Το αγριολούλουδο (Γράφειο ο Σπύρος Νίτσας)

Αρχική » Δυτική Μακεδονία » Καστοριά » Το αγριολούλουδο (Γράφειο ο Σπύρος Νίτσας)

Κοντά στο παλιό γήπεδο της Καστοριάς μια σκοτεινή νύχτα χωρίς φεγγάρι, έγινε κάτι συγκλονιστικό. Ψιλόβρεχε δάκρυα η γης όλη νύχτα πάνω στο καλντερίμι. Μια κυνηγημένη μάνα έτρεχε να γλιτώσει την ζωή του μωρού της. Με έναν κόμπο στον λαιμό άφησε μέσα σε ένα ξεχασμένο πολυβολείο το νεογέννητο μωρό της τυλιγμένο στα σπάργανα. Μετά από αυτήν την αδέξια πράξη θυμήθηκε πως πρέπει να γράψει το όνομα του αν δεν ξαναγύριζε. Έψαξε για κάποιο κάρβουνο μα δεν βρήκε τίποτε. Τότε έκοψε λίγο τον καρπό του χεριού της και με το αίμα της σημείωσε στον τοίχο το όνομα του μικρού «Εξάγγελος». Μετά έγινε ένα με την νύχτα και την κατάπιε το μαύρο σκοτάδι σαν σκιά.

Το μωρό πεινούσε και γουργούριζαν τα έντερα του. Τέντωνε τις μικρές πατούσες του από το ζόρι και κουνούσε απελπισμένο και τρομαγμένο τα χεράκια από το κρύο σαν κλαδάκια σε άνεμο. Εκεί μέσα στο πολυβολείο βρέθηκε και ένα τρομαγμένο σκυλάκι. Και εκείνο δεν ήξερε τι να κάνει με αυτό το πλάσμα που δεν ήταν του σιναφιού του. Τον κοίταξε λίγο παραξενεμένο γεμάτο αμφιβολία που δεν είχε ουρά και τέσσερα πόδια και μετάνιωσε που ανέλαβε την φύλαξή του από τους εχθρούς.. Ξάπλωσε δίπλα του κοντανασαίνοντας με την γλώσσα έξω. Ήθελε να το προφυλάξει από το σφοδρό κρύο και να το ζεστάνει με το τριχωτό μαλλί του όσο μπορούσε καλύτερα. Τότε πήρε την έκφραση του κακού στο πρόσωπο   για να τρομάξει τους εχθρούς. Δίπλα από το πολυβολείο έμενε σε ένα στενό κλουβί από λάσπη μια γριά ολομόναχη. Την φώναζαν Πασή. Το μολυβένιο της πρόσωπο ήταν αναιμικό γεμάτο ρυτίδες και ζάρες μύριζε αλκοόλ. Κάθε βράδυ τα έσπαζε και χόρευε στα ψαράδικα πάνω στα τραπέζια με το τραγούδι «Σήκω χόρεψε κουκλί μου να σε δω να σε χαρώ…» με κάποιον Παναγή που ήταν μερακλής στον χορό και λάτρης στις όμορφες γυναίκες.

Μα η καημένη όλο έβηχε ασταμάτητα από τον τσιγαρόβηχα. Και της έλεγαν να κόψει το κάπνισμα μα εκείνη επέμενε. Πάντα γινόταν το δικό της να καπνίζει πάφ – πουφ σαν φουγάρο ποταμόπλοιου γιατί ήθελε να πεθάνει.. Μπήκε απρόσμενα στο πολυβολείο που το είχε για κουζίνα. Άκουσε το κλάμα ενός μωρού και ανασκίρτησε. Μετά φτερούγισε η καρδιά της σαν αγριοπερίστερο όταν πετάει απότομα. Χρόνια είχε να ακούσει το γνωστό κλάμα ενός μωρού από την εποχή που έχασε το δικό της στα πεζοδρόμια του Πειραιά. Τότε έτρεφε φιλόδοξα όνειρα να γίνει κάποια. Μα πήρε λάθος δρόμο και βρέθηκε στην άλλη άκρη του κόσμου στην Καστοριά.

Στην αρχή νόμισε πως παράκουσε, το πάθαινε τώρα στο τέλος πως ήταν μόνο ένας παροξυσμός. Μετά έκλεγε ο αέρας κάθε βράδυ σαν μικρό παιδί που κλειδώθηκε απέξω και τώρα προσπαθεί να μπει μέσα σαν κλέφτης από τις χαραμάδες. Δίπλα στο παράπηγμα του πολυβολείου είχε φυτρώσει πρόωρα ένα μικρό βελουδοκίτρινο αγριολούλουδο χωρίς ανθό. Κανένας δεν γνώριζε το όνομα του μα σκόρπιζε μια δριμύτατη μυρουδιά από κανέλα μοσκοκάρφια και λιβάνι. Η Πασή το πρόσεχε μα δεν έλεγε κουβέντα σε κανέναν. Είδε στον τοίχο να γράφει ένα όνομα με μελάνι από αίμα και τρόμαξε, «Εξάγγελος».

