Η αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης, την οποία ανακοίνωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, κινδυνεύει να αποδειχθεί ανεπαρκής μπροστά στη νέα επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά από την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Παρά την πρόσθετη κρατική στήριξη, το όφελος για τους δικαιούχους ενδέχεται να εξανεμιστεί σε μεγάλο βαθμό από το αυξημένο κόστος του πετρελαίου θέρμανσης, με αποτέλεσμα οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί να βρεθούν και πάλι υπό πίεση.
Η πραγματική αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων θα εξαρτηθεί από το ύψος της επιδότησης στην αντλία. Τις λεπτομέρειες των δύο μέτρων αναμένεται να παρουσιάσουν σήμερα ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς.
Με βάση τις καταβολές της προηγούμενης χειμερινής περιόδου, η συνολική δαπάνη για το επίδομα θέρμανσης θα μπορούσε να αυξηθεί από τα 173,26 εκατ. ευρώ στα 225,24 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 52 εκατ. ευρώ.
Το βασικό ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσα επιπλέον χρήματα θα διαθέσει το Δημόσιο, αλλά πόσο από το αυξημένο κόστος θέρμανσης θα καταφέρουν να καλύψουν οι ενισχύσεις. Και σε αυτό το πεδίο, η σύγκριση των ποσών αναδεικνύει τα όρια της κυβερνητικής παρέμβασης.
Επιβάρυνση 470 ευρώ το χρόνο
Εάν η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης διαμορφωθεί φέτος στα 1,57 ευρώ το λίτρο, έναντι 1,10 ευρώ πέρυσι, η ανατίμηση θα φτάσει το 42,7%, ξεπερνώντας αισθητά την αύξηση του επιδόματος. Στην περίπτωση αυτή, ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 1.000 λίτρα θα χρειαστεί 1.570 ευρώ για να καλύψει τις ανάγκες του, αντί 1.100 ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Η πρόσθετη επιβάρυνση θα ανέλθει έτσι στα 470 ευρώ, πριν από τις κρατικές ενισχύσεις.
Απέναντι σε αυτή την αύξηση, η ενίσχυση του επιδόματος κατά 30% δεν αρκεί, από μόνη της, για να καλύψει τη διαφορά. Ένα νοικοκυριό που πέρυσι έλαβε 300 ευρώ θα μπορούσε φέτος να εισπράξει 390 ευρώ, δηλαδή μόλις 90 ευρώ περισσότερα. Με την ίδια κατανάλωση πετρελαίου, το πρόσθετο επίδομα θα αντιστάθμιζε λιγότερο από το ένα πέμπτο της ανατίμησης, αφήνοντας 380 ευρώ επιπλέον επιβάρυνση.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για τους δικαιούχους υψηλότερων ποσών. Ένα νοικοκυριό που την προηγούμενη περίοδο έλαβε 500 ευρώ θα μπορούσε, μετά την αύξηση, να εισπράξει 650 ευρώ. Ωστόσο, τα επιπλέον 150 ευρώ θα κάλυπταν λιγότερο από το ένα τρίτο της αύξησης στο κόστος αγοράς 1.000 λίτρων πετρελαίου, αφήνοντας ακάλυπτη διαφορά 320 ευρώ.
Κατά τη χειμερινή περίοδο 2025-2026, το επίδομα θέρμανσης κυμαινόταν από 100 έως 800 ευρώ, ενώ σε περιοχές με ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες μπορούσε να φτάσει τα 1.200 ευρώ. Εφόσον η αύξηση κατά 30% εφαρμοστεί αναλογικά στην περσινή κλίμακα, το κατώτατο ποσό θα διαμορφωθεί στα 130 ευρώ, το βασικό ανώτατο στα 1.040 ευρώ, ενώ στις ψυχρότερες περιοχές η ενίσχυση θα μπορούσε να φτάσει τα 1.560 ευρώ. Τα ποσά αυτά παραμένουν ενδεικτικά μέχρι την επίσημη εξειδίκευση του μέτρου.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν περιορίζεται στο ύψος του επιδόματος, αλλά στη διαφορά ανάμεσα στην κρατική ενίσχυση και στην πραγματική δαπάνη που καλούνται να αναλάβουν τα νοικοκυριά.









