ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ γράφει η Νίκη Καλτσόγια-Τουρναβίτη *

Αρχική » Διάφορα » ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ γράφει η Νίκη Καλτσόγια-Τουρναβίτη *

                        20/06/2013

«The first thing one has to know 
is how to sell himself»
Daniel Bell
Έχουν περάσει εικοσιτέσσερα χρόνια από τότε που τον είδα να κάθεται στην έδρα μιας κεντρικής αμφιθεατρικής αίθουσας του Πανεπιστημίου του Harvard. Ήταν το εναρκτήριο

μάθημά του, της νέας ακ. χρονιάς, τον Οκτώβριο του 1980. Είχε μπει στην αίθουσα λίγα λεπτά πριν από την έναρξη του μαθήματος!  Ήταν εκεί, μόνος και περίμενε να εισέλθουν οι νέοι φοιτητές! Μόλις έφθασε ακριβώς  ο χρόνος του μαθήματος σηκώθηκε και η πόρτα της εισόδου της αίθουσας έκλεισε. Μας καλωσόρισε για την καινούργια χρονιά, είπε μόνο δυο λόγια για το πανεπιστήμιο και για τους φοιτητές του, την ελίτ της   αμερικανικής κοινωνίας και συνέχισε με αυτά ακριβώς τα λόγια: «The first thing one has to know is how to sell himself».

Βρισκόμουν εκεί, στην αίθουσα αυτή, ανάμεσα σε νεαρούς φοιτητές και φοιτήτριες, ως fellow  της Ford Foundation. Κουβαλούσα μαζί μου τις εμπειρίες από το ελληνικό μεταχουντικό (sic) ελληνικό πανεπιστήμιο, που το είχα ζήσει και ως φοιτήτρια του Παντείου το 1964-1968 και στη συνέχεια ως βοηθός.  Είχα ζητήσει να μου επιτραπεί να παρακολουθώ τα μαθήματά του. Ειλικρινά ήταν ένα όνειρο ζωής να βρεθώ σ’  αυτό το πανεπιστήμιο, αλλά περισσότερο να ακούσω αυτόν το μεγάλο καθηγητή της κοινωνιολογίας, ισάξιο του Talcot Parsons, του κορυφαίου αυτού κοινωνιολόγου. Όμως για μένα ο Daniel Bell ήταν από τότε κάτι παραπάνω. Είχα εντυπωσιαστεί από τους δρόμους που είχε ανοίξει η σκέψη του με το  βιβλίο του The End of Ideology, (1965) και μερικά χρόνια  αργότερα με το The Coming of Post-Industrial Society», (1973), βιβλία που άνοιξαν τους ορίζοντες  της Πολιτικής Επιστήμης και όχι μόνον,   αφού οι πρωτοπόρες θέσεις τους επαληθεύθηκαν από τις εξελίξεις που ακολούθησαν  στον πολιτικό – ιδεολογικό τομέα, αλλά και στην οργάνωση της οικονομίας. Industrial  – Post-industrial Society, Βιομηχανική – Μεταβιομηχανική κοινωνία, ή Bureaucratic – Post-Bureaucratic Society, Γραφειοκρατική – Μεταγραφεικρατική Kοινωνία  είναι πλέον έννοιες που έχουν μπει για καλά στην επιστημονική αρένα.   
Αυτοί οι δύο όροι συνδέονται άμεσα  με τις μορφές οργάνωσης της παραγωγής, που εφάρμοσε για πρώτη φορά από τις αρχές του 20ού αιώνα η μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία της Ford στις ΗΠΑ –απ΄ όπου και ο όρος Fordism, κατά τα πρότυπα της γραφειοκρατικής οργάνωσης του Max Weber- αλλά με την προσθήκη της  λέξης  post, (μετά) post-fordism,  σηματοδοτούν τη μετάβαση στη νέα εποχή και στις αλλαγές, που επήλθαν  με την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας,  της λεγόμενης ηλεκτρονικής επανάστασης.  Αυτοί ακριβώς οι τύποι οργάνωσης της οικονομικής κατά βάση παραγωγής  δεν άφησαν έξω από την επίδρασή τους τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη, τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, αλλά και  τον ίδιο τον άνθρωπο και τις σύγχρονες κοινωνίες.  . Ένα από τα πρώτα βιβλία της επίδρασης των γραφειοκρατικών δομών στον άνθρωπο, με τη δημιουργία μάλιστα ειδικού τύπου, του τύπου της  γραφειοκρατικής  κοινωνίας, είναι αυτό του W. H. Whyte, του 1956, The Organization Man (Ο άνθρωπος της Οργανώσεως).
Από τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα άρχισε να συνειδητοποιείται, γενικά, στις αναπτυγμένες κοινωνίες αυτή η νέα πραγματικότητα της μεταβιομηχανικής, μεταγραφειοκρατικής εποχής (Post-industrial, Post-bureaucratic  era). Κύριο οργανωτικό γνώρισμα αυτής της εξέλιξης  υπήρξε η ανατροπή της  γενικευμένης  γραφειοκρατικής δομής. Και το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, άλλωστε, οφείλεται  σ’  αυτή την εξέλιξη, στις νέες μορφές επικοινωνίας, που έθεσαν, σε μεγάλο βαθμό, στο περιθώριο την έννοια του χώρου, ως σταθερού σημείου αναφοράς, τον οποίον  αντικατέστησαν με «αόρατα» κέντρα εξουσίας και δύναμης, οικονομικής και πολιτικής, που δίκαια  ταυτίζονται με λαβύρινθους. Σ’  αυτό ακριβώς το πνεύμα και η φιλοσοφική σκέψη,  αδυνατώντας να βρει σταθερούς άξονες, μιλάει για μεταμοντέρνα περίοδο, ή μετανεωτερική εποχή (postmodern era), που στο βάθος  εκφράζει κυρίως την υποχώρηση, αν  όχι τη διάλυση των μεγάλων φιλοσοφικών μύθων του παρελθόντος. 
Σ’  αυτό το πλαίσιο, που απλά σκιαγραφήθηκε στο μικρό αυτό κείμενο για πρόκληση διαλόγου, πώς μπορεί να αξιολογηθεί η κατά κυριολεκτικά αξιωματικό τρόπο συμβουλή του Daniel Bell, στους φοιτητές του το 1980.  Κατ’  αρχήν  ο αγγλικός όρος «sell» έχει και άλλες έννοιες πέραν από την έννοια του πουλώ = ανταλλάσσω κατά κανόνα με χρήμα.  Σημαίνει,  επίσης,  «προωθώ», «πρακτορεύω». Αλλά και «αποδοχή»,  «κερδίζω την αποδοχή». Ίσως ο ελληνικός όρος στην αργκό «πλασάρω»  αποδίδει καλύτερα αυτήν την έννοια. Και  αυτήν ακριβώς την έννοια της αποδοχής, της επίτευξης δηλαδή της αποδοχής της προσωπικότητάς μας από τους άλλους,  είχε η παραίνεση του μεγάλου αυτού Δασκάλου προς τους φοιτητές του.  Και το πώς κερδίζεται η αποδοχή, για να το πούμε απλούστερα η αναγνώριση και ο σεβασμός της προσωπικότητάς μας, είναι  ένα τεράστιο θέμα. Ασφαλώς, κάθε εποχή έχει τα δικά της πρότυπα και κανόνες αποδοχής. Πρότυπα που εκφράζουν συμπεριφορές, τύπους εξωτερικής εμφάνισης. Και όσο προχωρούμε προς τα πίσω, τόσο περισσότερο τυποποιημένες μορφές συμπεριφοράς και εξωτερικής εμφάνισης συναντούμε. Πρότυπα που πέρασαν στον άνθρωπο κάθε κοινωνίας, μέσα από τις δομές κοινωνικοποίησής του. Ο “τζέντλεμαν”, η “κυρία”, η “δεσποινίς”, ο “νέος”, ο “ηλικιωμένος” και η “ηλικιωμένη’. 
Σήμερα, δηλαδή από τη δεκαετία του ’80, όπως φαίνεται από έρευνες, η «youth culture» έχει περάσει σε όλους ανεξαιρέτως, με πολλές επιπτώσεις: Επαναστατικότητα, γελοιοποίηση, παλιμπαιδισμός ίσως; Όπως θέλετε πάρτε το. Όμως, κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα παραμένει.   
Η επανάσταση των μαζών, του Ortega y Gasset, (The Revolt of the Masses) του   1936,  ήταν από τα πιο προφητικά βιβλία της νέας εποχής, που άρχιζε μόλις τότε να διαφαίνεται στον ορίζοντα.  Σήμερα αυτό πλέον είναι μια πραγματικότητα. Όχι μόνο στους δρόμους, αλλά και σε δημόσιους χώρους, σε χώρους θεάματος που άλλοτε «έβαζες τα καλά σου για να πας». Όπως είπε μια παλιά ηθοποιός πρόσφατα στην τηλεόραση : «παλιά ο κόσμος ντυνόταν με τα καλά του. Μας τιμούσε». Σήμερα, ακόμα κι’  εκεί, πας με το μπλου τζιν, και μάλιστα ξεσκισμένο. Και αυτό όχι από τη σκληρή χειρονακτική εργασία, αλλά είναι «μοντελάκι”, που πουλιέται πανάκριβα και μάλιστα σε καταστήματα πολυτελείας. Πού να φαντάζονταν οι εργάτες των ορυχείων, του λιμανιού ή του δρόμου ότι το τραχύ ντύσιμό τους θα γίνονταν μόδα! Όσο για τις γυναίκες, εδώ το θέμα είναι ακόμα σοβαρότερο. Το “whore look”  έγινε μόδα! Και διαμαρτύρονται όταν υπάρχει κατακραυγή από συντηρητικά κέντρα. Και η αντίδραση παίρνει μεγάλη δημοσιότητα! Και αυτοί οι τύποι ένδυσης είναι συνήθεις ακόμη και σε δημόσιες υπηρεσίες   στη χώρα μας. Θεωρείται ένδειξη ελευθερίας. Απουσία καταπίεσης! Καμιά υπαλληλική δεοντολογία. Δεν αναφερόμαστε στους “χαρτογιακάδες” και τις “ποδιές” του παρελθόντος, που κατέπνιγαν την προσωπικότητα. Και, δυστυχώς,  την εξωτερική αυτή εμφάνιση συνοδεύει και μια ανάλογη συμπεριφορά, που ευτελίζει κάθε έννοια ευγένειας και σεβασμού προς τον άλλον. 
Η συμβουλή του Daniel Bell δεν είχε καμιά σχέση με κήρυγμα θρησκευτικό,  ηθικό, καθωσπρεπισμού ή σεμνοτυφίας.  Δεν ήταν παραίνεση συντηρητισμού. Ήταν βαθιά κοινωνιολογική. Ήταν ουσιαστικά μία παρότρυνση προς νέους επιστήμονες να διαμορφώσουν αξίες και πρότυπα συμπεριφοράς αντάξια της επιστημονικής τους κατάρτισης και παιδείας, τα οποία θα τους επιτρέψουν να επιδιώξουν,  επίσης αντάξια, τη θέση τους στην κοινωνία. Και εδώ μπαίνουμε στο μεγάλο πρόβλημα. Σε ποια κοινωνία; Σε ποια ΑΓΟΡΑ; Με ποιόν Εταίρο; Συναλλάσσω την προσωπικότητά μου μ’  αυτό που υπάρχει γύρω μου και μου ζητά να ενταχθώ. Και η ΑΓΟΡΑ,  ο  μεγάλος εργοδότης, είναι σήμερα σκληρός, απάνθρωπος, εκμεταλλευτής με τα ΜΜΕ που διαθέτει. Πνίγει προσωπικότητες και όνειρα. Διαπερνά ή ακόμα ακυρώνει   θεσμικούς κανόνες-πλαίσια. Επιβάλλει τους δικούς της κανόνες συναλλαγής. Αλλά και όταν η ΠΑΙΔΕΙΑ που έλαβα ήταν ανεπαρκής, επειδή όχι μόνο δεν μου έδωσε πρότυπα, αλλά με έσπρωξε σε μια αγοραία συναλλαγή. Πόση αξία μπορεί να έχει η μεγάλη αυτή παραίνεση  του Daniel Bell, ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης και κρίσης αξιών, που βιώνουμε ως χώρα αλλά και ως Ευρώπη,  όπου η ανεργία πλήττει κυρίως τους νέους; Σ’  αυτό το πλαίσιο ποιά είναι η ευθύνη όλων μας: Πολιτείας, γονιών, δασκάλων, Εκκλησίας, πολιτικών ηγεσιών, εκπροσώπων του πολιτισμού;
Τελειώνω εδώ, αντιγράφοντας για επίλογο τις σκέψεις που μου έγραψε μια νέα συνεργάτις μου, στην οποία είπα και προσπάθησα ν’  αναλύσω το περιεχόμενο της  συμβουλής αυτής του Daniel Bell,  όπως άλλωστε και παλιότερα σε φοιτητές μου. Σ’ αυτήν, μάλιστα, την  έδωσα  τυπωμένη και  σε κορνίζα (!).Η Φαίη, λοιπόν,  μου έγραψε:
«..η γνώμη μου είναι γενικά ότι στην Ελλάδα του σήμερα αυτό που έχει αξία είναι αυτό το οποίο προβάλλουμε ως εικόνα για τον εαυτό μας να ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στην πραγματικότητα. Τότε μόνο είμαστε αυθεντικοί και αληθινοί προς τον εαυτό μας και τα πιστεύω μας. Τότε μόνο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δε χάσαμε πολύτιμο χρόνο στη ζωή μας και καταφέραμε να προσεγγίσουμε την “αυτοπραγμάτωση” με την έννοια της επιτυχίας ως μοχλού αμφίδρομης κοινωνικής αλληλεγγύης και ουσιαστικής προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο.»
Η κ. Νίκη Καλτσόγια-Τουρναβίτη είναι ομότιμη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου.
Για την protovuliadialogou / Athens-Brussels-New York,  Thomas Chouri.

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια