Χρειάζονται παράλληλα συστήματα υγείας εν μέσω COVID-19; Ασθενείς αμελούνται αλλά και φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια λόγω της πανδημίας

Του Αθανάσιου Τσαγκαδούρα

Αρχική » Απόψεις » Χρειάζονται παράλληλα συστήματα υγείας εν μέσω COVID-19; Ασθενείς αμελούνται αλλά και φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια λόγω της πανδημίας

Οι μέρες έχουν περάσει, και συνεχίζουν να περνούν, με τον κορωνοϊό να επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα τις ζωές όλων μας. Τα γεγονότα τρέχουν, με τα νέα δεδομένα για τον COVID-19, και για το πως επιδρά αρνητικά στην υγεία αυτών που νοσούν εξ αιτίας αυτού, να πλημμυρίζουν τα ΜΜΕ.

Βέβαια , υπάρχουν κάποιες πληθυσμιακές ομάδες που, προφανώς, περνάνε πιο δύσκολα την έκρυθμη κατάσταση που βιώνει ο πλανήτης παγκοσμίως. Ίσως, αρκετοί από εμάς να αμελούν το ότι εκτός του COVID-19 συνεχίζει να επικρατεί η εμφάνιση άλλων σοβαρών νοσημάτων που, πριν δείξει ο κορωνοϊός τα «γαμψά του δόντια», αποτελούσαν καίρια ζητήματα υγείας στα νοσοκομεία της χώρας.

Προβλήματα υγείας όπως οι παθήσεις του καρδιαναπνευστικού συστήματος, ο καρκίνος, ή ακόμη ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο πλήττουν μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα πολίτων της χώρας. Για αυτό, επί του παρόντος άρθρου, θα επικεντρωθούμε σε αυτά τα τρία προβλήματα υγείας – μιας και είναι τα πιο επικρατέστερα στη χώρα – ώστε να υπάρχει ένα σημείο αναφοράς για την διάσταση που δύναται να πάρει ένα τέτοιο θέμα εάν και εφόσον επεκταθεί ο αριθμός των νοσημάτων και ζητημάτων υγείας που μπορούν να συμπεριληφθούν.

Ένα από τα σημαντικά ερωτήματα που προκύπτει είναι εάν τα άτομα εκείνα που φέρουν στην πλάτη τους ένα τόσο μεγάλο φορτίο, μιας πάθησης που μπορεί να είναι χρόνια και με σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα τους, διακατέχονται από φόβο να λάβουν υγειονομική φροντίδα και θεραπεία εν μέσω της κρίσης του κορωνοϊού. Ο φόβος, όπως μπορεί μάλλον εύκολα να γίνει αντιληπτό, προέρχεται από την οικειοθελή άρνηση των ασθενών να προσέλθουν στις κατά τόπους νοσοκομειακές μονάδες υγείας και περίθαλψης, ενόσω ο κορωνοϊός «καραδοκεί» σε μία γωνία του νοσοκομείου ή πιο συγκεκριμένα της μονάδας που θα τους υποδεχτεί. Το ρίσκο, φαίνεται, είναι πολύ μεγάλο για να παρθεί ακόμη και εάν αυτό επιφέρει αυτόματα – σε ύστερο χρόνο – άλλες επιπτώσεις.

Αυτό έχει ως συνέπεια, λόγω του κορωνοϊού, αυτοί οι ασθενείς – εθελούσια βέβαια – να μην δέχονται την κατάλληλη θεραπεία, έτσι ώστε να χάνεται πολύτιμος χρόνος που θα μπορούσε έγκαιρα να δώσει «ανάσες ζωής» σε αυτούς και στα συμπτώματα που τους καταπονούν.

Όμως, πως μπορεί να πειστεί ένας ασθενής που πάσχει από καρκίνο να προσέλθει για την προδιαγεγραμμένη χημειοθεραπεία που πρέπει να κάνει για να αποδιώξει αυτήν την τόσο «τρομερή» και «τρομακτική» για πολλούς ασθένεια που κουβαλάει; Μιας και οι ασθενείς με καρκίνο βιώνουν μια αναμφισβήτητα έντονη εμπειρία ζωής, με καταπόνηση και δυσκολίες και πολλές φορές φριχτούς πόνους, συνάμα δεν πρέπει να αφήνετε στο περιθώριο το εξής: Πως είτε λόγο του καρκίνου αυτού καθ’ αυτού είτε λόγο της χημειοθεραπείας, οι καρκινοπαθείς συνήθως χαρακτηρίζονται ως ανοσοκατασταλμένοι, δηλαδή παρουσιάζουν ανοσολογική ανεπάρκεια. Αυτό σημαίνει πως είναι επιρρεπής σε λοιμώξεις, που μετέπειτα καταπολεμούνται με ακόμη περισσότερη προσπάθεια και χρόνο από ότι θα ξεπερνούσε – για παράδειγμα μία απλή εποχική γρίπη – ένα μέσο υγιές άτομο. Ας αναλογιστούμε, τι θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση που προσβαλλόταν από κορωνοϊό ένα τέτοιο άτομο. Νομίζω κανείς δεν θα ήθελε να έχει μια τέτοια τύχη.

Το ίδιο μπορεί, εξίσου, να ειπωθεί και για τους ανθρώπους που προανέφερα, δηλαδή τους πάσχοντες από παθήσεις του καρδιαναπνευστικού συστήματος, και εκείνους που χρίζουν βοηθείας μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν και άνθρωποι πληθώρας άλλων ασθενειών που έχουν παρόμοιο φαινότυπο, και που διστάζουν να λάβουν κατάλληλη φροντίδα και θεραπεία εν μέσω της κρίσης του COVID-19.

Πάραυτα, ένα άλλο θέμα που μπορεί να ανακύψει είναι η καθυστερημένη διάγνωση σοβαρών νοσημάτων. Πέραν των ήδη υπάρχοντών ασθενών ανά την χώρα, δεν πρέπει να αφήνεται απαρατήρητο το γεγονός πως συνάνθρωποι μας συνεχίζουν να εμφανίζουν ασθένειες και να χρειάζονται άμεσα νοσηλεία ή θεραπεία. Η παρούσα κατάσταση, που επικρατεί, επίταξε ολόκληρα τμήματα των δημόσιων μονάδων υγείας και περίθαλψης της χώρας – σε όλους τους νομούς – με σκοπό να είναι προετοιμασμένα αυτά σε περίπτωση που έχουμε έξαρση και έτσι μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων.

Ο καθένας μας θα έλεγε πως αυτό είναι ένα πολύ σωστό προληπτικό μέτρο, το οποίο μας καθιστά προετοιμασμένους για πάν ενδεχόμενο.
Όμως, ταυτόχρονα, μπορούμε να υποθέσουμε πως άλλα τμήματα των νοσοκομείων της χώρας υπόκεινται σε μειώσεις προσωπικού, και επιπλέον πως υπολειτουργούν. Οι μειώσεις προσωπικού, κυρίως, συμβαίνουν όχι γιατί απολύονται οι νοσοκομειακοί εργαζόμενοι, αλλά γιατί ανακατατάσσονται σε άλλα τμήματα, με αποτέλεσμα η επάνδρωση αυτών των τμημάτων με νέο προσωπικό να παραλείπεται.

Έτσι, πέραν του φόβου που μπορεί να έχουν οι μη διαγνωσμένοι ασθενείς να ζητήσουν βοήθεια ( λόγω του κορωνοϊού ), έρχεται να προστεθεί το ότι δεν υπάρχει άμεσα προσωπικό να τους εξετάσει και περιθάλψει. Πόσο μάλλον σημαντικά χειρουργεία για χιλιάδες ασθενείς που είχαν προγραμματιστεί και τώρα ανακαλούνται ή μετατίθενται σε ύστερο χρόνο. Όμως, ο χρόνος είναι «ζωή» σε τέτοιες περιπτώσεις, και κάθε μη έγκαιρα και έγκυρα διαγνωσμένο νόσημα ασθενούς δεν οδηγεί ποτέ σε καλό.

Ως παράδειγμα θα παραθέσω το Ηνωμένο Βασίλειο, μιας και το ίδιο σαν χώρα είναι γνωστό για την «μανία» που το κατέχει να διατηρεί στατιστικά στοιχεία, για τα πάντα σχεδόν που συμβαίνουν στη χώρα. Συγκεκριμένα τα στοιχεία που θα δώσω προέρχονται από την κ. Σάρα Χίομ, η οποία είναι διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας κατά του Καρκίνου στο Ηνωμένο Βασίλειο ( Cancer Research UK – CRUK ).

Η ίδια υποψιάζεται πως υπάρχουν χιλιάδες περιστατικά καρκίνου που παραμένουν μη διαγνωσμένα ή χωρίς θεραπεία εξ αιτίας έλλειψης υγειονομικού προσωπικού, φόβου λόγω του ρίσκου επιμόλυνσης, αλλά και ασθενών με ενδείξεις και συμπτώματα που δεν επιζητούν βοήθεια φανερά.

Σε ανάρτηση της που δημοσιεύθηκε στο επίσημο site του CRUK αναφέρει πως η κατάσταση που βιώνουμε όλοι, όχι μόνο προκαλεί υπερβολικό άγχος στους ασθενείς αλλά και επιφέρει ψυχολογικές επιπτώσεις στους ιατρούς οι οποίοι αδυνατούν να «προσφέρουν παρηγοριά και καθησύχαση όπως θα ήθελαν».

Σε συνέχεια του άρθρου της σκιαγραφεί το ότι η πανδημία του COVID-19 έχει επηρεάσει πολλές πτυχές της καρκινοθεραπείας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πολλές υπηρεσίες ελέγχου και εξετάσεων έχουν επίσημα διακοπή σε Σκωτία, Ουαλία και Βόρεια Ιρλανδία, αφού πλέον δεν αποστέλνονται προσκλήσεις στους εν δυνάμει ασθενείς ώστε να εξεταστούν.

Λαμβάνοντας υπόψιν παλιότερα στατιστικά δεδομένα υπολογίζεται πως περίπου 200.000 άνθρωποι ανά εβδομάδα δεν εξετάζονται πλέον για καρκίνου του παχέως εντέρου, καρκίνου του στήθους όπως και για καρκίνο του τραχήλου σε όλη την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η πτώση του αριθμού των ανθρώπων που επισκέπτονται τους προσωπικούς τους ιατρούς, και που έχουν συμπτώματα τα οποία είναι ενδεικτικά του καρκίνου, έχει επηρεάσει όλο το «διαγνωστικό μονοπάτι». Τα επείγονται παραπεμπτικά ιατρών για καρκίνο έχουν μειωθεί περίπου κατά 75% στην Αγγλία από τότε που ξεκίνησε η πανδημία.

Είναι έτσι ηλίου φαεινότερον πως και στον Ελλαδικό χώρο υπάρχει το ίδιο πρόβλημα, αλλά αντιθέτως με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Αγγλίας φαίνεται πως δεν υπάρχει κάποια επίσημη στατιστική αρχή να παραθέσει στο ευρύ κοινό αντίστοιχα στοιχεία.

Μέριμνα πρέπει να δοθεί άμεσα για να βρεθεί λύση ώστε η Δημόσια Υγεία να επιτελέσει όσο πιο σωστά της επιτρέπεται το έργο της, προς όφελος των ήδη αλλά και των επερχόμενων ασθενούντων.

Ίσως στο δεύτερο κύμα του COVID-19 που προβλέπουν οι επιστήμονες να έρθει, να πρέπει να αναδιαμορφωθούν εκ προοιμίου τα νοσοκομεία στην Ελλάδα με τέτοιο τρόπο όμως που θα «φοβίζουν» λιγότερο τους ασθενείς. Με διαφορετικά εντελώς και μη άμεσα συνδεόμενα νοσοκομειακά τμήματα να ξεχωρίζουν τους ασθενείς που νοσούν από κορωνοϊό, και έπειτα όλους τους υπόλοιπους ασθενείς – και όχι μόνο – που ήδη αναφέραμε.

Ας γίνει λήψη μέτρων, λοιπόν, όσο είναι καιρός. Ταπεινά πιστεύω, όμως, πως όλοι μας συμφωνούμε σε ένα πράγμα: Ότι κανείς από εμάς δεν θα ήθελε να βρεθεί σε μία παρόμοια θέση, είτε αυτό αφορά εμάς τους ίδιους είτε κάποιο κοντινό συγγενικό μας πρόσωπο.

Κοινοποίηση:
error

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια