ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ: Η ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ- ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ, Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ

Αρχική » Διάφορα » ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ: Η ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ- ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ, Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΡΙΚΗ
Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Κλεισούρα πραγματοποιήθηκε ένα από τα φρικιαστικότερα Γερμανοβουλγαρικά εγκλήματα. Στις 5 Απριλίου 1944 οι Γερμανοί με την σύμπραξη των κομιτατζήδων του δήμιου των κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας Κάλτσεφ, εκδικούμενοι τον σκοτωμό των οκτώ (8) νεκρών στρατιωτών τους που έπεσαν σε

ενέδρα των ανταρτών της περιοχής υπό τον Κ. Ρόσιο (Υψηλάντη), έκαψαν όλα τα σπίτια και σκότωσαν περίπου 300 άτομα

Για το χρονικό της μάχης μεταξύ ανταρτών και Γερμανών, στη Βιβλιογραφία υπάρχει πλούσια καταγραφή και λεπτομερής εξιστόρηση των γεγονότων. Το σύνολον των ιστορικών, συμφωνεί απόλυτα με όσα παρακάτω για την μεγάλη μάχη και τη μεγάλη θυσία των ανθρώπινων ζωών, ιστορώ. Εξαίρεση από το σύνολο των ιστορικών και της πλούσιας επί του θέματος βιβλιογραφίας αποτελούν μερικά πρόσωπα που κατάγονται από το Νομό Καστοριάς, μερικά πολιτικά και κοινωνικά αποβράσματα, νεοφασίστες και νεοναζί, βρυκόλακες του παρελθόντος με αντιλήψεις διχαστικές, ξεπερασμένες και καταδικασμένες στη συνείδηση των Ελλήνων, μερικές δυσάρεστες φιγούρες που προκαλούν έντονα συναισθήματα απέχθειας και λύπης λόγω του ανθελληνισμού και της προκλητικής θέσης που παίρνουν στην καταγραφή της ιστορίας που παραχαράσσουν και διαστρεβλώνουν βάναυσα τα γεγονότα και στρέφονται εναντίον της ιστορικής αλήθειας, του Έθνους, των συμφερόντων της Ελλάδος και των Ελλήνων, με την έντυπη, στρεβλή και ανθελληνική διάδοση θέσεων και απόψεων. 
ΑΝΤΙ    ΠΡΟΛΟΓΟΥ 
Επί τέλους, η τραγωδία της Κλεισούρας που το χώμα της βάφτηκε κόκκινο από το αίμα των αδικοχαμένων κατοίκων της, βρήκε τον ιστορικό της ύστερα από την πάροδο χρόνων για την κατά το δυνατόν σωστή και αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων χωρίς πάθος και φανατισμό, συναισθήματα που διαστρέφουν την πραγματικότητα και αλλοιώνουν αυθαίρετα τα γεγονότα.
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε τον αντάρτικο αγώνα του Ελληνικού λαού, την αντίστασή του εναντίον ενός καλά οργανωμένου στρατού κατοχής, ως αντιβαίνοντα την κλασσική μορφή και πρακτική του πολέμου, επειδή ο αγώνας αυτός διεξάγεται ανορθόδοξα από τον στρατό των ανταρτών, δηλαδή μαχητών εκπαιδευμένων σε παρτιζάνικο αγώνα. Έτσι πολέμησαν το 1821 οι πρόγονοί μας στα ίδια εδάφη, όταν επαναστάτησαν κατά του Οθωμανού Τούρκου κατακτητή.
Η ιστορική αλήθεια καμιά φορά μπορεί να πληγώνει, πρέπει όμως να λέγεται και να γράφεται με κάθε λεπτομέρεια και να ρίχνεται άπλετο φως στα γεγονότα, φως επιστημονικό και ιστορικά τεκμηριωμένο.
Έτσι νομίζω, δικαιώνονται και οι αδικοχαμένοι νεκροί Κλεισουριώτες και οι αντάρτες που χτύπησαν τον κατακτητή, εκτός από τους Γερμανούς, τους συνεργάτες τους Βουλγαροκομιτατζήδες και τους χθεσινούς συνεργάτες των κατακτητών, τα μίσθαρνα όργανα που εξοπλίστηκαν από τους κατακτητές ενάντια στο αντιστασιακό κίνημα.
Για ενδεχόμενα λάθη και παραλείψεις, που μπορεί να οφείλονται σε εσφαλμένες κρίσεις και περιγραφές και όχι σε πρόθεση για να εξυπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό, ζητώ την επιεική κρίση του αναγνώστη.  
ΠΑΝΟΣ ΚΡΙΚΗΣ



Α΄   ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ  
       ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ 
Ορεινός οικισμός (υψόμετρο 1.180 μέτρα) με 559 κατοίκους σήμερα, υπαγόμενος διοικητικά στο Νομό Καστοριάς. Βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του Νομού, στην είσοδο των ομώνυμων στενών και απέχει 34 χλμ. από την πόλη της Καστοριάς.
Αποτελεί έδρα ομωνύμου Δήμου από το 1994 λόγω του ολοκαυτώματος και των θυσιών και για όλες τις Εθνικές προσφορές της προς την Πατρίδα. (σ.σ. Το βιβλίο του Πάνου Κρίκη γράφτηκε πριν την «επιδρομή» του Καλλικράτη.)
Ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα και οι εργασίες ανέγερσης των σπιτιών της άρχισαν έπειτα από αυτοκρατορική (Σουλτανική) διαταγή την έκδοση της οποίας απόσπασε ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας, που καταγόταν από την Κλεισούρα και υπηρετούσε στο Παλάτι του Σουλτάνου. 
Γύρω στα 1750 η Κλεισούρα έγινε εμπορούπολη, κέντρο γραμμάτων και μητρόπολη πολλών παροικιών του εξωτερικού. Τότε η Κλεισούρα φτάνει στο απόγειο της ακμής της. Ήταν ο χρυσός αιώνας, η εκατονταετία 1750-1850. Τότε είναι όχι μονάχα η πιο πλούσια πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά δημιουργός πολιτισμού και πνευματικός παράγοντας. Τότε καταφτάνουν στην Κλεισούρα αλλεπάλληλα χρηματικά εμβάσματα από τους Κλεισουριώτες των παροικιών, και κυρίως από την Κωνσταντινούπολη, τη Βιέννη, το Βελιγράδι, το Σεμλίνο, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, το Πάντσιοβο ή Πέντζιεβο και αλλού. 
Έτσι ο οικισμός της Κλεισούρας παρουσίασε και την ανάλογη πληθυσμιακή της άνοδο, αφού στα 1872 αριθμούσε 6.000 κατοίκους, κι αυτός ο πληθυσμός διατηρούνταν σε υψηλά επίπεδα, παρά το έντονο μεταναστευτικό ρεύμα που δημιουργήθηκε, αφού στα 1906 και στα 1909 ζούσαν στον οικισμό 5.000 άνθρωποι, στα 1907, 625 οικογένειες, ενώ έφτασε κατά καιρούς και στους 7.000 κατοίκους, αλλά σήμερα αριθμεί μόνο 559 κατοίκους! 
Β΄   ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 
«Το τυφλό πάθος, ο φανατισμός, το μίσος, ο στείρος αντικομμουνισμός και η αντιστασιακή υστερία διαστρεβλώνουν και παραποιούν την ΑΛΗΘΕΙΑ».
«Ο Δοσιλογισμός, η ατιμία, οι κληρονομικές προδοτικές ενοχές, η έλλειψη χρηστότητας και ακεραιότητας, η έλλειψη ηθικών αναστολών και η ηθική κατάπτωση του ατόμου, το οδηγούν ακόμα και στην Εθνική εξαθλίωση και τον κατήφορο».  
ΠΑΝΟΣ ΚΡΙΚΗΣ
Ο ΕΜΜ. Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  ένας ιστορικός και συγγραφέας με έντονα αντικομμουνιστικά και αντιΕΑΜικά συναισθήματα, στο έπακρο εχθρικός προς την ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, περιγράφει ως εξής το χρονικό της μάχης της Κλεισούρας και το ολοκαύτωμά της.
«Και η φοβερή αιματηρή τραγωδία που έγραψεν ο βούλγαρος με το μαχαίρι του εις την Δυτικήν Μακεδονίαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια, κλείνει με την σφαγήν της Κλεισούρας, την 5ην Απριλίου 1944. Είναι ο αιματωμένος επίλογος του ελληνικού δράματος εις τα ιερά χώματα της βορειοδυτικής Ελλάδος. Είναι η αποκορύφωσις της ναζιστικής θηριωδίας και της βουλγαρικής εγκληματικότητος, εις την κωμόπολιν αυτήν, μαζί ηνωμέναι, που θα υψώνεται ως μνημείον αθάνατον κι’ αιώνιον του εθνικού μαρτυρίου του Ελληνισμού από τον βουλγαρισμόν.  Βούλγαροι και γερμανοί την επέρασαν από λουτρόν αίματος. Την μετέβαλον εις στάκτην. Την άπλωσαν εις νεκροταφείον Βούλγαροι και γερμανοί μαζί. Δεν ήσαν άνθρωποι. Δεν ήσαν στρατιώται. Είσαν κολάσματα της γης, που από την μαύρην ψυχήν των εσκορπίζετο ο θάνατος! Και συνεχίζει ο αντικομμουνιστής και αντιεαμίτης αμερόληπτος και αντικειμενικός ιστοριογράφος ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ.
Ήτο καρφί εις τα μάτια των βουλγάρων η Κλεισούρα. Σαν προάγγελμα  χάρου επέρασε κάποτε από εκεί ο Κάλτσεφ, και τους εμήνυε μήνυμα θανάτου: «Κάποια ημέρα θα πάτε όλοι μαζί».
Με την αγωνίαν αυτής της «κάποιας ημέρας» έζων έκτοτε οι Κλεισουριώτες.
Την 15ην Φεβρουαρίου 1944, ο δαίμων και σφαγεύς της Δυτικής Μακεδονίας Αντώνιος Κάλτσεφ  έκαμε την εμφάνισίν του πάλιν εις την μελλοθάνατον κωμόπολιν. Οι κάτοικοι είδαν τον Κάλτσεφ με τρόμον. Ένας καπετάν – Ανδρέας, συνεργάτης του Πούλου και ανήκων εις την υπηρεσίαν των γερμανών, τον συνώδευε. Τί ήρχετο να κάμη εκεί ο βούλγαρος φονιάς; Δεν άργησαν να το μάθουν οι αγωνιώντες κάτοικοι. Εγκατέστησε φυλάκιον από 30, κομιτατζήδες μ’ επί κεφαλής τον συνοδόν του Ανδρέαν. Οι κάτοικοι διετάχθησαν να δώσουν στρώματα εις τους κομιτατζήδες. 20 από αυτούς θα εκρατούντο από τον Ανδρέαν κάθε βράδυ ως όμηροι, δια τον φόβον των ανταρτών. Τέλος, το βράδυ της ιδίας ημέρας ο Κάλτσεφ συνεκέντρωσε τους κατοίκους και τους είπεν αυτά τα ολίγα, εις ύφος διαταγής: 
«Κλεισουριώτες, κοιτάξτε καλά, διότι είτε έξω είτε μέσα παρουσιασθή κανείς αντάρτης, θα σβήσετε! Την Κλεισούρα θα την κάμω στάχτη!».
«Την Κλεισούρα θα την κάμω στάχτη!».
Υπό, μορφήν κομιτατζήδων ο θάνατος επλησίαζε την ειδυλλιακήν κωμόπολιν.
«Την νύκτα της 4ης προς την 5η Απριλίου δύο γερμανικά αυτοκίνητα με στρατόν διήλθον πλησίον της Κλεισούρας. Τμήμα του Ε.Λ.Α.Σ. μ’ επί κεφαλής τον καπετάνιον Υψηλάντην τα εκτύπησαν. Τ’ αυτοκίνητα δεν εστάθησαν. Το πρωΐ – πρωΐ γερμανικαί δυνάμεις από την Καστοριάν έφθαναν εκεί και άνοιγαν μάχην με τους αντάρτας. Ταυτοχρόνως κατέφθαναν ως ενισχύσεις γερμανών τμήματα κομιτατζήδων από την Βασιλειάδα, την Βέργα και την Λιθιά. Άνοιξαν μάχη που διήρκεσεν αρκετάς ώρας. Εν τέλει οι αντάρτες, κατά το σύστημά των, έφυγαν. Είχον απωλείας αρκετάς. Οι γερμανοί είχον 8 νεκρούς. Οι κομιτατζήδες επήραν τους νεκρούς γερμανούς, αμέσως. Αφού τους εσύλλησαν, τους έγδυσαν και τους έκοψαν τα αιδοία και τα έβαλαν στα στόματά των. Έτσι γυμνούς τους ετοποθέτησαν εις στάσιν προσοχής εις την Γέφυραν. Εκεί θα τους έβλεπαν οι Γερμανοί που θα επέστρεφον μετά την καταδίωξιν των ανταρτών. Έτσι και έγινε, γιατί αι επινοήσεις της βουλγαρικής ατιμίας προς δημιουργίαν εγκλήματος είναι άφθαστοι. Ο επί κεφαλής γερμανός αξιωματικός, μόλις είδε το θέαμα, εταράχθη.                                                                                            
Γύρω από τα πτώματα εις την γέφυραν ήσαν συγκεντρωμένοι οι κομιτατζήδες της Βασιλειάδος, της Βέργας και της Λιθιάς. Είχαν έλθει και άλλοι από την Κορησσό.
«Ποίος το έκανε αυτό;», ηρώτησε έξαλλος.
«Οι Έλληνες», απήντησαν οι Βούλγαροι.
Με τον ασύρματον ειδοποιήθη αμέσως η Κοζάνη. 50 αυτοκίνητα πλήρη ανδρών των S.S.  και οχρανιτών, κατέφθανον ταχύτατα. Η Κλεισούρα εκυκλούτο αστραπιαίως αλλά πολλοί άνδρες και νέοι κατώρθωσαν και διέφυγον. Επί τόπου κατέφθασαν και οι γερμανοί διοικηταί της Καστοριάς Ράϊσελ και Χίλντεμπραντ. Μαζί των έφθασε και ο Κάλτσεφ. Ο βούλγαρος δήμιος ήτο όλος χαρά. Το κακούργο όνειρόν του θα επραγματοποιείτο επί τέλους:   Η Κλεισούρα θα εγίνετο στάχτη. Προς τους γερμανούς είπε:
«Αυτοί είναι οι Έλληνες».
Και προς τους εμπίστους του διέτασσε:
«Πρέπει οπωσδήποτε το χωριό να καθαριστή».
Βούλγαροι φέροντες μάσκας ωδήγησαν τους άνδρας των S.S., τους οχρανίτας και τους κομιτατζήδες εις το μιαρόν έργον των. Παρά την μετεμφίεσίν των ανεγνωρίσθησαν από τους κατοίκους. Ήσαν ο Κώστας Καλλίτσεφ, ο Δούκας από το Σκλήθρον, ο Βούντος από την Βέργα, ο Θανάσης Δούκας και ο Σ. Λιοτίκος από την Βασιλειάδα, ο Ντάνεφ και μερικοί άλλοι.
Οι κομιτατζήδες ηκολούθουν τους γερμανούς που διαρκώς τους διέτασσον «Κομμίτ, Κομμίτ». Επλησίαζαν τα σπίτια και για να τους ανοίξουν, οι βούλγαροι μετεχειρίζοντο κάθε ατιμία.
«Ανοίχτε – εφώναζε ο Κάλτσεφήλθα για να σας σώσω». Άνοιξαν και στο πρώτο σπίτι 45 γυναίκες που είχον καταφύγει εστήνοντο στην γραμμή και εθερίζοντο από το πολυβόλο. Εις το σπίτι του Ν. Τσόγου, η σύζυγος έπεσε στα πόδια του Κάλτσεφ.
«Σώσε μας», τον ικέτευε.
«Δεν ημπορώ να σώσω κανένα», απήντησε ο κομιτατζής. 
Κι’ έβαλε αμέσως 30 γυναίκες στην σειρά και έδωσε το σύνθημα εις τους γερμανούς να τις πολυβολήσουν.
 Κάηκαν 146 σπίτια και έχασαν την ζωή τους 279 άτομα. 

 ΕΜΜ. Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ: ΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΝ ΟΡΓΙΟΝ ΑΙΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΝ 1941-1944, ΑΘΗΝΑΙ – ΤΥΠΟΙΣ: «ΠΥΡΣΟΥ» 1947, σελίδες 125-126.
ΠΑΝΟΥ   ΚΡΙΚΗ
Κ Λ Ε Ι Σ Ο Υ Ρ Α
Η ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
Α΄  ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ   ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ
Β΄  ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ
Γ΄   Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ
Δ΄ Ο ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ» ΑΘΗΝΑ 1994
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο

Σχολιάστε αυτό το άρθρο

σχόλια