Το μωρό μεγάλωνε μέρα με τη μέρα και ο ήλιος το ζέσταινε με τις ακτίνες του. Μια αδέσποτη κατσίκα που άρμεγε η Πασή, το τάιζε με το γάλα της να καρδαμώσει και να μεγαλώσει. Τότε ο καλός Θεός από ψηλά το φύσηξε με την αναπνοή του και του έδωσε ψυχή σαν απαραίτητο όπλα να αντιμετωπίσει την ζωή. Του χάρισε μυαλό χαρά κλάμα και θλίψη. Το σχέδιο του πήγαινε περίφημα να στείλει έναν Δούρειο Ίππο στον κόσμο να δει τις αντιδράσεις τους.

«Πάρε του λέει φιλόστοργα το δώρο της ζωής σου άλλωστε το δικαιούσαι, και να γίνεις ένας καλός και δίκαιος άνθρωπος.

Γιατί αν πάρεις τον λάθος δρόμο και μονοπάτι τότε μην περιμένεις από κανέναν βοήθεια».

Το παιδάκι φύτρωσε από το πουθενά και μεγάλωνε σε ένα πολυβολείο που όλο έσταζε δάκρυα βροχής. Μα ο πιτσιρικάς σκόνταψε στην πρώτη πέτρα που συνάντησε μπροστά. Τον φώναζαν αλητάκο γιατί ήταν μουντζουρωμένος και πάντα άπλυτος σαν αρουραίος.

Κάθε πρωί που κοιμόταν η Πασή, εκείνος άκουγε τα πουλάκια να κελαηδούν και τον έπιανε μια άδολη χαρά. Η όμορφη θέα του νέου κόσμου τον μεθούσε και βιαζόταν να μεγαλώσει. Του φάνηκε πως όλα είναι απλωμένα και έτοιμα μπροστά του να τον περιμένουν. Δεν είχε παρά να απλώσει τα χεράκια του και να τα χαρεί. Αφομοίωσε και απέκτησε ανθρώπινη φωνή και συνείδηση και μπήκε αμέσως ο ρόλος του ανθρώπου στο πετσί του. Μα μετάνιωσε γρήγορα όπως το παθαίνουν πάντα οι άνθρωποι γιατί το έχει στην φύση τους.

«Κρίμα λέει βιάστηκα που δεν ζήτησε από τον Θεό να γινόταν τουλάχιστον ένα χαριτωμένο πουλάκι. Να μου είχε κολλημένα φτερά στις πλάτες μου και να πετάω πάνω από την Καστοριά. Να θαυμάσω την λίμνη τους κύκνους τις γκουστάγκες και μακριά εκεί που φιλάει ο ορίζοντας την γη να νοιώσει λεύτερος στον αέρα. Να γυροφέρνει και να κοιτάει τον κόσμο από τα ψηλά χωρίς να τυραννιέται. Έτσι μόνο δεν θα κινδύνευε από τους μοχθηρούς ανθρώπους που δεν τον συμπαθούν επειδή είναι βρόμικος. Εκείνοι που κάνουν διαρκώς πολέμους και σκοτώνονται για το τίποτε. Που με το παραμικρό δαγκώνει ο ένας το αυτί του αλλουνού και σκοτώνονται για μια γυναίκα. Να την βράσω εγώ τέτοια ζωή, δεν την αγαπάω δεν γίνομαι φίλος, σας την χαρίζω. Μα το ξέρει καλά πως δεν γίνετε αυτό. Έτσι το αγριολούλουδο έγινε ένα ολομόναχο παιδάκι μόλις απόκτησε όλα αυτά τα ανθρώπινα προσόντα. Ήταν μικρός αδύνατος και ορφανός. Φορούσε πάντα το κοντό και χιλιομπαλωμένο σουλτούκι. Οι αγκώνες του διπλομπαλωμένοι με ανοιχτοβελονιά όπως – όπως από την γριά Πασή.

«Είχα φορτωθεί τόσα βάσανα στην ζωή μονολογούσε εκείνη. Τώρα ήρθες και εσύ να προστεθείς στις πλάτες μου για να μην τον πικράνει. Μα ο μικρός αλητάκος δεν την καταλάβαινε».

Κάποια στιγμή ο μικρός ένοιωσε ένα ζεστό κύμα στο πρόσωπο του. Κατάλαβε πως δεν τον αγαπούσε κανένας. Ήταν ένα παιδάκι χωρίς στοργή που είχε μόνο όνομα χωρίς επίθετο και παραξενευόταν. Πέρασαν και τη δεύτερη ημέρα νηστικοί μαζί με το σκυλάκι που του έγινε απαραίτητο για συμπαράσταση. Το σκυλάκι γνώριζε τι σημαίνει μοναξιά γιατί ήταν άστεγος αλήτης και εκείνο. Το σπίτι του πέρα στο παλιό γήπεδο ήταν το ξεχασμένο πολυβολείο του κάποιου πολέμου. Δεν θυμάται πως βρέθηκε εκεί. Όταν ένοιωσε τον κόσμο τους ανθρώπους γύρο του όλο πονούσε και ζητιάνευε λίγο ψωμί από τους περαστικούς που ήταν όλοι τους καχύποπτοι και σφιγμένοι.

«Τι μας λες τώρα και εσύ, έλεγαν και ξανάλεγαν με πείσμα οι περαστικοί. Ας τον ταΐσει η μάνα του, και να μην γεννοβολάει συνέχεια σαν κουνέλα τούτο τον αναθεματισμένο καιρό. Εμείς δεν μπορούμε να θρέψουμε τα δικά μας παιδιά που περπατάνε ξυπόλυτα χωρίς παπούτσια μέσα στα αγκάθια. Ας βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη του και κανένας παραλής».

«Ναι, μα εκείνοι δεν βλέπουν την ημέρα και εκεί σκάλωνε το όλο κακό. Έχουν άλλες βλέψεις και φιλοσοφία για την ζωή. Διότι την νύχτα γλεντούν στα κέντρα διασκεδάσεως στις χαρτοπαιχτικές λέσχες. Όσο για κάτι τέτοια ούτε δεκάρα δεν δίνουν και κυρίως για τους μικροαστούς. Αυτούς τους προσέχει ο Θεός έλεγαν. Μα όλοι οι άνθρωποι μικροί θεοί είναι σήμερα». Εκείνοι φίλε έχουν άλλα ποιο σημαντικά πράγματα να κάνουν. Πόσα κέρδισαν πόσα έδωσε στον δείνα, πόσα ξόδεψε για κολόνια στο καζίνο στην ρουλέτα για πούρα. Τώρα κάτι μας είπες και εσύ. Τι, για νέο μας το λες; Να ενδιαφερθεί κάποιος για έναν κακόμοιρο του δρόμου; Τις προάλλες μια αξιοπρεπής κυρία που έλαμπε το ακριβό εκρού φουστάνι της πέρασε δίπλα στο αλητάκι. Έσερνε μαζί της και ένα άσπρο σκυλάκι «κανίς» δεμένο με μια χρυσή αλυσίδα. Κατά λάθος το σκυλάκι ακούμπησε το αλητάκι. Τότε η κυρία μάλωσε το άτακτο σκυλάκι και το έσυρε βίαια που έκανε ένα τόσο φρικτό λάθος.

Εκείνος ο αλητάκος ήταν ο μικρός Εξάγγελος που μεγάλωνε σε ένα πολυβολείο που έσταζε νερό από το ταβάνι όταν έβρεχε και σε θόλωνε η γκρίνια του ανέμου. Όταν ζούσε η Πασή είχε βρει την σωστή λύση με δυο κράνη να στάζει το νερό μέσα. Μετά από λίγο καιρό συνειδητοποίησα πως με φώναζε Εξάγγελο η Πασή. Μα δεν πρόλαβα να την ρωτήσει γιατί με φωνάζουν έτσι. Καθώς ένα πρωί   δυο υπάλληλοι του δήμου της Καστοριάς ήρθαν με ένα φορτηγό και πήραν την Πασή πεθαμένη και τυλιγμένη σε μια γιάμπολη. Όταν σε βρει ένα κακό λένε περίμενε και άλλο λένε. Μα τώρα για κακή μου τύχη πέθανε και το σκυλάκι που ήταν φύλακας και άγγελος μου.

Ο μικρός Εξάγγελος δεν γνώριζε τίποτε για θάνατο μα ένοιωθε μόνο την πείνα. Την επομένη στεκόταν πάνω στο πολυβολείο πλαισιωμένος από τα μυστήρια αγριολούλουδα που έμοιαζαν το Έντελ Βάϊς και που φύτρωναν κάθε τρεις και λίγο και μεγάλωναν με   σάρκες ανθρώπων. Είχε κλάψει από νωρίς και τα δάκρυα αποτυπώθηκαν στα μάγουλα του. Τότε πέρασε καβάλα σε ένα σταχτί άλογο ένας υπίατρος που υπηρετούσε στο στρατόπεδο που ζύμωναν τις κουραμάνες στην Χλόη. Ο αξιωματικός μόλις τον είδε κατέβηκε από το άλογο και τον ανέβασε στα καπούλια του αλόγου. Με ένα σάλτο ανέβηκε και εκείνος και δάκρυσε χωρίς να τον αντιληφθώ και γίνει ρεζίλι.

Κατέβηκαν από το άλογο στο στρατόπεδο. Του χάιδεψε λίγο τα ακατάστατο κεφάλι και τον τάισε κουραμάνα και τυρί να καρδαμώσει.

«Μην φοβάσαι του λέει ήρεμα. Από εδώ και μπρος θα έχεις κάποιον να σε φροντίζει και αυτός θα είναι ο Ελληνικός στρατός. Και το όνομα σου θα είναι Ζεμένης Εξάγγελος.

Έκτοτε τον ανέλαβε ο στρατός τον μεγάλωσαν όπου έγινε αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Το πολυβολείο όμως υπάρχει ακόμη κοντά στο παλιό γήπεδο της Καστοριάς.

Τέλος

Πηγή

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια