Ο Aντών Κάλτσεφ, η Οχράνα και η σφαγή της Κλεισούρας

Ο Άντον Κάλτσεφ (Ζούζελστι, σημερινό Σπήλαια Καστοριάς, 1910 – Θεσσαλονίκη, 27 Αυγούστου 1948) ήταν βούλγαρος στρατιωτικός, ο οποίος έδρασε στην ελληνική Μακεδονία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως απεσταλμένος της βουλγαρικής κυβέρνησης με σκοπό την υποκίνηση του σλαβικού στοιχείου και την προσάρτησή της στη Βουλγαρία.

Ο Κάλτσεφ, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, πήγε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του έως τη Γ΄τάξη. Ο πατέρας του ήδη είχε μεταναστεύσει το 1912 και επρόκειτο ν΄ακολουθήσουν σύντομα και τα άλλα μέλη της οικογενείας, αλλά μεσολάβησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και αναβλήθηκε η αναχώρησή τους. Μετανάστευσε στη Βουλγαρία μετά την Συνθήκη του Νεϊγύ καθότι δεν δήλωσε στη δίκη του το πραγματικό έτος της μεταναστεύσεώς του. Το 1931, αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Σόφια, γράφτηκε στην Στρατιωτική Ακαδημία της Δρέσδης, όπου εφοίτησε έως το 1935 και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου μετά την απόκτηση του πτυχίου του προσλήφθηκε ως βοηθός. Το 1940 επέστρεψε στη Βουλγαρία και διορίσθηκε καθηγητής στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, όπου δίδαξε οικονομικά. Ύστερα από έξι μήνες εισήχθηκε και ο ίδιος στη σχολή και μετά από ολιγόμηνη εκπαίδευση ονομάστηκε έφεδρος ανθυπολοχαγός. Βουλγαρική Οχράνα Το 1941 στάλθηκε ως υπολοχαγός από τον Τσάρο της Βουλγαρίας Μπόρις Γ΄ στην κατεχόμενη από τις δυνάμεις του Άξονα Μακεδονία, όπου οργάνωσε την παραστρατιωτική οργάνωση Οχράνα (άμυνα), η οποία έδρασε κυρίως στις περιοχές Καστοριάς, Φλώρινας και Έδεσσας. Είναι επίσης ένας εκ των ιδρυτών της Βουλγαρικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, που χορηγούσε αθρόες υποτροφίες, στην οποία συμμετείχαν πρώην έλληνες πολίτες που έλαβαν βουλγαρική υπηκοότητα στην διάρκεια της Κατοχής. Με την οργάνωσή του ανέλαβε ένοπλη δράση με σκοπό την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.

Με την απελευθέρωση των Βαλκανίων από τους Γερμανούς, ο Κάλτσεφ καταφεύγει στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Στην συνέχεια επιστρέφει στην Γιουγκοσλαβία και συλλαμβάνεται από γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, οι οποίοι τον παρέδωσαν στον ΕΛΑΣ* ως συνεργάτη των κατακτητών της Ελλάδας. Ο ΕΛΑΣ στην συνέχεια μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας τον παρέδωσε με τη σειρά του στους Βρετανούς και τελικά περιήλθε στις ελληνικές Αρχές. Ο Κάλτσεφ μαζί με τον Ιταλό Λοχαγό Τζοβάνι Ραβάλι δικάσθηκε πρωτοδίκως στην Αθήνα το 1946 σε ισόβια και κλείσθηκε στις φυλακές Κερκύρας, απ΄όπου μετήχθη στη Θεσσαλονίκη το 1948 και δικάσθηκε από το Διαρκές Στρατοδικείο εκ νέου το Μάιο του ίδιου έτους για εγκλήματα πολέμου με βάση τη νομοθεσία περί δωσιλόγων (6η Συντακτική Πράξη του 1945).

Κυρήχθηκε ένοχος ηθικής αυτουργίας σε ομαδικούς φόνους, συλλλήψεις και εκτοπίσεις, εμπρησμούς καθώς και για την προσπάθεια εκριζώσεως του εθνικού φρονήματος και αλλοιώσεως της εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσμού της Μακεδονίας. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης τα ξημερώματα της 27ης Αυγούστου 1948.

Σφαγή της Κλεισούρας

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Άντον Κάλτσεφ, συμμετείχε στην θηριωδία στην κωμόπολη Κλεισούρα, γνωστή ως Σφαγή της Κλεισούρας μαζί με βουλγαρόφιλους άνδρες της γερμανικής πολιτοφυλακής. Στις 5 Απριλίου του 1944, ανταρτική ομάδα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επιτίθεται σε γερμανική φάλαγγα από φορτηγά αυτοκίνητα σκοτώνοντας δυο προπομπούς μοτοσικλετιστές. Αργότερα το απόγευμα, Γερμανοί στρατιώτες και άτομα της γερμανικής πολιτοφυλακής, συγκεντρώνουν τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες του χωρίου, που δεν είχαν καταφύγει στα γειτονικά βουνά, και σκοτώνουν επί τόπου τον άμαχο πληθυσμό ενώ έκαψαν πολλά σπίτια. Συνολικά εκτελέστηκαν 280 άνθρωποι.
Βικιπαίδεια

* Και έρχομαι τώρα σε μία αποκάλυψη που κάνει ο Σπύρος Κουζινόποουλος στο βιβλίο του “Τα Παρσκήνια του Μακεδονικού Ζητήματος” όπου περιγράφει τις μαρτυρίες των Ελασιτών αλλά και τις παρασπονδίες των Σκοπιανών σε ότι αφορά την παράδοση του. Ιδού μερικά αποσπάσματα…
Τον Κάλτσεφ, που με την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα διέφυγε στο γιουγκοσλαβικό έδαφος, για να συλλη­φθεί εκεί από παρτιζάνους, παρέλαβαν, για λογαριασμό του ΕΛΑΣ, για να τον μεταφέρουν πίσω στη χώρα μας, προκειμέ­νου να τιμωρηθεί για τις φρικιαστικές πράξεις του, από το Μο­ναστήρι (Μπίτολα), το κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ Νίκος Πλουμπίδης μαζί με τον άλλοτε πολιτικό επίτροπο του αρχη­γείου Σινιάτσικου και του 27ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, Βαγ­γέλη Υφαντή.

Ο Υφαντής, που γεννήθηκε στην Καστοριά, εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας) το 1927 και υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος στη δυτική Μακεδονία, περιγρά­φει και το παρασκήνιο που διαδραματίστηκε μέχρις ότου οι αρχές της αποκαλούμενης «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας Μα­κεδονίας», όπου βρισκόταν ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής, υ­ποχρεωθούν να τον παραδώσουν στους εκπροσώπους του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος για να δώσει λόγο των εγκλημάτων τα οποία διέπραξε στη δυτική Μακεδονία.

«Ήταν Νοέμβριος του 1944» μας έλεγε σε μαγνητοφωνημέ­νη συνομιλία το 1992, «όταν, κατά τη σύμπτυξη και την υπο­χώρηση των γερμανικών τμημάτων από τη δυτική Μακεδονία προς τη Γιουγκοσλαβία, έφυγαν μαζί τους και οι δύο Βούλγαροι αξιωματικοί Κάλτσεφ και Ντίμτσεφ, που οργάνωσαν και καθοδηγούσαν την Οχράνα.»Οι οργανώσεις οι δικές μας, που παρακολουθούσαν τις κινήσεις των κομιτατζήδικων δυνάμεων και κυρίως των αρ­χηγών της Οχράνα, αντιλήφθηκαν την αναχώρηση τους και τη μετακίνηση προς το γιουγκοσλαβικό έδαφος και ειδοποίη­σαν τους παρτιζάνους της γειτονικής χώρας, οι οποίοι, χωρίς πολλές αναζητήσεις, τους συνέλαβαν και τους έκλεισαν στη φυλακή του Μοναστηρίου, τη σημερινή Μπίτολα.
»Παίρνω εντολή λοιπόν εγώ από την Περιφερειακή Επι­τροπή Φλώρινας -την εντολή μού τη διαβίβασε ο γραμματέας της Κωστόπουλος- να πάω στο Μοναστήρι, ως εκπρόσωπος του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, και να φέρω πίσω τους δυο αρχικομιτατζήδες, ενώ μαζί μου ήρθε, ως εκπρόσωπος του Μακεδόνικου Γραφείου του ΚΚΕ, ο αξέχαστος Νίκος Πλουμπίδης.
»Πάμε λοιπόν στο Μοναστήρι, μας παίρνει το Περιφερεια­κό Γραφείο του λεγόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος “Μα­κεδονίας”, που στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί, και μας πάει στη φυλακή για να τους παραλάβουμε. Οι εντολές ήταν να τους φέρουμε πίσω στη Φλώρινα και από εκεί να τους προω­θήσουμε στη Θεσσαλονίκη, όπου θα τους παραλάμβανε ο διοι­κητής της Πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ Βενετσανόπουλος και ο γραμματέας του Μακεδόνικου Γραφείου του ΚΚΕ Λεωνίδας Στρίγκος, για να τους παραδώσουν στη συνέχεια επίσημα στη δικαιοσύνη.
»Την τελευταία όμως στιγμή, κι ενώ είχαν αρχίσει να συ­μπληρώνονται τα σχετικά πρωτόκολλα για την παραλαβή τους, δεν μας τους δίνουν. “Ήρθε, μας λένε, εντολή από τα Σκόπια, να τους κρατήσουμε εμείς, μια και είναι ‘Μακεδόνες’, και αρ­γότερα θα δούμε τι θα κάνουμε μαζί τους”.
«Αντιδράσαμε έντονα γι’ αυτήν την αναβολή, διαμαρτυ­ρηθήκαμε, ο Πλουμπίδης μάλιστα έστειλε από εκεί ενημέρω­ση στην ηγεσία του ΚΚΕ για την υπαναχώρηση αυτή, ενώ την ίδια στιγμή ασκούσαμε έντονες πιέσεις για να ανατρέψουμε την απόφαση των σκοπιανών Αρχών.
…………………………………………………………………….

»Κάποια στιγμή ήρθε και η απάντηση από την ηγεσία μας, μετά την ενημέρωση που είχε κάνει ο Πλουμπίδης, και μας δί­νουν εντολή να πάμε στα Σκόπια, στο αρχηγείο του ΚΚ “Μα­κεδονίας”, να τους πιέσουμε, ώστε οπωσδήποτε από εκεί να πάρουμε τη διαταγή για την παράδοση του Κάλτσεφ και του Ντίμτσεφ σ’ εμάς.
»Στο Μοναστήρι είχαμε φτάσει με ένα αυτοκίνητο που εί­χε μετρημένη τη βενζίνη και που μόλις που επαρκούσε για να επιστρέψουμε πίσω στη Φλώρινα. Αν λοιπόν πηγαίναμε στα Σκόπια με το δικό μας αυτοκίνητο, δε θα μπορούσαμε να επι στρέψουμε στην Ελλάδα. Χτυπήσαμε λοιπόν πόρτες δεξιά-αριστερά, τελικά βρήκαμε μια μοτοσικλέτα με καλάθι, την ανε­βήκαμε εγώ, ο Πλουμπίδης και φυσικά ο οδηγός της και να ‘μαστε στα Σκόπια.
»Οι αξιωματούχοι των Σκοπίων, τους οποίους συναντήσα­με, μας έκαναν στην αρχή τους δύσκολους, παρόλο που, όπως καταλάβαμε, είχε στείλει ραδιογράφημα για το θέμα αυτό η η­γεσία του ΚΚΕ με τον ασύρματο στο αρχηγείο του Τίτο, και α­πό εκεί στη συνέχεια ειδοποίησαν τα Σκόπια. Τελικά όμως, με τα πολλά και ύστερα από πολύωρες συζητήσεις και πιέσεις δικές μας, αλλά και την κατηγορηματική μας δήλωση ότι δεν πρόκειται να φύγουμε, εάν δεν μας παραδοθούν οι δύο ε­γκληματίες, συγκατατέθηκαν.

»’Ετσι λοιπόν παραλάβαμε τους δύο αρχικομιτατζήδες και άγρια μεσάνυχτα τους φέραμε πίσω στη Φλώρινα. Είχαμε λά­βει συνωμοτικά μέτρα για να μην τους αντιληφθεί ο κόσμος, οπότε και θα τους λιντσάριζε μέσα στα χέρια μας. Τόση ήταν η λαϊκή οργή για τις αγριότητες που είχαν διαπράξει.


http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.gr/
Κοινοποίηση
recurring
Σας αρέσει το OlaDeka?
Κάντε μας like στο Facebook!
Κλείσιμο
Ola Deka Kastoria