Έρευνα ΣΕΒ: Ο Λοβέρδος «σκοτώνει» τη βιομηχανία φαρμάκου χωρίς λόγο!

Αρχική » Διάφορα » Έρευνα ΣΕΒ: Ο Λοβέρδος «σκοτώνει» τη βιομηχανία φαρμάκου χωρίς λόγο!

Ακραίες μειώσεις τιμών στην πλειονότητα των φαρμάκων που κυκλοφορούν στην χώρα μας, επιφέρει η μέθοδος τιμοδότησης που ισχύει στην Ελλάδα, με βάση τις 3 χαμηλότερες τιμές πώλησης του
φαρμάκου στην Ευρωπαϊκή Ένωση . Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ειδική μελέτη που εκπονήθηκε από τον ΣΕΒ και στην οποία επισημαίνεται ότι αποτέλεσμα της προβληματικής μεθόδου τιμολόγησης, είναι να μην λαμβάνεται υπόψη η διαφοροποίηση σημαντικών μακροοικονομικών παραμέτρων, όπως το ύψος του ΑΕΠ, το προφίλ υγείας, οι νομισματικές ισοτιμίες, κτλ. Ενδεικτικά αναφέρεται στην έκθεση , ότι στις χώρες που περιλαμβάνονται στο δείγμα για την τιμοδότηση των φαρμάκων στην Ελλάδα είναι μεταξύ άλλων οι Βουλγαρία, Ρουμανία, Πολωνία και Ουγγαρία, που έχουν το 40% του ΑΕΠ και του εργατικού κόστους της Ελλάδας.

Μελέτη του ΟΠΑ ανέδειξε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντική απόκλιση (περίπου 15%) από τη μέση τιμή φαρμάκου στην ΕΕ, αναλογικά με το ΑΕΠ. Τα παραπάνω σε συνάρτηση με τη μικρή συμμετοχή του φαρμάκου στις συνολικές δαπάνες υγείας (20% ανώτατο όριο σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΣΦΕΕ) αποτελούν ένδειξη ότι ο υφιστάμενος τρόπος υπολογισμού της τιμής των φαρμάκων, πλήττει τις επιχειρήσεις
χωρίς να επιφέρει ουσιαστική μείωση στις συνολικές δαπάνες υγείας.

Η υφιστάμενη μέθοδος τιμοδότησης δε φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα των δικτύων διανομής των φαρμάκων στις υπο-εξέταση χώρες (π.χ. έλλειψη χονδρέμπορων), με αποτέλεσμα ο υπολογισμός της ex-factory τιμής να μην είναι αντιπροσωπευτικός, σε αρκετές περιπτώσεις, για το σύστημα διανομής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δημιουργεί σημαντικό διαχειριστικό κόστος για τις επιχειρήσεις, καθώς διατηρούν σημαντικούς διοικητικούς πόρους για την τεκμηρίωση των ex-factory τιμών και την επικοινωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΓΓΕ.

Σημειώνεται ότι τα τιμολόγια των εταιριών για φάρμακα που πωλούνται σε δημόσιους φορείς του εξωτερικού, δεν γίνονται δεκτά για να αποτελέσουν βάση για τον υπολογισμό της ex-factory τιμής για την Ελλάδα, εκτός από ειδικές περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη διευκρινήσεων. Δεδομένου ότι οι εταιρείες είναι υποχρεωμένες να αναγράφουν τη λιανική τιμή πώλησης του φαρμάκου στη συσκευασία, η συχνή αλλαγή τιμών εγκυμονεί
κινδύνους αποτύπωσης λανθασμένης τιμής στη συσκευασία από το εργοστάσιοm παραγωγής, γεγονός που αποτελεί απρόβλεπτο κόστος για την επιχείρηση(συνήθως μη ανακτήσιμο).

Αποσπασματική εφαρμογή πολιτικών τιμοδότησης των φαρμάκων

Η αύξηση του ελλείμματος του κλάδου υγείας στην Ελλάδα, οδήγησε στην εφαρμογή παρεμβάσεων οριζόντιας μείωσης των τιμών πώλησης των φαρμάκων κατά περίπου 23% το Μάιο του 2010 με αποτέλεσμα την απότομη μείωση των εσόδων των φαρμακευτικών επιχειρήσεων.

Τα παραπάνω αποτελούν πρακτικές οι οποίες θα πρέπει να επαναξιολογηθούν αναφορικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, συνυπολογίζοντας τα συνολικά οφέλη στην δημοσιονομική προσαρμογή (π.χ. απόσυρση φαρμάκων και αντικατάστασή με άλλα ακριβότερα, προκλητή συνταγογράφηση), την επίδραση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων στο ΑΕΠ, αλλά και τις επιπτώσεις στην ελληνική βιομηχανία, η οποία έχει αναλογικά απορροφήσει την μεγαλύτερη μείωση εσόδων (27% για ουσιωδώς όμοια φάρμακα) στον φαρμακευτικό κλάδο.

Επίσης, βάσει νομοθεσίας, υπάρχει η υποχρέωση για την έκδοση τουλάχιστον πέντε Δελτίων Τιμών για νέα φάρμακα ανά έτος, η οποία δε φαίνεται να ακολουθείται, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον καθυστερήσεις στις εταιρίες για την είσοδο νέων φαρμάκων στην αγορά.

Επίσης, δεδομένου ότι τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ (Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα ) δεν αποζημιώνονται και δεν απασχολούν δημόσια κεφάλαια, δεν υφίσταται πλέον λόγος αγορανομικού ελέγχου αυτών.
Επίσης, η εξακρίβωση και η επαλήθευση των τιμών τους στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης είναι αρκετά δύσκολη καθώς σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ΜΗΣΥΦΑ πωλούνται με τιμές που καθορίζονται ελεύθερα από τον παρασκευαστή.

Ασταθές νομικό πλαίσιο που δε στηρίζει την ανάπτυξη

Αν και οι φαρμακευτικές εταιρίες επενδύουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κλάδο στην έρευνα (19,3% των συνολικών επενδύσεων σε R&D το 2007,
Ευρωπαϊκή Κοινότητα), οι ελληνικές φαρμακευτικές εταιρίες υπολείπονται αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (Ελλάδα: 84 εκ €, μόλις 0,3% των συνολικών επενδύσεων στην ΕΕ το 2008).

Η αβεβαιότητα των πολιτικών επιλογών αναφορικά με την τιμή του φαρμάκου και τη διαχείριση της ζήτησης των ουσιωδώς ομοίων φαρμάκων, η έλλειψη κινήτρων (π.χ. φορολογικές απαλλαγές για την έρευνα & ανάπτυξη) από την πολιτεία για την στήριξη της εγχώριας παραγωγής, αλλά και η αδυναμία ουσιαστικής υποστήριξης από την πλευρά του ΕΟΦ, συρρικνώνουν σταθερά τις παραγωγικές δραστηριότητες
στην Ελλάδα, με σημαντικό αντίκτυπο στην απασχόληση.

Επιπλέον, παρατηρείται ότι τα τελευταία χρόνια το θεσμικό πλαίσιο του κλάδου είναι ιδιαίτερα ρευστό (π.χ. λίστα φαρμάκων, σύστημα τιμολόγησης κ.ά.) με συνέπεια να δυσχεραίνεται ο προγραμματισμός και η στρατηγική ανάπτυξης κυρίως των παραγωγικών επιχειρήσεων, οι οποίες αδυνατούν να δείξουν ευελιξία και άμεση προσαρμοστικότητα.

του Γιάννη Τριήρη

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια