό,τι ακούμε συχνά το συνηθίζουμε και η συνήθεια αμβλύνει την ακοή, όπως και τις λοιπές αισθήσεις μας. Αντίθετα, ό,τι προσελκύει την προσοχή μας, είναι το ασυνήθιστο και το καινούργιο. Όταν ακούμε ξεχωριστούς, ιδιότυπους ήχους, γεννάται το ενδιαφέρον μας και αναγκάζει τις σκέψεις μας να ακολουθήσουν μία ορισμένη κατεύθυνση, “΄να συγκεντρωθούν”.
Οι συνθέτες της ελαφριάς μουσικής ξέρουν ακριβώς πώς να κερδίζουν του ακροατές τους. Η μουσική τους ΄΄πέφτει΄΄, όπως λέμε, μόνη της στο αυτή, γιατί είναι απλή, επαναλαμβάνεται συχνά, για να εντυπώνεται ευκολότερα και δεν χρειάζεται ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις. Προς Θεού, μη παρεξηγηθώ. Τούτο το είδος είναι αναγκαίο, για το ψυχικό ξεκούρασμα και την τέρψη, εν τούτοις, είναι η αιτία που συγχέονται τα σύνορα της υποσυνείδητης και συνειδητής ακοής. Ο ακροατής, που παρακολουθεί μία μουσική σύνθεση, ο θεατής και ακροατής στην όπερα, τότε μόνον είναι σε θέση να την καταλάβει, όταν ψυχικά και εσωτερικά είναι προετοιμασμένος και μπορεί να παρακολουθήσει με αμέριστη προσοχή. Άλλωστε, η όπερα αποτελεί έργο πολλαπλώς αναγνώσιμο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κωστής Παπαγιώργης σημειώνει: «Το παιδί δεν το μαθαίνουμε να μιλάει, απλώς του διεγείρουμε μια ενδιάθετη ικανότητα, που ήδη κατέχει». Ναι, ορθό άκουσμα είναι το συχνό άκουσμα. Όπως ακριβώς εξετάζει κανείς έναν ζωγραφικό πίνακα πολλές φορές, ανακαλύπτει ολοένα και καινούργιες απροσδόκητες λεπτομέρειες.
Για τους λόγους αυτούς σας ζητώ να μη βιαστείτε. Να το επαναλάβετε. Να συγκεντρωθείτε. Η τέχνη δείχνει άσημη στην αρχή και ωραία μετά – ακριβώς το αντίθετο με τη μόδα, το συρμό. Σας ζητώ να μη ξεχνάτε ότι η ευκολία σκοτώνει το πάθος. Η όπερα μοιάζει σαν το κρασί. Αυτό το κρασί είναι ταυτόχρονα ποτό και φαγητό – είναι πλήρες.
Η ουσία της όπερας, ως μουσικού και θεατρικού έργου, εκδηλώνεται με την αγωνία και την ελπίδα, χαρακτηρίζεται με το ξάφνιασμα που συγκλονίζει, με τη μελωδία που ηρεμεί, αλλά και συνυφαίνεται με ένα υπερκόσμιο δέος, που ακινητοποιεί ολόκληρη την ψυχή. Το μουσικοθεατρικό βάπτισμα, θέτει σε κίνηση όλον τον συνειδητό και υποσυνείδητο κόσμο του ατόμου και έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει να εμμένει, να επιδιώκει, να αγαπάει, να συνεργάζεται, να χαίρεται και το σπουδαιότερο να βρίσκει φυσική ακόμη και την αποτυχία.
Και όλα αυτά συμβαίνουν πάνω στη σκηνή. Στο σημείο αυτό, αξίζει αυτογραφικά, να σας μιλήσω και για τα παρασκήνια, και τα πρόσωπα, τα οποία παίζουν σοβαρότατο ρόλο σε όλη αυτήν την απόλαυση, που αποπειράθηκα να σας μεταφέρω με λέξεις. Στο διάλλειμα της παράστασης θα εκπλαγείτε από την ζωντανή αναμετάδοση της εργώδους δραστηριότητας στους χώρους πίσω από τη σκηνή.
-Κυρίαρχος ο ρόλος του οδηγού σκηνής. Κάθε είσοδο στη σκηνή, κάθε σήμα για άνοιγμα ή κλείσιμο της αυλαίας, τα σημειώνει επακριβώς στο σπαρτίτο του. Κανονίζει ταχύτητα σκηνής, βροχές, ανέμους και τρικς.
-Ο φροντιστής: σπουδαίος! έχει συγκεντρώσει όλα τα κινητά αντικείμενα, που είναι απαραίτητα για την παράσταση και φροντίζει, ώστε ο υπηρέτης να φέρει το γράμμα στην κατάλληλη στιγμή, το πιστόλι, το μαχαίρι να είναι στα χέρια του τραγουδιστή, η ανθοδέσμη να δοθεί από τον εραστή στην ερωμένη όταν πρέπει.
-Δ/ντής φωτισμού: υπεύθυνος για τα φαντασμαγορικά εφέτα, τη γέφυρα φωτισμού, τους βαθμούς έντασης και μετάπτωσης του φωτισμού.
-Αλλά και οι εργάτες: αιώνια αφανείς εργάτες, όλοι αυτοί που κάνουν τη δουλεία τους τόσο καλά, ώστε να μην γίνεται αντιληπτή από κανέναν.
Για να φθάσουμε στην τελική δοκιμή – Prova Generale. Κατά μία παλιά θεατρική παράδοση, αυτή η δοκιμή δεν πρέπει να πάει καλά, αν θέλουν να έχει μεγάλη επιτυχία η πρεμιέρα.
Κυρίες, Κύριοι
«Είμαστε καμωμένοι να ζούμε, όχι να ονειροπολούμε», λέει ο Γκαίτε.
Ο αφυπνιστικός αυτός λόγος, έγινε η αφορμή, μετά το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου, επιστροφής, όχι μόνον για την τέχνη, αλλά και για κάθε άλλη μορφή κοινωνικής δραστηριότητας, σε κάποια ορθολογικότερα στηρίγματα.
Η μουσική στην Ελλάδα, κατατσακισμένη από πολέμους και άμουσους κατακτητές, έμεινε πίσω από τις Ευρωπαϊκές χώρες και μόλις κατόρθωσε, με κόπους, να διατηρήσει κάποια μουσικά μοτίβα και να ξεχωρίσει από τον αμανέ και τις βάρβαρες μελωδίες.
Είμαστε, όσο ποτέ, τόσο κοντά στον Ευρωπαϊκό Κόσμο. Θα περίμενε κανείς, μία σοβαρή επίδραση, αν όχι ία ευθυγράμμιση εξωτερικών λειτουργιών τη ζωής. Τίποτα τέτοιο δεν θα δείτε στην πνευματική, αλλά και καθημερινή κίνηση. Βιώνουμε ουσιαστικά κλεισμένοι στον εαυτό μας, με ένα πάθος αυτοζωής, που σχεδόν αποτελεί την κυριότερη εθνική μας έκφραση.
«Το κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον ξεπεσμό της κοινωνίας του», σημειώνει ο Ίψεν.
Ο οδηγός σκηνής όμως φωνάζει:”σκοτάδι στην πλατεία” “σκηνή ελεύθερη” “πάμε”.
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 30 Μαΐου 2013, αρ. φύλλου 694
Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια